Την πρώτη νύχτα όμως του επιτέθηκαν οι δαίμονες για να τον διώξουν.
– «Φύγε από τον τόπο μας, κακόγερε», του φώναζαν.
– «Εσείς δεν έχετε τόπο», τους αποκρίθηκε θαρρετά ο Ερημίτης.
Αφού δε μπορούσαν να τον φοβίσουν διαφορετικά, άρπαξαν τα φοινικόφυλλα που είχε μαζέψει για το εργόχειρο του και τα πετούσαν μακριά. Εκείνος όμως με υπομονή έσκυψε και τα μάζεψε ένα – ένα.
Τότε τον πήραν από το χέρι και τον έσυραν με βία για να τον βγάλουν έξω. Μα σαν έφτασαν στην έξοδο, αγκάλιασε γερά ο Αναχωρητής μια κολώνα και φώναξε μ’ όλη τη δύναμη της ψυχής του:
– Ι«ησού, βοήθησε με!»
Τότε οι δαίμονες έγιναν αμέσως άφαντοι.
Ταλαιπωρημένος όπως ήταν από τον αγώνα, ο Αναχωρητής, άρχισε να κλαίει.
– «Γιατί κλαις;» ακούστηκε μια γλυκιά φωνή, που γέμισε παρηγοριά την ψυχή του.
– «Για την κακία των δαιμόνων», είπε εκείνος. «Πώς έχουν εξουσία να μεταχειρίζονται μ’ αυτόν τον τρόπο το πλάσμα σου, Κύριε;»
Τότε του αποκρίθηκε Εκείνος:
– «Εσύ αμέλησας, διότι μόλις με κάλεσες, αμέσως ήρθα και σε βοήθησα.»
Ακούγοντας αυτά ο Αναχωρητής, ευχαρίστησε μ’ όλη του την ψυχή τον Κύριο κι’ έμεινε πια άφοβα σ’ εκείνο τον τόπο.
Γεροντικόν
Ιερεας Γκελιας Αρσενιος