Στο πατρικό μου σπίτι υπήρχε ένα παλιό άλμπουμ με φωτογραφίες της οικογένειας της μητέρας μου. «Η Δεσποινίς Αργυρώ»

mike
By
165 Views
15 Min Read

Μου άρεσε να το ξεφυλλίζω, να βλέπω πρόσωπα μιας άλλης εποχής. Τη γιαγιά και τον παππού νέους και ωραίους. Φωτογραφίες συγγενών που δεν γνώρισα, γυναικών με καπέλα με φτερά και λουλούδια, φωτογραφίες μωρών, σε καροτσάκια με δαντέλλες και φρουρού, και ένα αγοράκι γυμνό να επιδεικνύει το πουλάκι του.

Μια φωτογραφία όμως μου κινούσε πάντα ιδιαίτερα το ενδιαφέρον. Η μητέρα μου, περίπου δέκα χρονών με κοντά μαλλιά και αφέλειες, καθισμένη κάπου ψηλά αγκαλιάζει ένα συνομήλικο κοριτσάκι, και μια μεγαλύτερη μελαχρινή και σοβαρή κοπέλα που στέκει όρθια πλάι της.

«Ποιες είναι;» είχα ρωτήσει .
«Το Αλικάκι, φίλη μου και γειτονοπούλα, και η δεσποινίς Αργυρώ, η δασκάλα μας, αυτή που μας έμαθε ελληνικά και να αγαπούμε την Ελλάδα».

Η μητέρα μου και τα αδέλφια της είχαν γεννηθεί και ζήσει τα πρώτα χρόνια της ζωής τους στην Αμερική από γονείς Έλληνες, που όμως δεν είχαν φροντίσει να μάθουν στα παιδιά τους ελληνικά. Ίσως να πίστευαν ότι έτσι θα ήταν εύκολη και ανώδυνη η ενσωμάτωσή τους στη Αμερική.

«Η Αθήνα το 1922 δεν είχε καμία σχέση με τη σημερινή», έλεγε η μητέρα μου. «Ούτε και με την εικόνα που είχαμε πλάσει με τη φαντασία μας ακούγοντας όσο ζούσαμε στην Αμερική τις περιγραφές του papa ποτισμένες με το άρωμα της νοσταλγίας. Οι περισσότεροι δρόμοι δεν ήταν ασφαλτοστρωμένοι. Το χειμώνα γέμιζαν λάσπη και το καλοκαίρι σκόνη. Η πόλη υπέφερε από λειψυδρία και δεν είχε όλες τις ώρες ηλεκτρικό φως. Eμείς, έχοντας μέχρι τότε ζήσει σε μια πλούσια πόλη με ουρανοξύστες, εναέριο σιδηρόδρομο, κοντά σε μια λίμνη μεγάλη σαν θάλασσα, σε ένα σπίτι πλούσιο με όλες τις ανέσεις, με ηλεκτρική κουζίνα και ψυγείο κι άφθονο τρεχούμενο νερό, απογοητευτήκαμε.

H Aθήνα μάς φαινόταν φτωχή και μίζερη. Εκείνο όμως που μας έκανε τη μεγαλύτερη εντύπωση ήταν το πλήθος των ανθρώπων που βλέπαμε παντού. Η πόλη ασφυκτιούσε. Βλέπαμε οικογένειες, μανάδες με μωρά, γέρους και αρρώστους, σε πρόχειρες σκηνές και παράγκες καμωμένες από χαρτοκιβώτια και λαμαρίνες. Βλέπαμε ανθρώπους να κοιμούνται στους δρόμους, στις πλατείες, στο Παναθηναϊκό Στάδιο, στο Ζάππειο, στις εκκλησίες, στο Εθνικό θέατρο. Ποιοι ήταν αυτοί οι άνθρωποι; Γιατί έμοιαζαν τόσο διαφορετικοί, τρομαγμένοι, λυπημένοι, δυστυχείς; Ο papa μάς εξήγησε πως οι άνθρωποι αυτοί ήταν Έλληνες, σαν εμάς, ότι ζούσαν μέχρι πριν λίγο απέναντι στην Τουρκία, στη Μικρά Ασία, ότι είχε γίνει πόλεμος μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας και, όταν η Ελλάδα νικήθηκε, αυτοί οι άνθρωποι καταστράφηκαν, έχασαν τα σπίτια και τις περιουσίες, πολλοί και τη ζωή τους, και τώρα είχαν έρθει στη μητέρα Πατρίδα για να σωθούν.

Τα παιδικά μυαλά μας δεν μπορούσαν να καταλάβουν το μέγεθος της συμφοράς για την οποία μιλούσε ο papa, ώσπου ήρθε στη ζωή μας η δεσποινίς Αργυρώ, η νέα δασκάλα μας, που θα μας μάθαινε να μιλάμε και να γράφουμε ελληνικά για να μπορέσουμε να πάμε σε ελληνικό σχολείο αντί για το αμερικάνικο της Χίλλ που πηγαίναμε ως τότε.

Η νέα δασκάλα ήταν μικροκαμωμένη, μελαχρινή, με μάτια θλιμμένα και στόμα που δεν χαμογελούσε. Δεν έμοιαζε σε τίποτε με τις ξανθές αφράτες δασκάλες μας στην Αμερική. Απογοητευτήκαμε…

Με το που ήρθε η δεσποινίς Αργυρώ, η ζωή μας άλλαξε τόσο που πιστεύαμε πως ζούσαμε στη χώρα του παραλόγου. Δεν καταλαβαίναμε τη γλώσσα που μιλούσε. Δεν ήταν τα ελληνικά που ακούγαμε να μιλάνε οι γονείς και οι συγγενείς μας. Η δεσποινίς Αργυρώ μιλούσε μια γλώσσα αλλιώτικη, δύσκολη. Καθαρεύουσα… Μαθαίναμε πως ο σκύλος λεγόταν «κύων», η γάτα «γαλή, και άλλες και άλλες καινούργιες λέξεις και εκφράσεις. Η πιο μεγάλη δυσκολία ήταν να μάθουμε να διαβάζουμε και να γράφουμε. Αυτά τα αλλιώτικα γράμματα με σημαδάκια πάνω τους που τα λέγανε «τόνους» και «πνεύματα» πόσο μας δυσκόλευαν! Η δεσποινίς Αργυρώ όμως δεν κατέθετε τα όπλα. Είχε καθήκον να μας μάθει σωστά ελληνικά κι αυτό έκανε με επιμονή και υπομονή.
Και ξάφνου, μια μέρα, δεν ξέρω πώς, έγινε το θαύμα, αρχίσαμε να καταλαβαίνουμε και σιγά να κουτσομιλάμε ελληνικά. Καθαρευουσιάνικα.

Οι πρώτες δυσάρεστες εντυπώσεις μας από τη μελαχρινή δασκαλίτσα μας δεν άργησαν να εξελιχθούν σε αγάπη. Η γλυκύτητα και τρυφερότητα της φωνής της όταν μας μιλούσε, ακόμα και όταν μας μάλωνε ή διόρθωνε τα λάθη μας, ήταν το μαγικό κλειδί που άνοιξε την πόρτα της καρδιάς μας. Εκείνο που μας άρεσε πιο πολύ ήταν να μας μιλά για την Αρχαία Ελλάδα και να μας λέει πως πρέπει να είμαστε υπερήφανοι που είχαμε αυτούς τους προγόνους. Μας διάβαζε ιστορίες από τη Μυθολογία, τον Ηρόδοτο και Μύθους του Αισώπου. Μας πήγαινε τακτικά επισκέψεις στο Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο και στην Ακρόπολη, αλλά και μικρές εκδρομές στα περίχωρα, στην Ελευσίνα και το Μοναστήρι της Καισαριανής. Μας εξηγούσε τα πάντα και μας μάθαινε την Ιστορία της πατρίδας μας. Χάρη στη δεσποινίδα Αργυρώ αρχίσαμε να γνωρίζουμε και να αγαπάμε την Ελλάδα. Να είμαστε περήφανοι για την Ιστορία μας και να βλέπουμε πέρα από τη σκόνη, τη λειψυδρία, τις ελλείψεις και ασχήμιες. Να θαυμάζουμε την ομορφιά του τοπίου, τα μενεξελιά χρώματα του δειλινού και της θάλασσας το γαλάζιο, τη θέα της Ακρόπολης ιδιαίτερα τα βράδια με πανσέληνο. Το άρωμα της γαζίας και του αγιοκλήματος από τους κήπους των σπιτιών μάς έκανε να ξεχνάμε τη σκόνη και τις λάσπες των δρόμων. Η δεσποινίς Αργυρώ μας γνώρισε την άλλη Ελλάδα, την μυστική, αυτή που φανερωνόταν σε όποιον μπορούσε να δει την ομορφιά και το μεγαλείο της πέρα από τη μιζέρια και τη δυστυχία του σήμερα.

Για ένα μόνον πράγμα δεν μιλούσε η δεσποινίς Αργυρώ· για τη ζωή της πριν έρθει κοντά μας. Για τη Σμύρνη και την οικογένειά της. Το μόνο που ξέραμε ήταν πως είχε χάσει τη μητέρα της, την μικρή αδελφή της, τον αδελφό και τον αρραβωνιαστικό της, τη φωτογραφία του οποίου φορούσε στο μενταγιόν που κρεμόταν από το λαιμό της. Είχε αποθέσει τις ελπίδες της στον Ερυθρό Σταυρό περιμένοντας να λάβει κάποια είδηση που θα τους έφερνε κοντά της.

Η είδηση όμως που περίμενε δεν ήρθε από τον Ερυθρό Σταυρό και δεν ήταν ευχάριστη. Την έφερε η κυρά Μαρίτσα, μια πρόσφυγας που είχε πάρει η mama για να βοηθά στις δουλειές. Μόλις η δεσποινίς Αργυρώ και η κυρά Μαρίτσα είδαν η μια την άλλη έμειναν για λίγο αμίλητες σα να μην πίστευαν τα μάτια τους!

«Τζιέρι μου, ψυχούλα μου, …ζεις;», με κλάματα η κυρά Μαρίτσα έπεσε στην ανοιχτή αγκαλιά της δεσποινίδας Αργυρώς.
«Ζω, Μαρίτσα, ζω! Η μητέρα μου, η αδελφή μου;»

Η γυναίκα δίσταζε, δεν μιλούσε, κοίταζε χάμω.
«Αχ, μάτια μου, αχ καρδιά μου, πώς να σ’ το πω… Πάνε…», ψιθύρισε στο τέλος.

Η δεσποινίς Αργυρώ έμεινε άφωνη σα να την χτύπησε κεραυνός… Κοίταζε με μάτια ορθάνοιχτα, παγωμένα, την κυρά Μαρίτσα.
«Πες μου τι έγινε. Όλα!», είπε κάποια στιγμή με φωνή βραχνή, αγνώριστη.

Και η κυρά Μαρίτσα, που όπως καταλάβαμε ήταν υπηρέτρια στο πατρικό σπίτι της δεσποινίδος Αργυρώς, της τα είπε όλα…
Όταν μπήκανε οι Τούρκοι στη Σμύρνη, η Αργυρώ μαζί με τη χήρα μητέρα της, την μικρούλα αδελφή της και την κυρά Μαρίτσα πήγαν να κρυφτούν, όπως πολλοί άλλοι, στο ελληνικό νεκροταφείο. Φοβόντουσαν τους Τούρκους και τους βάρβαρους Τσέτες που σκόρπιζαν θάνατο και καταστροφή όπου περνούσαν. Τέσσερις μέρες μένανε κρυμμένες στο νεκροταφείο, αγωνιώντας για τη ζωή τους, αλλά για και την τύχη του αδελφού και το αρραβωνιαστικού της δεσποινίδος Αργυρώς που τους είχαν συλλάβει οι Τούρκοι.

Είδαν τη φωτιά να καίει πρώτα την αρμένικη συνοικία, και μετά να φουντώνει, να απλώνεται και εδώ και εκεί σε όλους μαχαλάδες και γειτονιές. Η Σμύρνη απ’ άκρη σε άκρη καιγόταν… Μαύρος καπνός είχε σκεπάσει τον ουρανό, ήλιος δεν φαινόταν και ο τόπος μύριζε καμένα και κηροζίνη.

Σαν κάποτε ησύχασε κάπως το κακό ακούστηκε πως επιτέλους έρχονταν πλοία να τους πάρουν στην Ελλάδα, αφού η Τουρκία επίσημα, με προκήρυξη, τους έδιωχνε. Η δεσποινίς Αργυρώ τότε θυμήθηκε πως είχε αφήσει στο σπίτι το δίπλωμά της ως δασκάλας και ήθελε να πάει να το πάρει.
Η μητέρα της δεν ήθελε να την αφήσει. «Άσ’ το δίπλωμα, κόρη μου. Σημασία έχει να είμαστε μαζί, μη χωριστούμε». Η δεσποινίς Αργυρώ όμως ήταν ανένδοτη. «Θα γυρίσω αμέσως, μανούλα, εδώ μείνετε, να με περιμένετε».

Σπρώχνοντας και φωνάζοντας, αλαλιασμένοι, έτρεχαν οι άνθρωποι να φτάσουν το γρηγορότερο ως τα πλοία της σωτηρίας. Η μητέρα της Αργυρώς όμως δεν έφυγε. Περίμενε την κόρη της να γυρίσει και, επειδή η ώρα περνούσε και η Αργυρώ δεν φαινόταν, έστειλε την Μαρίτσα να την αναζητήσει. Αντί όμως για την Αργυρώ ήρθαν οι Τσέτες. Σα σκυλιά λυσσασμένα πέσανε πάνω στη μάνα και το κοριτσάκι, και αφού τις λήστεψαν, τις βίασαν, στο τέλος τις σκότωσαν… Η Μαρίτσα σαν γύρισε, άπρακτη, βρήκε τα νεκρά κορμιά και κατάλαβε τι είχε γίνει. Με χέρια που έτρεμαν και δάκρυα στα μάτια μετέφερε τα νεκρά σώματα στο μνημούρι που μέχρι πριν λίγο κρύβονταν, ταχτοποίησε όπως όπως τα ρούχα, έκλεισε τα μάτια τους, έκανε το σταυρό της, είπε το «Πάτερ ημών» και μετά πήρε τρέχοντας το δρόμο για τα πλοία. Ούτε θυμόταν πώς τα κατάφερε κάποτε και βρέθηκε στη Λέσβο. Την Αργυρώ την είχε πια για σκοτωμένη. Αν είχε ζήσει δε θα είχε γυρίσει όπως είχε υποσχεθεί; «Γιατί κοκόνα μου δεν γύρισες;», ρώτησε τελειώνοντας την αφήγησή της η κυρά Μαρίτσα.

Η δεσποινίς Αργυρώ δεν απάντησε. Όλη την ώρα άκουγε αδάκρυτη. Μετά σηκώθηκε αμίλητη και κλειδώθηκε στην κάμαρή της.
Η κυρά Μαρίτσα έβαλε τα κλάματα. «Ηβοί, τι ήκανα, η λωλή… Τι ήκανα… Δεν ήπρεπε να τσι το πω… Δεν ήπρεπε να τσι το πω εγώ… Ας το μάθαινε από άλλοι…»

Δύο μέρες έμεινε η δεσποινίς Αργυρώ κλεισμένη στο δωμάτιό της. Την τρίτη μέρα όταν άνοιξε η πόρτα της μια αγνώριστη δεσποινίς Αργυρώ βγήκε έξω. Σα να είχε περάσει βαριά αρρώστια έμοιαζε. Αμίλητη, με μαύρους κύκλους κάτω από κατακόκκινα μάτια και τα μαλλιά γεμάτα άσπρες τρίχες. Φόρεσε το καπέλο της και βγήκε έξω χωρίς να πει πού πάει. Έλλειψε ώρες. Το βράδυ, στο τραπέζι, ο papa μάς είπε πως η δεσποινίς Αργυρώ δεν θα γυρίσει. Τα χάσαμε. Γιατί έφευγε; Φταίγαμε εμείς; Τι είχαμε κάνει; Ο papa είπε πως δεν φταίξαμε εμείς. Η δεσποινίς Αργυρώ έκρινε πως ο ρόλος της είχε τελειώσει.

Τα χρόνια πέρασαν, πήγαμε σε ελληνικά σχολεία, η αδελφή μου κι εγώ στο Αρσάκειο και ο αδελφός μας στο Βαρβάκειο. Γίναμε καλές μαθήτριες. Χάρη στη δεσποινίδα Αργυρώ δεν είχαμε καμία δυσκολία με τα ελληνικά και την καθαρεύουσα.

Μια έκπληξη μας περίμενε στην παράσταση της «Ιφιγένειας εν Αυλίδι» που ανέβηκε στο Αρσάκειο και μάλιστα στη γλώσσα του Ευριπίδη με ηθοποιούς μαθήτριες του Αρσακείου και την αδελφή μου στον ομώνυμο ρόλο. Μαζί με τους γονείς μας είδαμε να παρακολουθεί την παράσταση η δεσποινίς Αργυρώ! Μαυροφορεμένη όπως πάντα, με κάτασπρα όμως τα μαύρα της μαλλιά.

Πέσαμε στην αγκαλιά της με φιλιά και δάκρυα, και τέλος κάναμε την ερώτηση που μας βασάνιζε όλα αυτά τα χρόνια. Γιατί μας άφησε; Χαμογέλασε λυπημένα.
«Δεν θα ήτο τίμιον εκ μέρους μου να μένω και να σας διδάσκω το ορθόν και το ηθικόν, όταν εξ αιτίας της επιμονής και του εγωισμού μου έγινα η αιτία να χαθούν η μητέρα μου και η αδελφή μου….»

«Πήγατε να πάρετε το δίπλωμά σας. Θα σας ήταν χρήσιμο πιστεύατε. Δεν ήταν πράξις εγωιστική αυτή», είπε η αδελφή μου.

«Το δίπλωμα ήτο πρόφασις. Μαζί μου το είχον. Να αφήσω σημείωμα δια τον μνηστήρα μου ήθελον, να τον πληροφορήσω ότι αναχωρούσαμεν. Ήλπιζα, πέραν πάσης λογικής, προσευχόμην, να μην είχε καεί η οικία μας. Δυστυχώς διεψεύσθην».

«Τον βρήκατε τελικά τον μνηστήρα σας; Τον αδελφό σας;»

«Εξακολουθώ να τους αναζητώ!»

«Γιατί αργήσατε να επιστρέψετε στο νεκροταφείο που σας περίμεναν;»

Η δεσποινίς Αργυρώ έσκυψε το κεφάλι.
«Είχον την ιδίαν “περιποίησιν” με την μητέρα και αδελφήν μου. Εγώ όμως υπήρξα τυχερή εν τη ατυχία μου. Είς εκ των Τούρκων με εσπλαχνίσθη και με μετέφερε ημιθανή εις το Αγγλικόν Νοσοκομείον. Έμεινα εκεί ένα μήνα, μεταξύ ζωής και θανάτου. Μετά ήλθον εις την Ελλάδα με διαπιστευτήρια ξένης χώρας. Από τη Σμύρνη δεν είχε μείνει πλέον τίποτε, εκτάσεις ολόκληραι καμέναι, σπίτια, ναοί, γειτονιές βουβές από ανθρώπινες φωνές. Στάχτη και σκόνη εκάλυπτε την άλλοτε ωραίαν πόλιν μας… Τα υπόλοιπα τα γνωρίζετε».

«Την ξαναείδαμε έκτοτε πολλές φορές τη δεσποινίδα Αργυρώ», τελείωσε την αφήγησή της η μητέρα μου. «Χάρη στο δίπλωμά της είχε καταφέρει να διοριστεί σε ένα καλό ιδιωτικό σχολείο. Υποψιάζομαι πως βοήθησε σε αυτό κρυφά ο papa. Τον αδελφό και τον αρραβωνιαστικό της δεν τους βρήκε ποτέ».

«Η Δεσποινίς Αργυρώ»
της Ελένης Κ. Τσαμαδού

https://www.fractalart.gr/i-despoinis-argyro/

Ομφαλός της γης ΙΙ

add
TAGGED:
Share This Article
Δεν υπάρχουν Σχόλια

Αφήστε μια απάντηση