Δυο άντρες την αγαπούσαν την Άννα. Ο ένας φανερά, ο άλλος κρυφά.

mike
By
5 Views
11 Min Read

Ο ένας ήταν ο Κωστής, ο αγαπημένος δεύτερος καπετάνιος του πατέρα της. Ο άλλος, ήταν ο Νικόλας, ο δάσκαλος.

Την είχε γνωρίσει την πρώτη μέρα του σχολείου, όταν η Άννα συνόδεψε η ίδια τον μικρό της αδελφό που τέλειωνε το δημοτικό, γιατί η μάνα τους είχε κρεβατωθεί με την μέση της και ο πατέρας ως συνήθως, έλειπε σε ταξίδι. Μπήκε μέσα η Άννα, με την ψηλή κορμοστασιά και τα ξανθά της μαλλιά πλεγμένα σε μια χοντρή πλεξούδα που έπεφτε βαριά στη πλάτη της, και ήταν σαν να φωτίστηκε όλη η τάξη. Ποια τάξη…Όλη η πλάση φωτίστηκε στα μάτια του Νικόλα, αλλά δεν τόδειξε. Συστήθηκε ευγενικά, χάιδεψε το κεφάλι του Δημητράκη, μίλησαν για λίγο για το ταλέντο που είχε ο μικρός με τα νούμερα και τις πράξεις και την απέχθεια του για την γλώσσα. Ο Νικόλας είπε πως κάθε παιδί έχει δυνατότητες με τον κατάλληλο δάσκαλο να αγαπήσει την ελληνική γλώσσα, στην οποία ο ίδιος είχε λατρεία. Σ’ αυτό, βρήκε σύμμαχο την Άννα, που διάβαζε από μικρή ότι βιβλίο έπεφτε στα χέρια της. Χαμογέλασαν ο ένας στον άλλον, σαν συνωμότες, που μοιράζονταν ένα σπάνιο μυστικό. Η Άννα βγήκε απ΄το σχολείο κουβαλώντας μια γλυκιά αίσθηση και μια συμπάθεια για τον καινούργιο δάσκαλο, ο Νικόλας όμως, ένιωσε κεραυνοχτυπημένος. Ήλπιζε σε επόμενες συναντήσεις με την Άννα, όμως πέρασαν βδομάδες μέχρι να την ξαναδεί, μια που η μάνα τους καλυτέρεψε και συνόδευε εκείνη τον γιό της στο σχολειό του. H Άννα εξ’ άλλου, δύσκολα ξεκόλλαγε από το εργαστήρι της. Από την ώρα που τελείωσε το σχολείο, χανόταν με τις ώρες πλάθοντας μικρά αριστουργήματα, και ο πηλός, λες και ήταν απαραίτητο συμπλήρωμα των χεριών της. Από μικρή έπιαναν τα χέρια της, καταπιάνονταν με κάθε είδους χειροτεχνίες, αλλά όταν ανακάλυψε την αγγειοπλαστική, όλα τα άλλα ξεθώριασαν. Μέχρι τώρα, δεν είχε τολμήσει να πουλήσει τα έργα της, μόνο τα δώριζε στις φίλες της και σε συγγενείς που τους άρεσαν. Την έτρωγαν όμως οι γύρω, που της παράγγελναν δώρα για γάμους και επετείους και επέμεναν να πληρώνουν τις κανάτες και τις πιατέλες της.

Η Άννα, δεν σκεφτόταν τα χρήματα. Για την ακρίβεια, στα δεκαεννιά της, δεν την απασχολούσε ιδιαίτερα η σκέψη για το μέλλον. Ήταν απόλυτα ικανοποιημένη με τις φίλες της, την «τέχνη» της, το σπίτι της με τους δυο αδελφούς της και την μάνα της. Γιατί ο πατέρας, ήταν ακριβοθώρητος και γι αυτό και πολυαγαπημένος. Τις μέρες που ήταν στο σπίτι εκείνος, είχαν γιορτή. Στρωνόταν το καλό τραπεζομάντηλο, μαγειρευόταν ψητό στο φούρνο με πατάτες, η Άννα έπλενε σχολαστικά τον πηλό απ΄τα νύχια της, τα αγόρια κρέμονταν απ΄τα λόγια του πατέρα και η μάνα έλαμπε. Έτσι βρέθηκαν όλοι μαζί γύρω απ΄το τραπέζι και την πρώτη φορά που ο πατέρας έφερε μουσαφίρη τον Κωστή. Τον είχε δυο χρόνια τώρα μαζί του στο καράβι, αλλά μόλις σήμερα αποφάσισε να τον γνωρίσει στην φαμίλια του. Έπρεπε πρώτα να τον τσεκάρει καλά, να τον «ξεσκονίσει» από πάνω ως κάτω. Ο Κωστής, ορφανός από πατέρα, βρήκε στο πρόσωπο του καπετάνιου τον πατέρα που του έλειπε. Κι ο καπεταν Παντελής, βρήκε στον νεαρό τον ιδανικό γαμπρό. Γιατί κρυφά απ΄όλους, για γαμπρό του τον προόριζε, όταν διαπίστωσε τον αδαμάντινο και σπάνιο χαρακτήρα του. Ωραίος άντρας ο Κωστής, ευγενικός και με χάρισμα στον λόγο. Όχι μόνο όμως στις λέξεις. Ο Κωστής, είχε μπέσα. Όταν έδινε λόγο, τον κρατούσε. Τον είχε τεστάρει ο Παντελής, τόσους μήνες οι δυο τους στη δουλειά. Και τώρα, τον έφερε, ελπίζοντας η μονάκριβη του θυγατέρα, η όμορφη και απόμακρη Άννα, να σηκώσει επιτέλους τα μάτια της και να ΔΕΙ αυτόν τον άντρα, που ο πατέρας της είχε ερήμην της διαλέξει για κείνην. Δεν έδειξε τίποτα ο Παντελής, δεν έδειξε τίποτα κι η Άννα. Όμως δεν την άφησε ασυγκίνητη η θωριά του Κωστή κι η δυνατή του χειραψία.

Η μάνα σέρβιρε το φαγητό σε μια πιατέλα, έργο της κόρης της, και βρήκε ευκαιρία να δειχτεί και να παινέσει το ταλέντο της Άννας, την αγάπη της για την ομορφιά, την νοικοκυροσύνη της. Ήξερε εκείνη, είχε καταλάβει το σχέδιο του αντρός της, κι ας μην της είχε πει τίποτα αυτός. Μάντευε πως για να φέρει αυτόν τον νεαρό ο Παντελής στο σπίτι τους, κάτι είχε στο μυαλό του. Και του είχε εμπιστοσύνη. Άλλωστε ο Κωστής, διαβάζονταν σαν ανοιχτό βιβλίο από την έμπειρη μητέρα. Και αυτό που διάβαζε, της άρεσε. Τέλειωσαν το φαγητό, και ο Παντελής ζήτησε απ΄την κόρη του να πεταχτεί στο ψιλικατζίδικο, να του πάρει λίγο καπνό, που του τελείωνε.
-Δεν παίρνεις και τον Κωστή μαζί σου; Της πέταξε. Να του δείξεις και την πλατεία με τις καφετέριες, να πιείτε και κανα καφέ αν θέλετε…

Ο ένας καφές έγινε δυο και η κουβέντα έρεε σαν δροσερό νεράκι. Τα δυο παιδιά δεν ένιωθαν απλά άνετα μεταξύ τους, αλλά χωρίς να έχει ειπωθεί τίποτα, καταλάβαιναν πως η έλξη που τους τράβαγε να συνεχίζουν την κουβέντα τους, ήταν όχι μόνο αποδεκτή αλλά και ευπρόσδεκτη απ΄ τους γονείς της Άννας. Εκείνη, μπορεί μέχρι τώρα να μην είχε σκεφτεί στα σοβαρά το μέλλον, αλλά αυτός ο άντρας μπροστά της, την έκανε για πρώτη φορά, να το σκεφτεί.

Ο Κωστής ξαναήρθε στο σπίτι τους για φαγητό και την επόμενη φορά, ζήτησε την άδεια να βγάλει αυτός την Άννα έξω.
Όταν ο Νικόλας ξαναείδε την Άννα, εκείνη ήταν ήδη αρραβωνιασμένη. Η μάνα της είχε πολλά τρεχάματα με τις ετοιμασίες για τον γάμο κι έτσι ανάθεσε στην Άννα να πηγαινοφέρνει για κάποιο διάστημα εκείνη τον Δημήτρη στο σχολείο. Μίλησαν με τον Νικόλα για την πρόοδο του μικρού στη γλώσσα, είπαν πάλι για βιβλία και πόσο σημαντικό ήταν το διάβασμα για τόσο πολλά πράγματα…
-Δυστυχώς, δεν έχω πολύ χρόνο για να διαβάζω αυτό τον καιρό. Είπε η Άννα. Σε δυο μήνες παντρεύομαι και ετοιμάζουμε με την μάνα μου το σπίτι μου. Μόλις γυρίσει ο πατέρας απ’ το ταξίδι, θα γίνει κι ο γάμος…

Ο Νικόλας μαράθηκε.
Αλλά και ο πατέρας, δεν γύρισε ποτέ απ΄ το ταξίδι. Ούτε ο Κωστής που ταξίδευε μαζί του. Το πλοίο τους βυθίστηκε κάπου στον Ατλαντικό και ποτέ δεν βρέθηκαν τα άψυχα σώματα τους.
Το σπίτι, ντύθηκε στα μαύρα. Η Άννα έκλαψε, μέχρι που δεν είχε πια άλλα δάκρυα. Η μάνα της αντίθετα, δεν έχυσε μπροστά στα παιδιά της, ούτε ένα δάκρυ. Μια ρυτίδα μόνο χαράκωσε για πάντα το κενό ανάμεσα στα φρύδια της και το στόμα της σφίχτηκε αγέλαστο. Και στα σαράντα των νεκρών τους, η Άννα κατάλαβε πως είχε περάσει προ πολλού η ημερομηνία που θά πρεπε να της έρθει περίοδος. Κλαίγοντας πάλι για άλλη μια φορά, το είπε στην μάνα της. Κι εκείνη, σήκωσε αγόγγυστα κι αυτόν τον σταυρό. Είπε στην θυγατέρα της, πως θά ταν αμαρτία στην μνήμη του πατέρα της και του αρραβωνιαστικού της, να μην γεννηθεί αυτό το παιδί. Το ένιωσε σαν σημάδι, σαν μήνυμα των πεθαμένων τους. Σαν να τους έλεγαν οι δυο άντρες, πως η ζωή συνεχίζεται, πως ένα αγγελούδι θά ρθει στο σπίτι τους, να γλυκάνει τις πίκρες τους. Κι η Άννα το δέχτηκε και γαλήνεψε.
Και πέρασαν τρεις μήνες και ήρθε η μέρα να αποφοιτήσει ο Δημήτρης απ΄ το δημοτικό και ο Γιάννης απ΄ το γυμνάσιο. Και η Άννα πήγε με την μάνα της, στην γιορτή του σχολείου. Κι εκεί ο Νικόλας πρόσεξε τα μαύρα ρούχα της και την φουσκωμένη της κοιλιά. Και δεν πέρασαν τρεις μέρες και εμφανίστηκε στην πόρτα της. «Να σου μιλήσω θέλω» είπε μόνο.

Η Άννα έριξε κάτι πάνω της και βγήκε.
«Σ’ αγαπώ πολύ καιρό» της είπε. «Κι εσένα και κάθε τι δικό σου. Παντρέψου με, και θα το μεγαλώσουμε μαζί.»
«Θά χει καλό δάσκαλο» γέλασε πικρά η Άννα.
Είδε όμως στα μάτια του, πως αλήθεια την αγαπούσε. Και σκέφτηκε πως στο σπίτι της είχε μάθει, πως η αγάπη όλα τα γιατρεύει. Ακόμα και τις απώλειες από άξαφνο θάνατο. Δεν το σκέφτηκε δεύτερη φορά. Του έδωσε με εμπιστοσύνη το χέρι της.
Όταν γεννήθηκε η κόρη της, θέλησε να της δώσει το όνομα Κωνσταντίνα. Για να τιμήσει τον νεκρό πατέρα του βρέφους. Ο Νικόλας, δεν είχε αντίρρηση. Την έβαλε μόνο να υποσχεθεί, πως η επόμενη γέννα, θα έπαιρνε το όνομα απ΄ τους δικούς του γονείς. Και η Άννα, του έκανε το χατίρι. Και η δεύτερη κόρη της, ονομάστηκε Αφροδίτη, το όνομα της πεθεράς της.
Το σπιτικό τους, ήταν πια γεμάτο θηλυκά, αλλά η αγάπη του Νικόλα, έφτανε για όλες.
Και της Άννας….

από φίλη της σελίδας μας
Ανθούλα Μ. Αθανασιάδου

Ομφαλός της γης ΙΙ

add
Share This Article