Το νυφοστόλι της Κυριακούλας – Καλοκαίρι 1956, ένα χωριό της Ρούμελης

mike
By
4 Views
3 Min Read

Η Κυριακούλα δεν είχε κοιμηθεί όλο το βράδυ. Όχι από χαρά. Από το βάρος.

Από τα πέντε της χρόνια θυμόταν τη μάνα της, τη Φρόσω, σκυμμένη στον αργαλειό. Χειμώνα καλοκαίρι. «Να έχεις προικιά, κορίτσι μου. Να μη σε πούνε ξυπόλητη». Δώδεκα χρόνια ύφαινε και κεντούσε. Βελέντζες με ρόδια για γονιμότητα. Πέσκιρια με κυπαρίσσια για την αιώνια ζωή. Τραπεζομάντηλα με πουλιά, γιατί το σπίτι να έχει χαρά. Το κάθε σεμέν είχε μέσα δυο-τρία δάκρυα της Φρόσως. Από την κούραση, από τον φόβο μην πεθάνει και αφήσει την κόρη της απροίκιστη.

Σήμερα τα έστρωσαν στο παλιό κρεβάτι. Το «νυφοστόλι». Ήταν η τέχνη της θειάς-Λενιώς. Αυτή ήξερε πώς να στήσει τα προικιά για να δείχνουν διπλά. Πρώτα οι χοντρές βελέντζες, μετά τα στρωσίδια, πάνω τα σεμέν διπλωμένα με την άκρη του κεντήματος να φαίνεται. Το σπίτι μοσχομύριζε ναφθαλίνη και βασιλικό.

Η Φρόσω της έπιασε το χέρι. Τα δάχτυλά της ήταν σκληρά, παραμορφωμένα από τη σαΐτα του αργαλειού. Δεν μίλησε. Τι να πει;

Ότι ο μεγάλος της γιος, ο Μήτσος, ήταν χρόνια μετανάστης στην Αυστραλία; Ότι έστελνε λίρες για να αγοράσουν τα νήματα; Ότι η προίκα της Κυριακούλας ήταν ο ξενιτεμός του αδερφού της;

Η Κυριακούλα κοίταξε τα κεντήματα και ένιωσε να πνίγεται. Δεν έβλεπε προίκα. Έβλεπε τα βράδια που η μάνα της δεν έσβησε τη λάμπα. Έβλεπε τον αδερφό της να φορτώνει σακιά στο λιμάνι της Μελβούρνης. Έβλεπε όλα τα «όχι» της ζωής τους για να γίνει αυτό το «ναι» στον γάμο.

Απέξω, στο παράθυρο, οι γειτόνισσες. Η κυρά-Βασίλω, η κυρά-Παγώνα, η μικρή η Μαρίτσα που ακόμα έπαιζε με τις κούκλες. Ψιθύριζαν.
«Κοίτα κέντημα…»
«Η Φρόσω έχει χρυσά χέρια.»
«Είναι πολλά τα προικιά. Θα την πάρει και χωρίς σπίτι ο Γιωργής.»
«Τυχερή η Κυριακούλα.»

Τυχερή. Η Κυριακούλα δάγκωσε τα χείλη. Τυχερή που η μάνα της γέρασε δέκα χρόνια σε πέντε. Τυχερή που ο αδερφός της δεν θα δει τον γάμο της. Τυχερή που η αξία της μετριόταν σε πεσκίρια.

Η Φρόσω της έσφιξε το χέρι. Μόνο αυτό. Σε εκείνο το σφίξιμο ήταν όλη η αγάπη του κόσμου και όλη η αδικία του. Ήταν η συγγνώμη που δεν ειπώθηκε ποτέ. Ήταν η υπόσχεση: «Σου έδωσα ό,τι μπορούσα, παιδί μου. Τώρα να ζήσεις.»

Σε μια ώρα θα έρχονταν οι συμπεθέροι να δουν το νυφοστόλι. Να μετρήσουν, να κρίνουν, να πουν το «ναι». Και η Κυριακούλα, με το παραδοσιακό της φόρεμα και τα λουλούδια στα μαλλιά, θα στεκόταν εκεί. Όχι μόνο νύφη. Σύμβολο. Θυσίας και αγάπης μαζί.

Γιατί στα δικά τους χρόνια, έτσι ήταν. Αν δεν τα έβρισκαν οι συμπεθέροι στην προίκα, χαλούσε το προξενιό και τα αγόρια ξενιτεύονταν για να προικίσουν τις αδερφές.

Άννα Δανάλη

Ομφαλός της γης ΙΙ

add
Share This Article