Η Αφροδίτη ήταν η τέταρτη κόρη της οικογένειας και το έκτο παιδί, δίδυμη με την αδερφή της.
Έξι παιδιά και δύο οι γονείς δεν τα λες και λίγα οχτώ στόματα σε περίοδο φτώχειας. Δύσκολα χρόνια όχι μόνο από την φτώχεια αλλά και από την κατάρα που κατατρέχει αυτόν τον τόπο, της διχόνοιας και του αδελφοσπαραγμού. Έτσι δεν κατάλαβε πως διαλύθηκε η οικογένεια της και βρέθηκαν σκορπισμένοι στα τέσσερα σημεία του Ορίζοντα.
Ο μεγάλος αδερφός σκοτώθηκε με τους αντάρτες, ο πατέρας με τον δεύτερο γιο βρέθηκαν στην Πολωνία, η μεγάλη αδερφή στην Ρωσία και η μάνα με τις τρεις μικρότερες κόρες έμειναν πίσω στο χωριό χωρίς να ξέρουν που βρίσκονται ο πατέρας τα δύο αγόρια και η μεγάλη αδερφή.
Προσπαθούσαν να μάθουν με αγωνία για την τύχη τους μα και να καταφέρουν να επιβιώσουν. Μεγάλη ιστορία που απ’ όποια άκρη και να την πιάσεις πονάει. Αν η ζωή πει να σου γκρεμίσει το σπίτι μπορεί να στο κάνει ερείπια χωρίς να προλάβεις να καταλάβεις.
Τα νέα για τον μεγάλο γιο είχανε μαθευτεί σχετικά γρήγορα, σκοτώθηκε σε μια συμπλοκή, ήταν με τους αντάρτες, έμεινε η εικόνα του από την τελευταία του επίσκεψη να αιωρείται γύρω τους, ο Χαράλαμπος Καβάλα σ ένα καφέ άλογο να τους χαιρετά γελαστός, την μάνα και τις αδερφές και να χάνεται στο βάθος σαν να τον κατάπινε ένα σύννεφο σκόνης.
Η μάνα και η δεύτερη κόρη, η τέταρτη δηλαδή από τα παιδιά, βρέθηκαν στην Μακρόνησο στο Τρίκερι και στην Γυάρο για πέντε χρόνια. Οι δύο μικρότερες τα δίδυμα βρέθηκαν στην Θεσσαλονίκη σε ίδρυμα της βασίλισσας Φρειδερίκης. Πέντε χρόνια που η Αφροδίτη θυμόταν ότι ήταν από τα καλά στην ζωή της ,έμαθε να κεντάει, να ράβει και το κυριότερο όσο άσχημο και να ήταν το φαγητό, το πιάτο ήταν γεμάτο.
Επέστρεψε στο χωριό τους μαζί με την δίδυμη αδερφή της, όταν τελείωσε η εξορία για την μάνα της και την αδερφή.
Η μάνα μια Σμυρνιά που έζησε τον ξεριζωμό από το πατρικό της, ήξερε ότι πρέπει να γίνει η ίδια ψωμί και νερό για τις κόρες της για να μπορέσει να ξαναστεριώσει ότι της απέμεινε από την οικογένεια της.
Άρχισαν να καλλιεργούν τα λίγα χωραφάκια που είχαν με κόπο και ιδρώτα. Εδώ χρειάζονταν αντρικό χέρι και αυτές ήταν 4 γυναίκες. Τι γυναίκες δηλαδή, γυναίκες που όπου χρειαζόταν μεταμορφώνονταν αναγκαστικά και λίγο σε άντρες.
Τ’ όνομα της Αφροδίτη, γλυκόηχο και θηλυκό, μα τα χέρια της, χέρια δουλεμένα γεμάτα κόμπους, σκληρά και δυνατά σαν τανάλια, έπιανε την πέτρα και την έκανε χώμα. Δούλευε τ αλώνι με δανικό άλογο από τον γείτονα. Ο γείτονας ο Γιάννης που πήγαινε πάντα να την βοηθήσει και χωρίς να βγάζει άχνα της τα έλεγε όλα με το βλέμμα του. Την έπνιγαν και αυτήν τα αισθήματα μα κάρφωνε τα μάτια της στα πόδια του αλόγου που έφερνε γύρες ατέλειωτες πατώντας τα στάχια για να ξεχωρίσει το άγανο από το γέννημα.
Δεν μιλούσε, τι να πει, πως να μπαλώνουν την φτώχεια τους; και είχε και δύο αδερφές μεγαλύτερες της και την μάνα. Η μάνα έκανε και την μοδίστρα στο χωριό, ήταν που γνώριζε καλή γεωμετρία και αφού έπαιρνε μέτρα στις γυναίκες από το χωριό, έβαζε κάτω ένα κομμάτι χαρτί και έβγαζε πατρόν. Ναι πατρόν που θα το ζήλευε και το μπούρντα. Βλέπεις η καταγωγή της ήταν αριστοκρατική, Σμυρνιά με εξοχικό στο Τσανάκαλε και με σπουδές στην Κωνσταντινούπολη. Αλλά έχασαν τα πάντα στον ξεριζωμό και τον πατέρα της από τις κακουχίες που δεν μπόρεσε ν αντέξει, γιατί ήταν καλομαθημένος.
Σε δύο- τρία χρόνια μετά την επιστροφή τους στο χωριό, παντρεύτηκαν οι αδερφές της, η μία πήρε έναν μαραγκό που την ερωτεύτηκε και την ζήτησε ( αυτή δεν ήθελε αλλά τελικά τον πήρε, τον αγάπησε και τον τίμησε αλλά τον έχασε πολύ νέο από εγκεφαλικό και έμεινε μόνη να μεγαλώνει τα παιδιά τους ).
Η δίδυμη αδερφή της Αφροδίτης, ερωτεύτηκε μ έναν χωροφύλακα που τον έδιωξαν από την υπηρεσία του γιατί την παντρεύτηκε κρυφά και ετσι αναγκάστηκαν και έφυγαν στον δικό του τόπο.
Έμεινε η μόνη ανύπαντρη από τις αδελφές, με την μάνα, να βοηθάει η μία την άλλη. Η μάνα είχε την έγνοια της, να παντρευτείς Αφροδίτη μου να βρούμε ένα καλό άνθρωπο και για σένα. Ο Γιάννης συνέχιζε να έχει τον καημό για την Αφροδίτη και τώρα που είχαν παντρευτεί οι άλλες δύο, ίσως ήταν η σειρά τους. Μια μέρα καθώς της πήγε τ άλογο πριν της δώσει τα χαλινάρια στα χέρια την κοίταξε και της είπε : Όταν παντρευτούμε δεν θέλω να ξανάρθεις στο αλώνι εγώ θα τα κάνω όλα. Όχι του απάντησε μαζί θα τα κάνουμε.
Γνωρίζεται πως στα χωριά υπήρχαν κοινωνικές τάξεις ακόμη και ανάμεσα στους φτωχούς; διαβαθμίσεις φτώχειας δηλαδή.
Υπήρχαν και μάλιστα χωρίς καμία τεράστια διαφορά στα έχειν τους ή στην καταγωγή πάρα μόνο στην φαντασία τους. Η οικογένεια του Γιάννη ήταν μια από αυτές που η μάνα του ήθελε πριγκίπισσα για νύφη, όχι να μην έχει ένα άλογο να κάνουν αλώνι. Από την άλλη η μάνα της Αφροδίτης έβλεπε ότι αν έμενε στο χωριό η κόρη της, η μοίρα της θα ήταν καθορισμένη στα χωράφια και στην παίδεψη. Ήλθε και κείνη η χωριανή που είχε παντρευτεί σ ένα μακρινό και παραθαλάσσιο μέρος και παίνευε τον τόπο, είχε λέει και ένα καλό παιδί για γαμπρό, με δικό του σπίτι και κάτι χωραφάκια.
Ξιπάστηκε η μάνα, θα πάρεις καλύτερο από τον Γιάννη, ακούς εκεί να μην σε θέλει η μάνα του. Μάνα εγώ τον Γιάννη θέλω. Δεν καταλαβαίνεις ποιο είναι το καλό σου, τον ξενομερίτη θα πάρεις να δεις προκοπή στην ζωή σου. Γένηκαν τα ειδώματα και η Αφροδίτη να πέσει να πεθάνει, αυτή να θέλει τον Γιάννη τον λεβέντη, ο Γιάννης να στέλνει προξενήτρα χωρίς την έγκριση της μάνας του και ο γαμπρός ένα κεφάλι πιο κοντός από την Αφροδίτη και να κερδίζει…πόντους.
Τελικά έγινε ο γάμος, η νύφη φόρεσε και μια κουάφ και ο γαμπρός κρέμονταν στο μπράτσο της σαν τσάντα. Πάει το κορίτσι. Όλα τα χρόνια στα χρυσοπράσινα της μάτια φτερούγιζε μια θλίψη. Όχι η ζωή της δεν ήταν καλή. Του άντρας της όσο μπόι του έλειπε τόσο νεύρο είχε. Δούλεψε σ όλη της την ζωή, η ζωή την χόρτασε δουλειά και δεν της έδωσε καν την χαρά της μητρότητας. Ήλπιζε για πολλά χρόνια ότι θα μεγαλώσει ένα δικό της παιδί αλλά δεν στάθηκε τυχερή. Ούτε να υιοθετήσουν θέλησε ο άντρας της και έτσι έφτασε σχεδόν λίγο πριν βασιλέψει, χωρίς δικά της παιδιά ξαπλωμένη σ ένα κρεββάτι του νοσοκομείου. Ήρεμη, ίσως να υπάρχει άλλη ζωή να ξεκουραστώ είπε.
Θέλεις λίγο νερό την ρώτησα, ναι μου είπε, πήρα το μπουκάλι με το νερό και της έβαλα το καλαμάκι στο στόμα. Κατάπιε και μου είπε σ ευχαριστώ, ύστερα ακολούθησε μια μεγάλη σιωπή, έκλεισε τα μάτια της και νόμιζα θα κοιμηθεί, άκουσα την φωνή της σιγανή δύσκολα ξεχώρισα τι έλεγε, της ζήτησα να επαναλάβει. Ο Γιάννης μου είπε τι κάνει, ξέρεις τι κάνει; Δεν ζει της είπα. Λες να με περιμένει είπε; Και έκλεισε ήσυχα τα μάτια της.
γραφει και φωτο Sofia Sidiropoulou-Karageorgou