Ο γιατρός τού είπε να σηκωθεί και ο πατέρας μου τού είπε ότι δεν μπορεί να περπατήσει.

mike
By
4 Views
10 Min Read

Πριν τρία χρόνια, το 2023, ο πατέρας μου Γεώργιος, τότε 84 ετών και σήμερα 87, νοσηλεύτηκε στο Κρατικό Νοσοκομείο Νικαίας, με κροταφική αρτηρίτιδα και ταυτόχρονη ενδονοσοκομειακή λοίμωξη του αναπνευστικού. Σημειωτέον, είναι διαβητικός, έχει καρδιακή ανεπάρκεια και αρκετά προβλήματα υγείας, διότι έχει περάσει και δύο σοβαρά τροχαία.

Η κατάσταση ήταν πολύ δύσκολη, είχε σοβαρή αδυναμία, έπεσε και ο αιματοκρίτης του, ήταν συνέχεια με αντιβιώσεις, αντιπυρετικά, ορούς και φυσικά, η μυική του αδυναμία ήταν τέτοια, που δεν τού επέτρεπε να σταθεί ούτε καθιστός στο κρεββάτι, πόσο μάλλον να περπατήσει.

Μίαν ημέρα με πήρε τηλέφωνο μία νοσηλεύτρια νωρίς το πρωΐ, γύρω στις έξι και μού είπε ότι ο πατέρας μου δεν είναι καθόλου καλά και να πάμε νωρίτερα από ό,τι συνήθως… Εγώ με τη μητέρα μου πηγαίναμε γύρω στις οκτώ, που έφευγε η αποκλειστική.

Εκείνη την ημέρα, ήμουν αρκετά ταραγμένη, αλλά προσπάθησα να μείνω ψύχραιμη για να αντέξω. Παρακαλούσα τον Χριστό να τόν κρατήσει ζωντανό, έστω τουλάχιστον μέχρι να πάμε κοντά του, να δει και να νιώσει ότι είμαστε εκεί, μαζί του! Έλα όμως που η μητέρα μου δεν ξυπνούσε, είχε πέσει σε υπογλυκαιμικό σοκ, είδα και έπαθα να τη συνεφέρω, πόσο μάλλον να τής πω τα νέα για την υγεία του μπαμπά…δεν τής είπα τίποτα περισσότερο, πήρα τηλέφωνο για ραδιοταξί, αλλά δεν υπήρχε διαθεσιμότητα για πολλήν ώρα. Με τα πολλά και ενώ βιαζόμουν, πήγαμε τρεις ώρες μετά το τηλεφώνημα, που δέχθηκα από το νοσοκομείο, γύρω στις εννιά. Έτρεξα αμέσως στο δωμάτιο του πατέρα μου και αυτό που αντίκρυσα δεν ήταν ένας άνθρωπος ετοιμοθάνατος, αλλά ένας άνθρωπος ευδιάθετος και χαμογελαστός και μάς είπε ότι μάς περίμενε… Μάλιστα μού είπε ότι πεινάει και ότι λαχτάρισε να φάει μία τυρόπιτα κουρού και να πιει ένα φυσικό χυμό πορτοκάλι! Πήγα να του πάρω και έφαγε, ενώ τις προηγούμενες μέρες δεν έτρωγε τίποτα και ήταν σε λήθαργο. Για να μη σάς τα πολυλογώ, μάς είπε ότι νωρίτερα τόν είχε επισκεφθεί ένας γιατρός, ψηλός, μελαγχροινός, με μούσι και μία νοσηλεύτρια, νέα κοπέλα, με πλεξούδες, που είχε μία χρυσή ζώνη στη λευκή της ρόμπα, πολύ όμορφη. Μού έκανε εντύπωση, διότι η νοσηλεία δεν περνούσε τόσο νωρίς, συνήθως κατά τις έντεκα. Μάλιστα μού είπε ότι δεν μπήκαν από την πόρτα, αλλά από το μπαλκόνι, το οποίο ενώ ήταν ανοιχτά τα τζάμια, ήταν κλειστά τα παντζούρια και είχε σήτα έως κάτω. Τον ρώτησα τί ώρα έγινε αυτό και μού είπε ότι δεν ήξερε, αλλά μάλλον ήταν όταν ξημέρωνε, διότι είχε τόσο φως από τον ήλιο, που τόν τύφλωνε. Σκέφτηκα ότι κάτι δεν πάει καλά, για να πω την αλήθεια και τόν ρώτησα εάν τού είπαν κάτι ο γιατρός και η νοσοκόμα Ναι, ναι, μού είπε…

Ο γιατρός τού είπε να σηκωθεί και ο πατέρας μου τού είπε ότι δεν μπορεί να περπατήσει. Τότε ο γιατρός τού είπε ότι είναι μια χαρά τα πόδια του, τα έπιασε από τους αστραγάλους, τα τέντωσε προς την άκρη του κρεββατιού, ο μπαμπάς μου ένιωσε ένα “κρακ-κρακ” στα πόδια, αλλά και μία ταυτόχρονη ανακούφιση και μού είπε χαρακτηριστικά ότι ένιωσε ανάλαφρος σα να αιωρείται.

Η νοσοκόμα τού χαμογέλασε, χωρίς να πει κάτι. Ο πατέρας μου ευχαρίστησε το γιατρό, ο οποίος τού συστήθηκε ως Γεώργιος και τού είπε ότι το προηγούμενο βράδυ έβαλε άλλον υπεύθυνο γιατρό, που τον λένε και εκείνον Γιώργο, οπότε είναι τρεις οι Γιώργηδες, μαζί με τον μπαμπά μου, που λέγεται Γιώργος και ότι θα γίνει καλά και όταν αυτό συμβεί να τόν επισκεφθούμε οικογενειακώς στο σπίτι του, αλλά δεν τού είπε πού είναι το σπίτι του και έφυγε. Καλά, τού είπα εγώ, εσένα η γιατρός σου λέγεται Δήμητρα. Δεν ξέρω, μού είπε ο μπαμπάς μου, εμένα έτσι μού είπε ο γιατρός και αυτά σού λέω, μάλιστα μού είπε ότι θα έρθουν οι δικοί μου, εσύ και η μαμά δηλαδή και να σάς πω ότι θα βγω σύντομα να με πάρετε σπίτι. Κοιταζόμαστε με τη μαμά μου, απορώντας, αλλά δεν είπαμε κάτι μπροστά του, έτσι και αλλιώς χαιρόμασταν τόσο πολύ που ήταν καλύτερα! Τις σκέψεις μου διέκοψε η φωνή ενός γιατρού που μάς είπε να βγουν έξω όλοι οι επισκέπτες για να κάνουν τη λεγόμενη νοσηλεία. Έπειτα από λίγη ώρα βγαίνει έξω ένας εκ των γιατρών και ρωτάει ποιός είναι με τον κύριο Πιερίδη. Εγώ, γιατρέ, τού είπα και η μητέρα μου.

Λοιπόν, μού λέει, εγώ πήρα τον φάκελλό του εχθές βράδυ, άλλη κατάσταση μού περιέγραψαν και άλλη βλέπω. Δηλαδή; τόν ρώτησα. Μού είπαν ότι η κατάστασή του είναι σοβαρή, τί να σας πω…προτείνω να κάνουμε νέες εξετάσεις και τώρα μάλιστα θα φωνάξω τους φυσιοθεραπευτές να τόν δουν, διότι τόν είχαν βγάλει ανίκανο να περπατήσει από την προηγούμενη εβδομάδα.

Μήπως ήρθατε και το πρωΐ; τόν ρώτησα. Όχι, τώρα τόν βλέπω για πρώτη φορά, μού απάντησε. Πώς σάς λένε, γιατρέ; ξαναρώτησα. Γεώργιο Χριστοφορίδη, μού απάντησε. Να ο ένας Γιώργος, σκέφτηκα. Μα ο άλλος;

Μέχρι να το καλοσκεφτώ, ήρθαν οι δύο φυσιοθεραπευτές να δουν τον μπαμπά, τόν βοηθούν να σηκωθεί και να κάνει το πρώτο βήμα και εκείνος είπε να τόν αφήσουν και ότι μπορεί μόνος του. Κοιτάζονται μεταξύ τους και μετά γυρνούν και μέ ρωτούν τί τού κάναμε. Τίποτα, τούς απάντησα συγκινημένη. Έδωσαν το ΟΚ που λέμε, όσον αφορά τον δικό τους τομέα της κίνησης, στο νέο θεράποντα ιατρό και επαναλάβαμε κάποιες αιματολογικές εξετάσεις. Κάτσαμε λίγο ακόμη μαζί με τον πατέρα μου και το μεσημέρι θα πήγαινα με τη μητέρα μου στο σπίτι να ξεκουραστεί, ηλικιωμένη βλέπετε και εκείνη, τώρα είναι 83, τότε 80 και εγώ θα επέστρεφα μόνη μου το απόγευμα. Τότε ο μπαμπάς μού ζήτησε να τού πάρω να τού φτιάξουμε λίγο συκώτι, για να φάει το απόγευμα, τού είχε ανοίξει η όρεξη, βλέπετε. Έτσι και έγινε. Πριν φύγω το απόγευμα για να ξαναπάω στο νοσοκομείο και ενώ ετοίμαζα το ταπεράκι, βλέπω στο ψυγείο ένα μαγνητάκι με την εικόνα του Αγίου Ραφαήλ, Νικολάου και Ειρήνης, είναι η μητέρα μου από τη Μυτιλήνη, από τη Σκάλα Συκαμιάς και τα απογεύματα που δεν ερχόταν στο νοσοκομείο, προσευχόταν στην Παναγία και στους Αγίους για τον μπαμπά. Λέω ας του πάρω μαζί και την εικονίτσα…λες; Όταν πήγα και τού την έδειξα έβαλε τα κλάμματα, έκλαιγε με λυγμούς και μού έλεγε αυτός ήταν ο πρώτος γιατρός, που τόν επισκέφτηκε και η Αγία Ειρήνη η νοσοκόμα.

Θεέ μου, τί υπέροχη συγκίνηση, δοξασμένο το όνομα του Κυρίου! Βέβαια, η απορία μάς έμεινε. Γιατί συστήθηκε ως Γιώργος. Στο τέλος, είπα ότι ίσως ο μπαμπάς μου δεν άκουσε καλά. Εντέλει, οι εξετάσεις του την επόμενη ημέρα ήταν απροσδόκητα καλές και την μεθεπομένη πήραμε εξιτήριο, οπότε και επέστρεψα στη δουλειά μου, έπειτα από δέκα μέρες, που είχα πάρει την άδειά μου, λόγω της κατάστασης. Ανοίγω τα e-mail μου και βλέπω ένα διαφημιστικό από ένα πρακτορείο του Πειραιά, υπερπροσφορά για το νησί των ποιητών και των αλησμόνητων πατρίδων, στη Λέσβο, με το Vrakas Travel. Γυρνάω το βράδυ στο σπίτι, το λέω στους γονείς μου και μού λένε κλείσε θέσεις να πάμε. Όντως παίρνω τηλέφωνο, τα κανονίζω, αλλά δεν βρήκα καμπίνα. Μείναμε όλη νύχτα άϋπνοι, αλλά είπε η μητέρα μου ότι μάλλον ήρθαν έτσι τα πράγματα για να κάνουμε αγρύπνια, ως ευχαριστώ για το θαύμα που βιώσαμε. Έτσι και το αντέξαμε. Ο οδηγός του πούλμαν, που ήρθε να παραλάβει το γκρουπ μας λεγόταν Ραφαήλ και η πρώτη στάση του ταξιδιού ήταν στον Άγιο Ραφήλ! Εκεί ο πατέρας μου έπεσε και αγκάλιασε τον τάφο του Αγίου, έκλαιγε από χαρά και
έλεγε σε όλους τί βίωσε και παρακινούσε τον κόσμο να πιστεύει… Τότε μάθαμε από μία εκ των μοναχών του μοναστηριού ότι το κοσμικό όνομα του Αγίου Ραφαήλ ήταν Γεώργιος…!

Δόξα τω Θεώ, πολλά ευχαριστώ και μεγάλη ευγνωμοσύνη στους Αγίους Ραφαήλ, Ειρήνη και Νικόλαο, που αξιώθηκε η αναξιότητά μας να ζήσουμε ένα τέτοιο θαύμα!

Πιερίδου Σοφία
26/05/2026

Πολυξένη Ρέρρα

add
TAGGED:
Share This Article