Ως που μια μέρα τους κάλεσε η πατρίδα. Ήρθε η ώρα για να πολεμήσουν, να δείξουν την αγάπη τους, και αν χρειαστεί και να πεθάνουν γι` αυτήν.

mike
By
7 Views
10 Min Read

Ηταν δυο άνθρωποι από τόπους ξένους, δεν γνώριζαν ο ένας την ύπαρξη του άλλου. Όταν ήταν μικροί έπαιζαν ο καθένας με τους φίλους τους δικούς του. Έπαιζαν μπάλα, κυνηγητό, κλέφτες κι αστυνόμους, τα ίδια παιχνίδια σε κάποιες γωνιές μακρινές στις γειτονιές του κόσμου.

Μεγάλωναν όπως όλα τα κανονικά παιδιά παντού στην γη.

Είχαν αγάπη, και φροντίδα από τις οικογένειες τους. Στο σχολειό μάθαιναν γραφή, ανάγνωση, και ιστορία.

Εκεί απ` όταν ήταν μικροί τους φύτεψαν τον σπόρο του μίσους για τον εχθρό. Έμαθαν πως πρέπει να τον σκοτώνουν. Ήταν καθήκον τους. Τα ίδια πράγματα, σε δυο άγνωστους ανθρώπους μεταξύ τους, κι` από ξένους τόπους φύτευαν μέσα τους το ίδιο μίσος, το ίδιο δηλητήριο. Τους είπαν πως αν χρειαστεί πρέπει να δώσουν και την ζωή τους ακόμα, γιατί έτσι έπρεπε κι` έτσι ήταν το σωστό.

Μεγάλωσαν γίναν άντρες στιβαροί και παντρεύτηκαν εκείνες που αγάπησαν. Σαν τα πουλιά άνοιξαν φτερά και έκαναν δικό τους σπιτικό. Γυναίκα, δουλειά, ήρθαν και τα παιδιά, μια οικογένεια πραγματική. Παράλληλες ζωές και τόσο όμοιες σαν το μίσος που τους είχαν εμφυσήσει. Τίποτα δεν φαινόταν να χαλάει την ευτυχία των δυο άγνωστων.

Ως που μια μέρα τους κάλεσε η πατρίδα. Ήρθε η ώρα για να πολεμήσουν, να δείξουν την αγάπη τους, και αν χρειαστεί και να πεθάνουν γι` αυτήν. Χωρίς κανένα ενδοιασμό οι δυο άγνωστοι από διαφορετικούς τόπους, μα με τόσο ίδιες ζωές αποχαιρέτησαν τους δικούς τους. Πήγαν με χαρά εκεί που θα έπιανε τόπο εκείνο το ξεχασμένο μίσος που κοιμόταν.

Μα να τώρα που ξύπνησε ακόμα πιο δυνατό και για τους δυο.

Χωρίς να υπολογίσουν κανέναν κίνδυνο, μπήκαν στις πιο επικίνδυνες αποστολές. Βρέθηκαν στην πρώτη γραμμή κατά του μισητού εχθρού. Ήταν η ώρα οι ρίζες του μίσους να απλώσουν και ν` ανθίσουν τα κλωνιά τους. Ήθελαν τόσο πολύ να συντρίψουν να καταστρέψουν να λεηλατήσουν τις σάρκες του αντίπαλου.

Έτσι κάποιο πρωί βρέθηκαν σε χαρακώματα τόσο κοντά. Οι σφαίρες έπεφταν γύρω τους βροχή, εκρήξεις, φωτιά, και σίδερο.

Βογγητά και αίμα από παντού, μόνο που λίγο λίγο σιγούσαν γιατί πέθαιναν. Στα μάτια τους υπήρχε μόνο ο θάνατος. Επρεπε η να σκοτώσουν, η να σκοτωθούν. Αυτό ήξεραν γιατί αυτό τους είχαν διδαχθεί. Δεν ήξεραν αν γύρω τους υπήρχε ζωή η όχι. Έπρεπε να κάνουν το καθήκον τους. Στα πυρά, οι δυο τους είχαν απομείνει, απαντούσαν με πυρά και μαζί και εναλλάξ.

Μετά από κάμποση ώρα ανταλλαγής πυροβολισμών η μια πλευρά ησύχασε. Ο άλλος απόρησε αλλά είχε τα μάτια του ανοιχτά μην αιφνιδιαστεί.

Πέρασε κάμποση ώρα και αποφάσισε να βγει. Η αυτός η ο εχθρός. Ήταν έτοιμος για όλα πια. Πέρασε με πολύ προσοχή στο απέναντι χαράκωμα. Από μακριά άκουσε βογγητά πόνου.

Πλησίασε με ακόμα μεγαλύτερη προσοχή και αφουγκράστηκε.

Ναι τώρα τα βογγητά ακούγονταν πιο καθαρά, και μια άγνωστη γι` αυτόν γλώσσα να μπερδεύεται μαζί τους. Τώρα μπορούσε να τον δει. Ήταν ξαπλωμένος σε μια λίμνη από αίμα από τις δικές του σφαίρες Χωρίς να διστάσει στιγμή σήκωσε το όπλο του και σημάδεψε στην καρδιά τον μισητό εχθρό. Η απόσταση πια ήταν πολύ μικρή δεν θα αστοχούσε.

Ο αντίπαλος εκείνος τον οποίο πίστευε πως μισούσε σήκωσε με κόπο το κεφάλι του και τον κοίταξε στα μάτια. Αισθανόταν πως η ζωή του ήταν στα χέρια του άλλου και πως το τέλος του ήταν κοντά.

Ομως δεν τον τρόμαζε ο θάνατος. Λυπόταν για κάτι άλλο. Προσπάθησε να ανασηκωθεί λέγοντας κάποιες λέξεις που ο εχθρός του δεν καταλάβαινε. Δεν καταλάβαινε, μα τις ένοιωθε

Κοιτάχτηκαν για λίγο στα μάτια χωρίς να μιλάνε. Ο ένας μέσα στα αίματα και ο άλλος με το όπλο να τον σημαδεύει.

Τι περίεργο όμως.

Εκείνο το μίσος που είχε φυτευτεί όλα τα χρόνια της ζωής τους τώρα σαν να μην το αισθάνονταν. Δεν το ένοιωθαν πια.

Μόνο κοιτάζονταν μ `έναν τρόπο πρωτόγνωρο και για τους δυο. Σαν να ανοιγόταν μπροστά τους κάτι που δεν είχαν ποτέ τους καν φανταστεί. Ενας άλλος κόσμος διαφορετικός από εκείνον που έφερνε θάνατο. Από τον λαιμό του τραυματία φάνηκε μια αλυσίδα με ένα μενταγιόν.

Τα αιματοβαμμένα χέρια του τρεμάμενα το έπιασαν και προσπάθησαν να το φιλήσουν. Ο αντίπαλος του ο εχθρός του σάστισε για μια στιγμή. Κατέβασε το όπλο και τον πλησίασε.

Πήρε με προσοχή το μενταγιόν στα χέρια του και το άνοιξε.

Τα μάτια του αντίκρυσαν μια φωτογραφία μέσα του. Ήταν ο πεσμένος ΑΝΘΡΩΠΟΣ μια όμορφη γυναίκα και δυο μικρά παιδιά.

Έδειχναν τόσο ευτυχισμένοι όλοι τους και τους αισθάνθηκε τόσο οικείους. Σαν να ήταν γείτονες του, φίλοι του, συγγενείς του.

Στις σκέψεις του ήρθε η δική του οικογένεια. Είχε και εκείνος μια φωτογραφία πάντα μαζί του. Την έβγαλε από την τσέπη του

Ήταν σχεδόν ίδιες. Μια όμορφη γυναίκα, και δυο παιδιά ευτυχισμένα στην αγκαλιά του. Την έδειξε σε κείνον που μέχρι πριν ήθελε να του αφαιρέσει την ζωή.

Κοιτάχτηκαν.

Δεν ακούγονταν τώρα πια πυροβολισμοί, ούτε κρότοι από βόμβες. Ησυχία τέτοια που οι ανάσες τους θαρρείς πως μοίραζαν γύρω τους μόνο αγάπη.

Ήταν δυο άγνωστοι αλλά τους έδεναν τόσα. Δεν τους χώριζε τίποτα από εκείνα που τους είχαν μάθει όπως νόμιζαν.

Εκείνος που μέχρι πριν κρατούσε το όπλο, έβγαλε το κράνος και σκούπισε με την αναστροφή του χεριού του το μέτωπό του.

Τα μάτια και των δυο ταυτόχρονα πλημμύρισαν δάκρυα.

Επεσαν ο ένας στην αγκαλιά του άλλου.

Ξαφνικά εκείνος που δεν ήταν χτυπημένος, άφησε κάτω την φωτογραφία και βγάζοντας την μπλούζα που φορούσε από μέσα προσπάθησε να σταματήσει την αιμορραγία του “εχθρού”.

Είχαν πάρει μαθήματα τι πρέπει να κάνουν σε τέτοιες περιπτώσεις Η αιμορραγία του αντίπαλού του σταμάτησε όταν ακούστηκαν από μακριά φωνές που πλησίαζαν. Ήταν συνάδελφοι του πληγωμένου άντρα. Εκείνος που βοήθησε τον τραυματία έδωσε μια και έφυγε όσο πιο γρήγορα μπορούσε.

Έτρεξε στα δικά του χαρακώματα ελπίζοντας πως ο λαβωμένος που νόμιζε εχθρό θα σωνόταν. Προσευχήθηκε και στον δικό του θεό και στου άλλου για να τα καταφέρει.

Ο πόλεμος τέλειωσε τα χρόνια πέρασαν αλλά ποτέ του δεν μπορούσε να ξεχάσει Ποτέ του δεν έφυγε από την μνήμη του εκείνο το βλέμμα του “εχθρού” Και ποτέ του δεν στέγνωσαν τα δάκρυα που πότισαν τα ρούχα τους.
Αραγε να έζησε ? Να τα κατάφερε ? Το ευχόταν με όλη του την καρδιά.
*
Είχε πια γίνει παππούς όταν μια μέρα που έκανε κάποιες δουλειές στον μικρό κήπο του σπιτιού, σταμάτησε στην πόρτα ένα ταξί

Από μέσα κατέβηκε ένας ασπρομάλλης, με μια γυναίκα ίδιας πάνω κάτω ηλικίας.

Δεν έδωσε σημασία και συνέχισε τις δουλειές στον κήπο.

Ακουσε μια φωνή με παράξενη προφορά να φωνάζει το όνομά του. Σήκωσε το κεφάλι του παραξενεμένος. Δεν περίμενε κανέναν από το εξωτερικό. Ο ασπρομάλλης άγνωστος που κατέβηκε από το ταξί επανέλαβε με την ίδια προφορά το όνομα του.

Του είπε πως ναι είναι αυτός του οποίου το όνομα αναφέρει.

Τότε ο επισκέπτης τον ρώτησε πολύ ευγενικά αν μπορεί να περάσει. Φαινόταν τόσο αξιοπρεπέστατος και αυτός και η γυναίκα του

Δίχως καθόλου να το σκεφτεί ο οικοδεσπότης τους είπε πως φυσικά. Τώρα όμως που ήρθαν κοντά σαν κάτι να του θύμιζε. Τα μάτια του ναι. Ειδικά εκείνα τα μάτια.

Ήταν σίγουρος πως τα ήξερε αλλά δεν θυμόταν από που.

Ο άγνωστος επισκέπτης χωρίς να πει κουβέντα έβγαλε από την τσέπη του σακακιού του ένα πορτοφόλι. Το άνοιξε και από μέσα του έβγαλε μια παλιά φωτογραφία και κάποια χαρτιά με τα στοιχεία του που κάποτε του ανήκαν και χάθηκαν τότε με την φωτογραφία.

Την κοίταξε…..

Ήταν εκείνη που είχε βγάλει τότε στο χαράκωμα στον αντίπαλό του και δεν πρόλαβε να την πάρει. Τα χαρτιά με τα στοιχεία του που θα είχαν πέσει εκεί. Σήκωσε τα κεφάλι του και αντίκρισε το βλέμμα του άγνωστου επισκέπτη πλημμυρισμένο από δάκρυα.

Ξεχύθηκαν και τα δικά του σαν ποτάμι για να απαντήσουν τα δικά του Επεσαν ο ένας στην αγκαλιά του άλλου μιλώντας ο καθένας την μητρική του γλώσσα. Δεν καταλάβαιναν τι έλεγαν

Μα τι σημασία είχε. Αισθάνονταν.

Κι` αυτό που αισθάνονταν, δεν είχε καμιά σχέση με εκείνα που από μικρά παιδιά τους δηλητηρίαζαν την ψυχή, και το μυαλό.

Από το κατώφλι του σπιτιού βγήκε η οικογένειά του του ανθρώπου που έμενε σ` αυτό αντικρίζοντας δυο άντρες αγκαλιασμένους, και μια κυρία να στέκεται με απέραντο σεβασμό πιο δίπλα και κείνη δακρυσμένη.

Πέρασαν όλοι μέσα Δεν είναι τόσο ότι είχαν να πουν πολλά

Είχαν πιο πολλά να αισθανθούν.

Είναι από τις περιπτώσεις που η σιωπή είναι πιο φλύαρη κι` από τα περισσότερα λόγια.

12 Αυγούστου 2018

Τάκης Θηβαίος

Ομφαλός της γης ΙΙ

add
TAGGED:
Share This Article