Ήταν ο τελευταίος χτύπος της καρδιάς του…

mike
By
148 Views
3 Min Read

….η τελευταία ακίδα που υψώθηκε και αμέσως μετά εμφανίστηκε η ίσια συνεχόμενη γραμμή μέσα στην γυάλινη οθόνη του άψυχου μηχανήματος.

Οι γιατροί σήκωσαν τα χέρια. Είχανε κάνει ότι ήταν ανθρωπίνως δυνατόν, έβγαλαν αργά τις μάσκες που φορούσαν στο πρόσωπο και ένας ένας κατευθύνθηκαν έξω από το χειρουργείο.

Έμεινε μόνος.

“Είσαι έτοιμος για το ταξίδι?” ρώτησε μια φωτεινή σκιά τον ξαπλωμένο άντρα, που άνοιξε ξαφνικά τα μάτια του και ψέλλισε με προσπάθεια δυο λόγια

“Δεν τα κατάφεραν έ? Πρέπει να έρθω.”

“Ναι, είναι η ώρα. Διάλεξε μία ανάμνηση απτις πολλές χιλιάδες που απέκτησες, για να τη δείξεις στην πόρτα μόλις φτάσουμε.

Αυτή θα είναι το διαβατήριο σου” του είπε η σκιά.

Σάστισε ο άντρας. Ποιά από όλες να διαλέξει?

Την σφιχτή αγκαλιά που του έκανε η μητέρα του, σε κάθε παιδικό του κλάμα?

Τα τρεμάμενα χείλη του πατέρα, όταν του παρέδιδε τα κλειδιά της βιοτεχνίας για να συνεχίσει το έργο του?

Την στιγμή που πήρε για πρώτη φορά στα χέρια του, τα νεογέννητα παιδιά του?
“Έλα, διάλεξε, πρέπει να φύγουμε” του είπε με αυστηρό ύψος τούτη τη φορά, η φωτεινή σκιά.

Μέσα από τις τόσες αναμνήσεις, είδε μία που ξεχώριζε από μακριά σαν φάρος που αναβόσβηνε μες στο σκοτάδι.

Την έφερε μπροστά στην μνήμη του για να την ξανακοιτάξει.

Είδε ένα νεανικό ζευγάρι, γύρω στα είκοσι, καθισμένο στα πέτρινα σκαλάκια που γλιστρούσαν από τότε, εκεί λίγο πιο κάτω από την Ακρόπολη.

Μοιράζονταν τα ακουστικά από ένα γουόκμαν και άκουγαν ένα ερωτικό τραγούδι που μόλις είχε πρωτοβγεί. Κάποιες αραιές σταγόνες ανοιξιάτικης βροχής άρχισαν να τους βρέχουν το πρόσωπο μα δεν κουνήθηκε κανείς από τους δύο, έμειναν εκεί να κοιτάζονται για ώρα.

Το πρώτο φιλί με το κορίτσι που θα τον συντρόφευε μέχρι τώρα και που περίμενε με αγωνία έξω από το χειρουργείο για να μάθει τα νέα, σε εκείνα τα σκαλάκια δόθηκε.

Του ήρθε εκείνη η γνώριμη γεύση του κερασιού ξανά στο στόμα, θυμήθηκε κάποιους στίχους εκείνου του ρυθμού και τους σιγοτραγούδησε μες στο μυαλό του.

«Το μόνο που θα ΄θελα κάποτε αν σε ξαναδώ,
είναι να πω ευχαριστώ, για το θαύμα που είδα
και να δώσω για μια τελευταία φορά το ρυθμό,
στον τρελό σου χορό, στη λευκή καταιγίδα»

“Έντάξει. Είμαι έτοιμος τώρα να φύγουμε” απάντησε στη σκιά έχοντας σχηματίσει ένα αμυδρό χαμόγελο πια στα χείλη.

Μα κανείς δεν υπήρχε τριγύρω, μονάχα ένας επαναλάμβανόμενος ήχος ακουγόταν και οι πόρτες άνοιξαν ξαφνικά. Ήταν οι γιατροί που έτρεξαν από πάνω του μόλις οι ακίδες στην οθόνη άρχισαν να ξεπετιούνται ξανά.

“Γιατί δεν τον έφερες μαζί σου? ρώτησαν τη σκιά μόλις έφτασε στον προορισμό της.

“Γιατί θα τα θυσίαζα όλα, για να ζήσω κι εγώ εκείνη την ανάμνηση που είδα στα μάτια του”.. απάντησε.

Petros – The Goldsmith

add
TAGGED:
Share This Article
Δεν υπάρχουν Σχόλια

Αφήστε μια απάντηση