Η τιμή ενός άντρα

mike
By
11 Views
18 Min Read

Με μπαλωμένο παντελόνι πήγε να την γυρέψει ο Σίμος. Μ’ένα μπάλωμα από της γιαγιάς του την καρό ποδιά που είχε χοντρό υφαντό ύφασμα να ταιριάζει με το παντελόνι του. Με μπαλωμένο παντελόνι και με το σακάκι του πεθαμένου πατέρα του.

Ο πατέρας ήταν ψηλός και κείνος γύρισε τα μανίκια δυο τρεις φορές μέχρι να τα φέρει πάνω από τον καρπό. Οι πλάτες πέφταν στα μισά του χεριού μα ποιος τα κοιτάει αυτά;

Κανείς δεν φόραγε ρούχο που να ταιριάζει πάνω του.

Αλλουνού ήταν κοντό,αλλουνού μακρύ,στενό,φαρδύ. Αν ήξερε η μάνα κι η γυναίκα τους τα σουλούπωνε λιγάκι αλλιώς τα βάζανε όπως όπως.

Από ανθρώπους που δεν ξέραμε από κράταγε η σκούφια τους φορούσαμε τα ρούχα τους. Στην εκκλησιά τα πηγαίνανε. Από άλλο χωριό τα φέρνανε σαν πέθαινε κάποιος να μην τα βλέπουν οι δικοί του να τα φοράνε άλλοι.

Και’μεις το ίδιο κάναμε. Αλλού,μακριά τα δίναμε.

Να την πάρεις παιδί μου του είπε η μάνα του. Να την πάρεις. Καλή γυναίκα είναι. Ακόμα μπορεί να κάνει παιδιά. Να την πάρεις κι ας είναι μεγαλούτσικη.

Τι μεγαλούτισκη μάνα της είπε. Κοντεύει στην ίδια ηλικία σου.Τι πως την έχομε μου’πε κείνη. Παιδιά θα σου κάνει μα να την πάρεις. Το βιος της δεν το’χει κανείς εδώ γύρω κι είναι όλο δικό της. Μοναχοπαίδι είναι η μαλλιαρή.
Μαλλιαρή την έλεγαν κοροϊδευτικά,γιατί είχε μια γενειάδα σαν του πατέρα της,αλλά κατά τ’άλλα ήταν μια χαρά γυναίκα η Μανταλένα.
Άξια και νοικοκυρεμένη. Πως είχε λίγες τρίχες δεν χάλασε δα κι ο κόσμος. Αυτές ήταν η αιτία που’χε μείνει ανύπαντρη.Ποιος θα την έπαιρνε με τέτοια γενειάδα.

Στην αρχή τα ξύριζε με τη λεπίδα του πατέρα της. Αλλά τα έρμα μεγαλώνανε αμέσως. Είχαν έρθει και πέντε έξι προξενιά,τα βλέπανε φρεσκοξυρισμένα και φεύγανε.

Πέρασαν και τα χρόνια,είδε κι αυτή πως θα μείνει στο ράφι και δεν τα ξύρισε ξανά παρά μονάχα όταν πήγαινε στην εκκλησιά τις μεγάλες γιορτινές μέρες.

Να την πάρεις παιδί μου του έλεγε και τον ετοίμαζε να πάει να την γυρέψει. Ξεκρέμασε και το σακάκι του πατέρα από το καρφί που ήταν κρεμασμένο στον τοίχο και το φόρεσε.

Κείνο το σακάκι του το βάλανε σαν πέθανε,μα η μάνα κάποια στιγμή που έμεινε μόνη της μαζί του στο δωμάτιο του το έβγαλε μαζί με το πουκάμισο.

Προσπάθησε να βγάλει και το παντελόνι του μα δεν μπορούσε,και φώναξε την μάνα του. Μάνα της είπε, βοήθα με να τα βγάλω.
Τα παιδιά μου γυρνάνε γυμνά και ξυπόλυτα κι αυτόν ντυμένο θα τον θάψουμε; Άντε μάνα σάλεψε και βόηθα με πριν έρθουν και μας δούνε.

Δίστασε λίγο η μάνα του πεθαμένου αλλά σαν σκέφτηκε τα εγγόνια της κι ήταν πέντε ζωή να’χουν,έβγαλε τα παπούτσια του,τράβηξε και το παντελόνι και τον σκέπασαν γρήγορα γρήγορα με ένα σεντόνι που ρίχνανε πάνω στους νεκρούς κείνο τον καιρό να μην φαίνεται που ήταν φτωχοντυμένοι.

Άντε γιε μου του είπε. Έτσι κι αλλιώς μπούζι είσαι,και κει που θα πας δεν σου χρειάζονται, μα και συ αν έκρινες θα’λεγες πάρτε τα για τα παιδιά μου. Καλός πατέρας ήσουν. Καλός κι άτυχος μα πιότερο εκείνα που θα μείνουν ορφανά χωρίς τον ίσκιο σου.

Πέντε ορφανά άφησε και μια χήρα. Ο Σίμος ήταν ο πρώτος κι ο Νικολής ο δεύτερος. Από κοντά ήταν οι θυγατέρες τους. Τρεις όμορφες και δροσερές σαν τα κρύα νερά του καλοκαιριού. Όμορφες μα φτωχές.

Το πουκάμισο το φόρεσε ο Νικολής σαν έγινε γαμπρός. Άσπρο άσπρο ήταν με κεντίδι στο γιακά του. Κρίμα τέτοιο πουκάμισο να πήγαινε χαμένο. Το γαμπριάτικο ήταν. Με τούτο το πουκάμισο πήγε στην εκκλησιά κι αλλάξαν τα στέφανα.

Έξω την βγάλανε την μάνα σαν τον ντύσανε. Η πεθερά της πήρε την καλή αλλαξιά του και του τα βάλανε. Ρούχα που τα φορούσε μόνο τις γιορτές.

Αν ήταν μέσα εκείνη θα’δινε τα παλιά. Τώρα γυμνός θάφτηκε μα δεν πειράζει. Κάλιο αυτός παρά τα παιδιά του. Ξέρεις τι θα πει να’χεις ένα ρούχο παραπάνω;

Τον ετοίμαζε η μάνα τον Σίμο να πάει να την γυρέψει και τον συμβούλευε. Κοίτα παιδί μου,από την στιγμή που το πήρες απόφαση να την πάρεις,δεν θα πεις ποτέ τίποτα για την γενειάδα της. Κουβέντα γιε μου δεν θα πεις,γιατί δεν είναι αντρίκιο τούτο.

Αλλιώς αν σε πειράζει τόσο πολύ,άφησέ την στην ησυχία της την γυναίκα. Κούνησε το κεφάλι του εκείνος,κι είπε όχι μάνα. Θα την πάρω το αποφάσισα και δεν θα της πω κουβέντα.

Και τώρα έξω από το σπίτι της ετοιμάζεται να της χτυπήσει την πόρτα.
Εκείνη όρθια από πίσω τον περίμενε και μόλις χτύπησε του άνοιξε αμέσως. Χαιρέτισε ο δόλιος μα τα μάτια δεν τα σήκωνε.

Τι θα δω σκεφτόταν…Η μάνα πέρασε κι αυτή και την έβαλε η μαλλιαρή να κάτσει στη θέση που καθόταν η μάνα της η συχωρεμένη.

Μάνα μου θα’σαι συ από’δω και πέρα της είπε,και τότε σήκωσε τα μάτια του ο Σίμος. Η μιλιά της έσταζε μέλι. Σήκωσε τα μάτια του κι είδε ένα πρόσωπο φρεσκοξυρισμένο κι ήρεμο κάτω από την σκόνη της πούδρας που της την φέρνανε από μακριά από την πρωτεύουσα.

Τα σήκωσε και δεν τα ξανακατέβασε παρά μονάχα την κοιτούσε όλη την ώρα που πήγαινε κι ερχότανε να τους περιποιηθεί.

Πήρε τον λόγο ο πατέρας της Μανταλένας λέγοντάς τους,όπως ξέρετε εγώ μια την έχω κι όλα δικά της είναι. Και γύρισε στον Σίμο να του πει,πως η κόρη μου αυτή είναι που βλέπεις. Αν νομίζεις πως δεν σου κάνει να το πεις απόψε.

Αχ δεν τον είχε και κοντά της να τον σκουντήσει η μάνα του μη πει όχι και σηκωθεί να φύγει,μ’αυτός είπε στον πατέρα της,θα την τιμήσω την κόρη σου και με το παραπάνω. Ετούτο το άκουσε η Μανταλένα κι ένιωσε την πληγωμένη καρδούλα της να σαλεύει χαρούμενη κάτω από την φορεσιά της την πλούσια.

Μα πλουσιότερη ήταν η ψυχή της. Εκεί τον είχε τον πλούτο της αυτή και κανείς δεν μπήκε στον κόπο να τον δει. Όλοι στέκονταν στην γενειάδα της που όταν την ξύριζε κι έβαζε και την πούδρα φαινόταν και κείνης η ομορφιά.

Μα μεγάλωναν στην τρίτη μέρα τα βλογημένα κι αυτή βαριόταν να τα ξυρίζει. Μα τώρα θα’χε άντρα κι έπρεπε να το κάνει.
Τον άκουσε και η καρδιά της χτύπησε λίγο γρήγορα μα κείνη την σταμάτησε. Έχεις καιρό να χτυπήσεις της είπε,μα σταμάτα. Πρώτα θα δεις αν αυτός που ήρθε απόψε να σε γυρέψει,αξίζει να του δώσεις την καρδιά σου.

Έβαλε στο τραπέζι ό,τι ήταν να βάλει κι ήταν και πολλά! Είχε φτιάξει του κόσμου τα φαγητά και γλυκά. Όλα καλομαγειρεμένα. Η μάνα του Σίμου της είπε κάποια στιγμή,πολλά δεν ετοίμασες Μανταλένα μου; Ποιος θα τα φάει όλα κόρη μου;
Εκείνη την κοίταξε και της είπε,δεν πειράζει. Μέρα που είναι μπόλικα χρειάζονται μα θα βρεθούν στόματα να τα φάνε. Κι η καημένη η Φωτούλα η μετέπειτα πεθερά της,σκέφτηκε τα παιδιά της τα άλλα που είχαν απομείνει στο σπίτι νηστικά.

Ήθελαν να πάνε μπας και φάνε κι αυτά τίποτα αλλά τους είπε ντροπή είναι να πάμε όλοι. Εγώ θα πάω με τον αδερφό σας μόνο.
Είχε βάλει κι ο Νικολής το πουκάμισο με το κέντημα στον γιακά αλλά δεν τον πήραν ούτε αυτόν. Αυτός δεν ήθελε να πάει για να φάει μα να δουν το πουκάμισο ήθελε.

Η μάνα το κατάλαβε και του είπε,βγάλε το μα θα το βάλεις σύντομα και συ. Σύντομα θα πας να γυρέψεις και συ την γυναίκα που θα κάνεις την φαμίλια σου.

Είπε στην πεθερά της η Φωτούλα να πάει και κείνη μαζί τους μα δεν μπορούσε. Δεν μπορώ τους είπε. Έχω ένα σφάχτη απόψε εδώ αριστερά στη μεριά της καρδιάς και μου κόβει την ανάσα. Δεν μπορώ μα με την ευχή μου Σίμο μου.

Έφαγαν ό,τι μπόρεσαν. Για τρεις μέρες έβαλαν φαΐ στο στομάχι τους. Είπαν ό,τι έπρεπε να πουν και όρισαν μέρα για τ’αρραβωνιάσματα. Τότε θα χόρταιναν κι οι άλλοι φαΐ. Σάπμως για τούτο δεν γινόταν αυτός ο γάμος; Να χορτάσουν ψωμί από το βιος της νύφης.

Ετούτος ήταν ο λόγος που την παίρνει κι ο Σίμος, Χρέος του ήταν να φροντίσει τα αδέρφια του σαν μεγαλύτερος μα η περιουσία της μεγάλη πολύ.

Ντράπηκε λίγο και κούνησε το χέρι της μπροστά στα μούτρα της σαν να διώχνει μύγα να φύγουν οι σκέψεις που έκανε. Κι όταν σηκωθήκανε να χαιρετήσουν δυο καλάθια είχε ετοιμάσει η νύφη. Δυο καλάθια με φαγητά και γλυκά.

Πάρτε τα τους είπε να τα κρατάτε για το σπίτι. Τα πήρε ο Σίμος και τα δυο την ευχαρίστησε και δεν ξεκόλλαγε τα μάτια του από πάνω της. Ως που να πάμε στο σπίτι μιλιά δεν έβγαλα. Κι όλο να μου λέει,μάνα πως σου φάνηκε; Το μόνο που του είπε ήταν άσε εμένα παιδί μου.
Εσένα πως σου φάνηκε; Μ’άρεσε μάνα. Μ’άρεσε.

Δεν ξανάβγαλα κουβέντα ως το σπίτι. Ντρεπόμουν πολύ για τις σκέψεις που έκανα. Μας περίμεναν όλοι να μάθουν τι έγινε,κι άμα είδαν τα καλάθια τα φάγανε κι αυτά μαζί με κείνα που’χαν μέσα.
Μάνα,πάρε και συ κάτι να βάλεις στο στόμα σου της είπα. Εκείνη κοίταξε τον Σίμο,του’σιαξε λίγο το σακάκι του και τον ρώτησε όλα καλά λεβέντη μου; Όλα γιαγιά της είπε.

Η νύφη είναι καλή και’γω τυχερός. Ετούτο θα πω στον πατέρα σου είπε κι έγειρε,έκλεισε τα μάτια της,και δεν τα ξανά άνοιξε.
Μάνα της φώναζε η Φωτούλα,γιαγιά τα εγγόνια της μα τίποτα. Ο σφάχτης από την μεριά της καρδιάς της την έστειλε να βρει το παιδί της. Μάνα,μάνα. Μα τίποτα. Εκείνη είχε στήσει κουβεντολόι με τον γιο της και του’λεγε τα χαμπέρια.
Κι άμα τα απόσωσε,σχώρα με γιε μου που σε έστειλα γυμνό εδώ κάτω. Σχώρα με. Η Μανταλένα σαν έμαθε την επομένη για την γιαγιά που έφυγε,ήρθε στο σπίτι και τους είπε να μην στεναχωριούνται μα την καλύτερη κηδεία θα της κάνει.
Θα πει στον παπά να ανάψει όλα τα μανουάλια και κείνη θα πάει ένα σακί κεριά. Η γιαγιά θα διαβαστεί με όλο το ψαλτήρι τους είπε κι έτσι έγινε. Έφυγε καλά καλά διαβασμένη και τούτο το φρόντισε η Μανταλένα.

Στην βδομάδα πάνω πήγε ο πατέρας της και βρήκε τον Σίμο να του πει πως δεν υπάρχει λόγος να περιμένουν τον γάμο για να’ρθει να διαφεντέψει την περιουσία. Δική του είναι και μπορεί από τώρα να πηγαίνει. Να πας του είπε πάλι η μάνα.
Να πας και να πάρεις και τον Νικολή μα πλάτες έχει να δουλεύει και κείνος κάθε μέρα που χαλεύει μεροκάματο και δεν βρίσκει. Δεν πίστευε στα μάτια του ο Σίμος. Τέτοια τύχη δεν την περίμενε. Τι πως ήταν μεγαλύτερη; Τι πως είχε δυο τρεις τρίχες…
Η καρδιά της ήταν γεμάτη καλοσύνη. Εκεί ήταν το βιος της κι όχι,τα χτήματα. Μπήκε στο σπίτι τους χαρά. Λαδώθηκε τ’άντερό τους.

Οι αδερφές του κάθε μέρα στην Μανταλένα να τους μαθαίνει πράγματα. Πολλά ήξερε του λόγου της. Την είχε στείλει ο πατέρας της σε σχολές να μάθει πράγματα χρήσιμα και κείνη τα μάθαινε στις αδερφές του.
Έγινε ο γάμος γρηγορότερα απ’ότι είχαν κουβεντιάσει. Βιαζότανε ο Σίμος να την πάρει στην αγκαλιά του. Δεν έβλεπε κείνος τρίχες,αλλά την καρδιά της.

Κι η Μανταλένα δεν μπορούσε άλλο να την κρατήσει να μην χτυπάει. Την άφησε λέγοντάς της χτύπα. Χτύπα κι όπου βγει..
Ετούτα τα πράματα τα ζει ο άνθρωπος κι αν είναι να πονέσει θα δει τι θα κάνει μετά. Χτύπα της είπε μα άλλη φορά δεν το ξανάκανες κι ούτε θα το κάνεις.
Μια φορά συμβαίνουν. Μια.

Ο γάμος έγινε κι όλο το χωριό καλεσμένο ήταν. Η νύφη έλαμπε και κάνα δυο από το χωριό που είχαν φύγει σαν την είδαν από κοντά που τα’χει πάρει κόντρα…σκέφτηκαν μα τόσο λάθος κάναμε; Τόσο λάθος;
Όλο το χωριό είχε να κάνει με την μεταμόρφωση της Μανταλένας. Μα δεν ήταν τίποτα άλλο που την είχε ομορφύνει παρά μονάχα ο έρωτας.

Σαν πέσανε στο κρεβάτι μετά το γλέντι εκείνη ντρεπόταν να γδυθεί κι ο Σίμος της έβγαλε το νυφικό σιγά σιγά χαϊδεύοντας το κορμί της. Το χάιδευε τόσο τρυφερά και τόσο γλυκά που η Μανταλένα αναστέναζε.

Δεν είχε άλλο τρόπο να χαϊδέψει την ψυχή της. Δεν είχε. Τούτος ήταν μόνο. Γιατί η ψυχή τ’ανθρώπου κατοικεί στο σώμα. Κι όταν ακούμπησε τα χείλια του στα δικά της,εκείνη νόμισε πως η καρδιά της σταμάτησε και πως βρισκόταν σε ένα παραμύθι.

Κάτι θέλησε να του πει. Όχι τώρα γυναίκα μου της είπε. Όχι τώρα. Άλλη φορά θα το κουβεντιάσουμε. Τώρα είναι ώρα να ενώσουμε τις ψυχές μας.

Τώρα θα μπούμε ο ένας στο σώμα του άλλου να ενωθούνε. Ετούτη η ένωση έφερε σε εννιά μήνες το πρώτο τους παιδί.
Έφερε τον γιο τους,και στην συνέχεια ήρθαν και οι κόρες τους. Η καλοσύνη της Μανταλένας,η ευγένειά της κι ο γλυκός της λόγος πάντα για τον κάθε ένα έκαναν τον Σίμο να μην έχει μάτια παρά μόνο για κείνη.
Πέντε παιδιά του έκανε κι η καρδιά της χτύπαγε ακόμα περισσότερο τώρα. Κι αυτός όμως δεν την άφησε ποτέ να βγάλει το φουστάνι μόνη της.

Πάντα της το έβγαζε με την ίδια τρυφερότητα. Πάντα χάιδευε την ψυχή της και κείνη αναστέναζε. Κι όταν του είπε πως θέλω να σου μεταβιβάσω την περιουσία μου,της είπε όχι εμένα κορίτσι μου. Όχι εμένα. Στα παιδιά μας να την γράψεις.
Η δική μου περιουσία είσαι εσύ. Το βιος μας είναι ο πλούτος της αγάπης μας,κι αυτή κοιτάει μόνο στα βαθιά. Δεν στέκεται στην επιφάνεια.

Στα βαθιά φωλιάζει και καίει τα σωθικά μας. Είμαι τυχερός που σε έχω της είπε και κείνη άφησε ένα δάκρυ ευτυχίας να τρέξει. Ένα δάκρυ μέσα από την ευτυχισμένη της ψυχή.
Κι όταν έφτασε στα χείλια της έσκυψε και το έγλυψε με τα χείλια της δικής του ψυχής!
Να την πάρεις παιδί μου του είχε πει η μάνα του.
Να την πάρεις μα καλή γυναίκα είναι. Θα την τιμήσω την κόρη σου είχε πει στον πατέρα της το βράδυ που πήγε να την γυρέψει. Θα την τιμήσω.

Εκείνη το είχε ακούσει μα δεν μπορούσε να φανταστεί πως η τιμή ενός άντρα είναι ικανή να κλείσει πληγές… Να τις κλείσει και στην θέση τους να ανθίσει η αγάπη κι η αφοσίωση.
Δεν μπορούσε να φανταστεί πως η αντρική τιμή έχει τόσο τρυφερό χάδι.
Πως έχει το χάδι του Σίμου της.
Ελευθερία Λάππα
Φωτογραφία από τον Ομφαλό της γης.

add
Share This Article