Αυτός εδώ είναι ο πατέρας μου.
Ένας άνθρωπος που ήταν υγιέστατος, χωρίς κανένα υποκείμενο νόσημα.
Μπήκε με τα πόδια του στο νοσοκομείο τον Μάιο του 2021 για μια απλή εξέταση,
επειδή είχε νοσήσει με COVID.
Και βγήκε από εκεί μέσα σε μαύρες σακούλες, μέσα σε σφραγισμένο φέρετρο.
Ο πατέρας μου διασωληνώθηκε εκτός ΜΕΘ,
γιατί δεν υπήρχε κρεβάτι.
Όσο νοσηλευόταν, υπήρχαν τρεις νοσηλεύτριες για εξήντα ασθενείς.
Εφυγε μόνος, φοβισμένος, πεινασμένος, σε ένα κρύο δωμάτιο,
χωρίς να του επιτρέπεται να δει έναν δικό του άνθρωπο,
χωρίς ένα χέρι να του κρατήσει το δικο του.
Και όταν έφυγε, δεν έφυγε όπως αρμόζει
σε έναν Ορθόδοξο Χριστιανό που έζησε με αξιοπρέπεια όλη του τη ζωή.
Δεν του επιτράπηκαν ούτε τα ήθη, ούτε τα έθιμα, ούτε ο τελευταίος αποχαιρετισμός.
Θα μου πείτε «ήταν πανδημία, παντού ήταν δύσκολα».
Δεν ισχύει.
Στη Νορβηγία είχαμε χιλιάδες λιγότερους νεκρούς,
επιτρεπόταν στους συγγενείς να βρίσκονται στο νοσοκομείο,
ο άνθρωπος δεν πέθαινε μόνος του σαν νούμερο σε λίστα.
Το έζησα. Το είδα. Το ξέρω.
Κι όμως και το λέω αυτό ξεκάθαρα
δεν αποθεώνω τη Νορβηγία.
Καμία χώρα δεν είναι παράδεισος.
Καμία δεν είναι τέλεια.
Ξέρω πολύ καλά και τα προβλήματά της.
Όμως για την Ελλάδα ξέρω από πρώτο χέρι.
Και ξέρω πού μπάζει.
Ξέρω τι πόνεσε την οικογένειά μου.
Ξέρω τι σημαίνει να σου παίρνουν τον άνθρωπό σου επειδή το σύστημα δεν έχει υποδομές.
Αυτή η φωτογραφία είναι η απάντησή μου.
Το χαμόγελο του πατέρα μου πριν μπει σε εκείνο το δημόσιο νοσοκομείο της Ελλάδας
είναι η μόνη απάντηση που θα δώσω.
Δεν έχω λόγο να απαντάω σε κανέναν άλλον.
Η ιστορία μου μιλάει μόνη της.
Και λυπάμαι ειλικρινά που υπάρχει άνθρωπος εκεί έξω
που νομίζει ότι μπορεί να μου εξηγήσει πόσο καλα λειτουργεί το σύστημα υγείας οταν ήταν υπεύθυνο που κόστισε τη ζωή του πατέρα μου.
Αυτή είναι η αλήθεια μου.
Και αυτή μένει εδώ για όποιον θέλει να την ακούσει..