Η ΚΑΜΠΑΝΑ ΤΟΥ ΧΩΡΙΟΥ

mike
By
1 View
13 Min Read

Ήταν εκεί, στη δεκαετία του 1920, που ολοένα και περισσότεροι άρχισαν να χτίζουν κανονικά σπίτια και όχι μικρά καλύβια πρόχειρα, κι έτσι το χωριό άρχισε να μεγαλώνει. Τώρα πια τα σπίτια χτίζονται ψηλότερα και το χωριό σκαρφαλώνει προς τον λόφο, μακριά απ’ τον κάμπο. Είναι καλύτερα εκεί∙ έχει πιο πλατύ αγνάντιο, και το καλοκαίρι δροσερό αέρα και λιγότερα κουνούπια.

Στον κάμπο, κοντά στο Κεφαλόβρυσο, το καλοκαίρι η ζέστη βαραίνει κι ο τόπος γεμίζει από κουνούπια. Είναι βέβαια και ότι τον κάμπο τον θέλουν για τα σπαρτά. Ποτέ όμως δεν τα έχεις όλα, στον λόφο έχει δροσιά και αγνάντιο, όμως είναι μακριά από τη βρύση, από το νερό για πόσιμο και για τη λάτρα.

Ευτυχώς, γύρω από το χωριό υπάρχουν πολλές πηγές ( όλες με καλά, καθαρά νερά). Σχεδόν κάθε οικογένεια έχει το κτήμα της κοντά σε κάποια απ’ αυτές. Έτσι, κάθε απόγευμα, στην επιστροφή απ’ τα χωράφια, έφερναν μια βαρέλα νερό για το σπίτι.
Πώς την έφερναν; Με τα γαϊδούρια ή τα μουλάρια, όταν δεν ήταν φορτωμένα με ξύλα για το τζάκι ή με λαχανικά από το περιβόλι, ή όταν δεν κουβαλούσαν τον αφέντη του σπιτιού.

Όταν λοιπόν δεν ήταν ξεφορτωμένα τα ζωντανά ( δηλαδή σχεδόν πάντα ) τη βαρέλα τη φόρτωναν ζαλιά στην πλάτη τους οι γυναίκες της οικογένειας: η μάνα και οι κόρες.

Ναι, μπορεί ο πεθερός, η πεθερά ή ο άντρας τους να γύριζαν καβάλα στο άλογο, μα η νύφη και οι κόρες έρχονταν πάντα με τα πόδια∙ με τη βαρέλα ζαλιά, χωρίς ποτέ να παραπονιούνται.

Έτσι είχαν μεγαλώσει και δεν παραπονιούνταν. Οι γυναίκες της Αρκαδίας — και τότε και τώρα — ήταν και είναι δυνατές, περήφανες, άξιες.

Τα χρόνια περνούσαν και το χωριό μεγάλωνε, ρίζωνε και έπαιρνε μορφή στους πρόποδες του λόφου Τζαραχά, με τον κάμπο της «Μπέλας» στα πόδια του και στο βάθος τον Αλφειό, κι απέναντι τα χωριά της Ηλείας. Στον κάμπο και στις γύρω πλαγιές υπήρχαν μικρά ξωκλήσια , σχεδόν κάθε σόι είχε το δικό του, κοντά στα χωράφια του.

Μα η πιο παλιά, η κεντρική εκκλησία του χωριού, ήταν ο Άι Βασίλης: ένα ταπεινό εκκλησάκι, με πέτρινους τοίχους και πέτρινες πλάκες στο δάπεδο και σκαλιστό ξύλινο τέμπλο. Πάνω από την είσοδο, η χρονιά 1824 χαραγμένη σε μια πέτρα.

Όμως, όσο το χωριό μεγάλωνε, ο Άγιος Βασίλης έμενε μικρός και μακριά. Έτσι, ύστερα από πολλές κουβέντες, αποφάσισαν όλοι να χτίσουν μια μεγάλη εκκλησία στο κέντρο δίπλα από εκεί που είχαν χτίσει πρόσφατα το σχολείο, σε μέρος ανοιχτό, προσβάσιμο από κάθε σπίτι.

Στα ξωκλήσια ήταν αφιερωμένα Άγιο Ιωάννη, Άγιο Αθανάσιο, Άγιο Γιώργη, Άγιο Κωνσταντίνο, Άγιο Νικόλα. Όπως πάντα έλεγαν, έλειπε ένα εκκλησάκι αφιερωμένο στην Παναγία.
Έτσι, αποφάσισαν να την αφιερώσουν στην Κοίμηση της Θεοτόκου. Κι όλοι συμφώνησαν πρόθυμα , κάποιοι γιατί πίστευαν πως η Παναγιά θα τους φωτίσει και θα τους προστατεύει, και κάποιοι πιο γλεντζέδες χάρηκαν κι αυτοί: επιτέλους θα είχαν πανηγύρι τον Δεκαπενταύγουστο.

Η κατασκευή άρχισε. Στόχος να γίνει μια μεγάλη, πετρόκτιστη εκκλησία — όμορφη, γερή και “φυσικά πιο εντυπωσιακή από τον Αϊ-Λια του διπλανού χωριού”! Με το ξεκίνημα κατάλαβαν πως δεν ήταν τόσο εύκολο∙ άλλαξαν τέσσερις κουμπανιές μαστόρους ώσπου να βρουν αυτούς που με την τέχνη τους θα μπορούσαν να κάνουν πράξη αυτό που ζητούσε η επιτροπή και κατ’ επέκταση όλο το χωριό.

Χρειάστηκαν περίπου δύο χρόνια και τη βοήθεια όλων των συγχωριανών, είτε με χρήματα είτε με προσωπική εργασία, ώσπου να φτάσει η ώρα που η εκκλησία θα στεκόταν ψηλή κι επιβλητική, έτοιμη για την πρώτη της λειτουργία . Εκτός από ένα πράγμα: έλειπε η καμπάνα.
Μα πώς να ’χεις εκκλησία χωρίς καμπάνα;
Ήθελαν μια μεγάλη, βαριά καμπάνα, να αντηχεί ως το ποτάμι κι ακόμη παραπέρα, στα χωριά της Ηλείας. Όμως τα χρήματα είχαν τελειώσει. Να περιμένουν; Δεν είχαν υπομονή∙ ήθελαν οι λειτουργίες και τα μυστήρια να γίνονται εκεί.
Πολλές συζητήσεις και διάφορες γνώμες ακούστηκαν. Τελικά επικράτησε η πλειοψηφία: να πάρουν την καμπάνα του Άι Βασίλη και να τη μεταφέρουν στην Παναγία.

Ύστερα ξεκίνησαν οι συζητήσεις για το πώς θα γίνει η μεταφορά. Ο καθένας είχε και μια πρόταση: πώς θα κατέβει, πώς θα μεταφερθεί και τέλος πώς θα τοποθετηθεί στη νέα της θέση.
Αφού συμφώνησαν όλοι στις λεπτομέρειες, όρισαν τη μέρα για τη μεταφορά.
Όλο το χωριό μαζεύτηκε: οι νέοι για να βοηθήσουν, οι μεγαλύτεροι για να συμβουλεύουν, οι γυναίκες για να προσευχηθούν να μη γίνει ζημιά, και τα παιδιά — γιατί τα παιδιά πάντα τρέχουν πίσω από τους μεγάλους με περιέργεια, απλώς γιατί «κάτι γινόταν».
Πριν ανέβουν να τη λύσουν, κάποιος φώναξε:
— Να τη χτυπήσουμε, για τελευταία φορά!
— Ναι, να την χτυπήσουμε, να την χτυπήσουμε! συμφώνησαν όλοι.

Άρχισε λοιπόν ο πρόεδρος να τραβάει το σκοινί και η καμπάνα να χτυπά δυνατά, γρήγορα, χαρμόσυνα. Ο ήχος πλημμύρισε τον αέρα: καθαρός, γλυκός, μελωδικός. Τα βλέμματα όλων καρφωμένα στο καμπαναριό, οι γυναίκες σταυροκοπιούνταν, κάποιοι δάκρυσαν. Ίσως, μέσα τους, να ζήτησαν συγγνώμη απ’ τον Άγιο — που τον «ακρωτηρίαζαν» για χάρη του νέου ναού.

Κι ενώ ο ήχος ακόμα αντηχούσε, και τα βλέμματα δεν είχαν προλάβει να στραφούν αλλού , η καμπάνα, ξαφνικά, βρέθηκε στο έδαφος. Κανείς δεν κατάλαβε πώς. Δεν την είδαν να πέφτει. Μόνο την είδαν μπροστά τους, όρθια, άθικτη, χωρίς να έχει ραγίσει. Και το κυριότερο — χωρίς να έχει τραυματιστεί κανένας απ’ όλους που ήταν μαζεμένοι κάτω από το καμπαναριό.
Όλο το χωριό πάγωσε ,δεν ακουγόταν ούτε οι ανάσες τους. Κάποιοι έκαναν τον σταυρό τους και δόξαζαν το όνομα του Κυρίου. Όλοι σκέφτηκαν πως ήταν ένα μικρό θαύμα, αλλά κανένας δεν το σχολίασε. Όλοι το κράτησαν μέσα τους, σαν να μην έγινε κάτι .
Φοβόντουσαν ακόμα και να το πουν, μήπως ο Άγιος θυμώσει τελικά που του πήραν την καμπάνα.
Όμως η αλήθεια είναι πως δεν την πήραν, τους την έδωσε.
Στη συνέχεια όλα κύλησαν κατ’ ευχήν: η μεταφορά έγινε χωρίς απρόοπτα και η τοποθέτηση στο νέο καμπαναριό εύκολα.
Έτσι, η καινούργια εκκλησία είχε καμπάνα και το χωριό νέα μεγάλη εκκλησία.
Ο χρόνος κυλούσε. Η καμπάνα ήταν εκεί να σημαίνει τις κυριακάτικες λειτουργίες, τους εσπερινούς, αλλά και τα ξαφνικά γεγονότα.
Αυτή ακούστηκε με ήχο γρήγορο και δυνατό όταν άρχισε ο πόλεμος το 1940. Αυτή ήχησε και μελωδικά, χαρμόσυνα, ελπιδοφόρα όταν οι Γερμανοί έφυγαν από τη χώρα μας.
Αυτή χτυπούσε βαριά, αργά, στενάχωρα στον Εμφύλιο που ξέσπασε αργότερα, βλέποντας το χωριό να μοιράζεται.

Κι όταν όλες αυτές οι δοκιμασίες τελείωσαν και η κανονική, ειρηνική ζωή ξανάρχισε, όλοι θυμούνταν πως η καμπάνα που ήθελαν για την εκκλησία τους ποτέ δεν είχαν καταφέρει να την αποκτήσουν.
Είχε έρθει η ώρα να κάνουν αυτό το τελευταίο βήμα, μετά από περίπου δεκαπέντε χρόνια.
Όλο το χωριό έδωσε ό,τι μπορούσε από το υστέρημά του για να την αγοράσουν.
Με μεγάλη χαρά παρέλαβαν τη νέα καμπάνα και την τοποθέτησαν δίπλα από την καμπάνα του Άι Βασίλη.
Η νέα θα ήταν η μεγάλη, που θα σήμαινε στις κυριακάτικες λειτουργίες και στις μεγάλες γιορτές, και η παλιά θα ήταν για τους εσπερινούς και για το σχολείο. (Κάθε πρωί και απόγευμα, για να πάνε τα παιδιά στο σχολείο, χτυπούσε η καμπάνα, καθώς εκείνα τα χρόνια δεν είχαν όλα τα σπίτια ρολόι — και να είχαν, σίγουρα δεν είχαν τα παιδιά που ήταν συνέχεια έξω.)

Όμως, μετά από λίγες εβδομάδες, η καμπάνα ράγισε — ο ήχος της ήταν σαν να χτυπούσαν μέταλλα μεταξύ τους.
Ξανά απ’ την αρχή λοιπόν: να μαζέψουν χρήματα. Οι μόνιμοι κάτοικοι δεν είχαν και πολλά να προσφέρουν, στράφηκαν σε αυτούς που ζούσαν στις πόλεις, όχι ότι αυτοί ήταν πλούσιοι.
Μαζεύτηκαν τα χρήματα, έγινε νέα παραγγελία, και για δεύτερη φορά τοποθέτησαν νέα μεγάλη καμπάνα.
Ήταν μεγάλη η απογοήτευση όλων όταν κι αυτή, σε πολύ μικρό χρονικό διάστημα, έσπασε.
Τότε άρχισαν να λένε , και λίγο πιο έξω πλέον , αυτό που πολλοί είχαν σκεφτεί και το συζητούσαν σιγανά μέσα στα σπίτια τους:
Όλο αυτό είχε συμβεί γιατί δεν είχαν φερθεί σωστά.
Όταν δανείζεσαι κάτι, οφείλεις να το επιστρέψεις όταν πια δεν το χρειάζεσαι ή μάλλον, όταν πάψεις να έχεις την ανάγκη που σε έκανε να το δανειστείς. Δεν είναι ηθικό να εκμεταλλεύεσαι τη γενναιοδωρία του δανειστή.
Έτσι κι οι κάτοικοι του χωριού όφειλαν να επιστρέψουν την καμπάνα στο καμπαναριό του Άι Βασίλη, που με τόση ευκολία τους την είχε δώσει.

Όλο και περισσότεροι το έλεγαν πως ο Άι Βασίλης «τους τιμωρεί». Όλοι θυμούνταν τον τρόπο που κατέβηκε η καμπάνα όταν ήταν να την πάρουν, και οι περισσότεροι πίστευαν πως ήταν ένα θαύμα.
Οι ξενιτεμένοι βοήθησαν οικονομικά περισσότερο αυτή τη φορά για την αγορά της τρίτης κατά σειρά καμπάνας για την Παναγία.
Όλοι πλέον το έλεγαν και δυνατά και δημόσια πως την ίδια στιγμή που θα κρεμάσουν τη νέα καμπάνα, θα πάρουν και την άλλη να την επιστρέψουν στη θέση της.

Και έτσι έγινε. Η νέα καμπάνα ήρθε, τοποθετήθηκε, η καμπάνα του Άι Βασίλη επέστρεψε στη θέση της, και όλα έγιναν χωρίς τίποτα να δυσκολέψει αυτές τις εργασίες.
Το χωριό έχει τη νέα του εκκλησία, με τη μεγάλη καμπάνα να σημαίνει χαρές και λύπες.
Αργότερα τη σύνδεσαν και με ένα ρολόι που έβαλαν στο καμπαναριό και σημαίνει τις ώρες.
Είναι εκεί για περισσότερα από εβδομήντα χρόνια, να σημαίνει και να χτυπά στις καρδιές όλων τις κυριακάτικες λειτουργίες, τις μεγάλες γιορτές, τη χαρά της Ανάστασης αλλά και το πένθος της Μεγάλης Παρασκευής ή τις λύπες και τα ξαφνικά δυσάρεστα γεγονότα του χωριού.

Το χωριό μεγάλωσε, αλλά με το πέρασμα των χρόνων σιγά σιγά άρχισε να ερημώνει από κατοίκους, όπως τα περισσότερα μικρά, απομακρυσμένα χωριά.
Οι λειτουργίες γίνονται όλο και λιγότερες, όμως η καμπάνα είναι εκεί — για να σημαίνει.
Είναι εκεί πάντα και σημαίνει την ώρα, κάθε μέρα, όλο το εικοσιτετράωρο.

Εκεί είναι όμως και η καμπάνα του Άι Βασίλη, που σημαίνει μια φορά τον χρόνο — κάθε φορά στη Χάρη Του, κάθε Πρωτοχρονιά, για να μας καλωσορίζει στον νέο χρόνο και να μας θυμίζει πόσο σημαντικό είναι να προσφέρουμε σε αυτόν που έχει ανάγκη και πως δεν πρέπει να καταχραζόμαστε την καλοσύνη και την προσφορά που μας δίνουν.

Οκτώβριος 2025
Ζωή Κωστάρα!!

Ομφαλός της γης

add
Share This Article