“Φιλευσπλαχνία”
Η κυρά Βαρβαρίτσα ζητιάνευε από τα νιάτα της. Ασχήμυνε το πρόσωπό της ύστερα από ένα ατύχημα. Γέμισε ουλές μετά το δυστύχημα που είχε με το τρένο.
Ήταν στα είκοσι τρία της που έφυγε με τον άντρα της στο εξωτερικό για μια καλύτερη τύχη για μια καλύτερη ζωή.
Βρήκαν και οι δυο δουλειά σε ένα σιδηροδρομικό σταθμό εργάτες στα τρένα.
Εκείνος στις αποσκευές των τρένων κι αυτή ως καθαρίστρια. Τρία χρόνια δούλεψαν εκεί. Ύστερα έγινε το δυστύχημα.
Ο άντρας της κάηκε στις φλόγες του τρένου και η Βαρβαρίτσα έμεινε σακατεμένη με ουλές και με δυο δάχτυλα στο ένα της χέρι.
Το άλλο της το κόψανε από την πλάτη.
Γύρισε στο χωριό της νιώθοντας πως είναι βάρος στους δικούς της και δεν είχε κι άδικο.
Έτσι ακριβώς ήταν για τους δικούς της. Βάρος. Ένα στόμα παραπάνω να ταΐζουν. Όσο ζούσε η μάνα της δεν τολμούσε κανείς να πει κουβέντα,μα σαν έφυγε από την ζωή όλοι πέσανε πάνω της. Ο πατέρας τους είχε φύγει πριν χρόνια.
Δεν είχε κάποιον να την στηρίξει και τα αδέρφια της δεν την ήθελαν. Πήρε την ασχήμια της και τις ουλές της και κυρίως τα κομμάτια της ψυχής της κι έφυγε.
Όχι έλεγε στον εαυτό της,μην κλάψεις Βαρβάρα. Μην κλάψεις Βαρβαρίτσα μου. Η μάνα της την έλεγε έτσι. Βαρβαρίτσα μου. Όχι μην κλαις. Εσύ έμαθες να επιβιώνεις στα δύσκολα.
Μην ξεχνάς πως έζησες από τις φλόγες του τρένου,τώρα θα το βάλεις κάτω; Δεν σε θέλουν. Ε,και; Δεν τους θες και συ. Θα σταθείς στα πόδια σου. Είσαι δυνατή εσύ.
Κι ο άντρας σου το έλεγε,θυμάσαι; Όταν πιάσατε δουλειά στα τρένα και σου φέρνονταν άσχημα στεναχωριόσουν κι ήθελες να φύγεις να πας αλλού για δουλειά,σου έλεγε είσαι δυνατή και θα τους αντέξεις.
Αυτά κι άλλα πολλά σκεφτόταν σαν έφυγε από το πατρικό τους. Για που; Ούτε που ήξερε..
Ο δρόμος την έβγαλε σε μια μεγάλη πόλη. Στην Πάτρα είσαι της είπανε όταν ρώτησε ποια πόλη είναι. Μεγάλη η Πάτρα και κανέναν εκεί δεν ήξερε. Όλοι την κοιτούσαν περίεργα για τις ουλές της κι αυτή δεν ήξερε πως να τις κρύψει.
Δεν βαριέσαι έλεγε. Ο κόσμος πάντα περίεργος είναι όταν πρόκειται για τους άλλους. Δεν πειράζει. Λίγο το κακό της περιέργειας.
Λίγο. Περιπλανήθηκε ως αργά το βράδυ στους δρόμους. Χρήματα δεν είχε.
Μπήκε σε ένα ταβερνάκι και παρακάλεσε να της δώσουν έστω και αποφάγια. Κάποιος την άκουσε και την φώναξε στο τραπέζι του να την κεράσει το βραδινό της φαγητό.
Εκεί του είπε την ιστορία της ζωής της. Η γυναίκα του άντρα που την φώναξε βαλάντωσε στο κλάμα λέγοντάς της,πόσο λυπάμαι για σένα. Και λυπάμαι ακόμα περισσόυερο που δεν μπορώ να σε βοηθήσω.
Αν βρεις σκούρα τα πράγματα κι αν πεινάσεις, έλα να μας βρεις της είπαν και της δώσανε την διεύθυνση του σπιτιού τους και λίγα χρήματα για τις ανάγκες που θα συναντούσε.
Τους ευχαρίστησε κι έφυγε. Βαθιά μεσάνυχτα και γύρναγε στους δρόμους ακόμα ώσπου βρέθηκε σε μια γέφυρα.
Βρήκε το δρομάκι και κατέβηκε να κοιμηθεί από κάτω της με το νερό του ποταμού να κυλάει ήσυχα ήσυχα.
Με την φασαρία της πόλης ξύπνησε και κείνη. Έριξε λίγο νεράκι από τον ποταμό στο πρόσωπο και κίνησε πάλι να περιπλανιέται.
Δεν μπορούσε να σκεφτεί τίποτα.
Όλη μέρα διέσχιζε τους δρόμους της πόλης και το βράδυ πήγε ξανά στην γέφυρα όπου και έγινε το απάγκιο της.
Νηστική και ταλαιπωρημένη αποκοιμήθηκε αμέσως. Ξανά νερό το πρωί να πλύνει τα μούτρα της τα άσχημα,ξανά να γυρνάει τους δρόμους στα χαμένα.
Έκατσε κάποια στιγμή να ξεκουραστεί σε ένα χαμηλό τοιχάκι και τότε έγινε κάτι που καθόρισε όλη την μετέπειτα ζωή της.
Περαστικοί που την βλέπανε έτσι στα κακά της τα χάλια,της έδιναν χρηματική βοήθεια κι η Βαρβαρίτσα ντράπηκε τόσο πολύ που σηκώθηκε να φύγει.
Αυτή ζητιάνα; Αυτή που καθάριζε τα τρένα να βγάζει το ψωμί της με αξιοπρέπεια;. Να ανοίξει η γη να την καταπιεί.
Έφυγε χωρίς να τα πάρει κι ένα μικρό παιδί τα μάζεψε από κάτω κι έτρεξε να της τα δώσει.
Δεν τα πήρε. Του τα έδωσε και κείνο χάρηκε πολύ λέγοντάς της αν μπορεί να πάρει ζαχαρωτά με κείνα. Πολλά μπορείς να πάρεις του είπε κλαίγοντας.
Πολλά και κίνησε για το γεφυράκι της. Να κλάψει ήθελε με την ψυχή της και να μην την βλέπει κανείς. Έτσι την πήρε ο ύπνος κλαίγοντας νηστική και ταλαιπωρημένη.
Ξύπνησε το πρωί με πόνο στο στομάχι της. Πως να μην την πονάει; Άδειο τρία μερόνυχτα ήταν. Τι να σου κάνει κι αυτό; Τρεις μέρες τώρα αγόραζε με τα λεφτά που της έδωσε το ζευγάρι ένα φρούτο κι έτρωγε. Ένα το μεσημέρι κι ένα το βραδυ.
Θέλησε να σηκωθεί να πλύνει το πρόσωπό της μπας και νιώσει λίγο καλύτερα. Έπεσε με τα μούτρα στο ποτάμι λιπόθυμη.
Κάποιος την είδε κι έτρεξε να την σηκώσει.
Την ρώτησε αν είναι καλά,αν θέλει κάτι μ’αυτή είπε όχι. Είχε πάρει την απόφασή της. Θα ζητιάνευε να ζήσει. Ποιος θα την έπαιρνε στη δουλειά με ένα χέρι κι αυτό χωρίς δάχτυλα;
Δεν είναι ντροπή έλεγε και ξανάλεγε ώσπου το πίστεψε και ναι,δεν ήταν ντροπή. Να πλένω τα πιάτα σας είπε κάπου,να σκουπίζω το μαγαζί σας. Με ένα χέρι δεν μπορείς να κάνεις τίποτα της είπαν. Από σήμερα θα δεχτώ ό,τι μου δώσουν είπε και κίνησε για το τοιχάκι. Τα μάτια της δεν τα σήκωνε να δει τον κόσμο κι αυτός όλο και της έδινε.
Σαν είδε πως μαζεύτηκαν αρκετά να πάρει κάτι να φάει σηκώθηκε κι έφυγε. Πήγε στο γεφυράκι και τα μέτρησε και βρήκε πως ήταν πάρα πολλά.
Στο ίδιο σημείο καθόταν κάθε μέρα η Βαρβαρίτσα για χρόνια πολλά. Νέα ήταν και γέρασε καθισμένη στο τοιχάκι της να δέχεται την βοήθεια του κόσμου που την είχε πλέον συνηθίσει και της δίνανε πότε πότε και ψωμί φρεσκοζυμωμένο,και φαγητό από το σπίτι τους κι αν δεν την βλέπανε κάνα δυο μέρες την αναζητούσαν.
Με τα χρήματα που της έδιναν κατάφερε κι αγόρασε ένα δωματιάκι. Έβαλε ένα κρεβάτι,δυο καρέκλες κι ένα τραπέζι. Το παλατάκι μου έλεγε δοξάζοντας τον θεό που δεν την άφησε και κάθε βράδυ στην προσευχή της τον παρακαλούσε να΄χει καλά όλον τον κόσμο που την βοηθούσε όλα αυτά τα χρόνια.
Στην δεύτερη καρέκλα δεν έκατσε ποτέ κανείς.
Από το γεφυράκι πέρασε μια μέρα και είδε κάποιον να είναι ξαπλωμένος στη γωνιά που και κείνη κάποτε καθότανε.
Κοντά του πήγε και κουβέντα του έπιασε.
Οι νυφάδες μου δεν με θέλουν της είπε και με πέταξαν στο δρόμο. Αν είχα μια θυγατέρα θα ήταν σπλαχνικιά ενώ τα αγόρια κάνουν ό,τι θέλει η γυναίκα τους μα δεν πειράζει καλά να είναι.
Η Βαρβαρίτσα τον κάλεσε να πάει να μείνει στο δωματιάκι της γιατί ήξερε τι είναι να κοιμάσαι πλάι στο ποτάμι.
Δεν έχω πολύ ζωή της είπε. Θα φύγω σύντομα μα να’σαι καλά.
Ένας λόγος που πρέπει να έρθεις του είπε.
Να μην πεθάνεις κάτω από τα γεφύρια και τον κατάφερε να πάει. Μπήκε και δεύτερο κρεβάτι κι η καρέκλα γέμισε με το κορμί του ξένου που έγινε η παρέα της.
Έγινε το φιλαράκι της που την περίμενε να γυρίσει από τον δρόμο και κείνη πάντα έφερνε δυο μερίδες φαγητό από το μαγερειό του ψυχοβγάλτη.
Έτσι τον έλεγε γιατί της έβγαζε την ψυχή της κάθε φορά που πήγαινε να πάρει κάτι να φάει. Ήθελε να μάθει την ιστορία της μα κείνη ποτέ δεν του την είπε όσες φορές κι αν την ρωτούσε πως βρέθηκε στα μέρη τους κι από που ήταν.
Γιατί είναι έτσι το πρόσωπό της και γιατί δεν έχει έναν δικό της άνθρωπο. Ποτέ δεν του απάντησε σε τίποτα,όπως ποτέ δεν ξέχασε πως αυτός της έδωσε ένα κομμάτι ψωμί όταν δεν είχε να φάει και γι’αυτό πήγαινε από το μαγερειό του να πάρει δυο μερίδες φαγητό.
Κοντά της έζησε καμιά δεκαριά χρόνια ο άντρας αυτός κι η Βαρβάρα όταν τον έχασε στεναχωρήθηκε πάρα πολύ.
Πάντα τον άκουγε να της λέει είσαι η πιο όμορφη γυναίκα που γνώρισα στην ζωή μου και κείνη γελούσε κι ας ήξερε πως ήταν ψέματα.
Κοντά του έμαθε πως δεν είναι απαραίτητη η σαρκική επαφή για να αγαπηθούνε ένας άντρας και μια γυναίκα.
Η αγάπη θέλει να επικοινωνούνε οι ψυχές κι οι δικές τους την είχαν αυτή την επικοινωνία.
Ο έρωτας θέλει την σάρκα κι όταν την χορτάσει φεύγει και πάει αλλού γυρεύοντας νέες συγκινήσεις.
Στην ουσία την αγάπη ψάχνει και κείνος,αλλά ξεκινάει από λάθος βάση. Από το κορμί δεν θα την βρεις την αγάπη. Την ψυχή να βλέπεις και κει θα την βρεις.
Αυτό που ένιωσε στα γεράματά της ήταν διαφορετικό από αυτό στα νιάτα της με τον άντρα της. Τον είχε αγαπήσει και κείνον και πόνεσε σαν τον έχασε πολύ. Εκεί υπήρχε μια ολοκληρωμένη σχέση.
Μα ετούτο,ο τωρινός ο πόνος για έναν που έζησαν μαζί κάτω από το ίδιο κεραμίδι δέκα χρόνια ήταν αλλιώς.
Θες που ήταν πιότερα τα χρόνια,θες που ζήσανε κακουχίες που τους ενώσανε,θες που ήταν και οι δυο διωγμένοι από τους δικούς τους ανθρώπους;
Τι ήταν αυτό που τους έδεσε τόσο πολύ δεν ήξερε. Ίσως η μοναξιά; Η που αδειάσανε τις ψυχές τους και δεν έμεινε τίποτα που να μην το πούνε ο ένας στον άλλο;
Τίποτα δεν κράτησαν για τον εαυτό τους κι ήρθε κι έγινε ένα πράγμα σαν να ήταν ένα οι δυο τους.
Τον έχασε τον φίλο της και έχασε για δεύτερη φορά την γη κάτω από τα πόδια της. Κανείς δεν την περίμενε πια στο κατώφλι να της λέει καλώς την .
Τώρα θα άρχιζε πάλι με τα δυο της δάχτυλα να κάνει τις δουλειές του σπιτιού.
Μα δεν ήταν αυτό που την πονούσε. Όχι. Αλίμονο. Θα τα έκανε πάλι ξανά μόνη της όπως τόσα χρόνια.
Η απουσία του ήταν που της κομμάτιασε την καρδιά της και που έφυγε έτσι μόνος του δίχως ένα από τα παιδιά του να είναι κοντά του. Της είχε πει που μένανε,που ζούσανε όπως της είχε πει σαν φύγω κάνε ό,τι καταλαβαίνεις μα μη θαρρείς πως θα στεναχωρεθούν που έφυγα. Εγώ τους εύχομαι να μην βγει η δική τους η ψυχή μακριά από τα παιδιά τους.
Στην κηδεία του δεν ήταν παρά μονάχα πέντε νοματαίοι. Μα τι τους θες και περισσότερους;
Τι να τους κάνεις όταν πεθαίνεις; Ζωντανός τους θέλεις. Να πεις μια κουβέντα,να ακουμπήσεις κάπου τον πόνο σου,να κρεμάσεις τις σκέψεις σου. Άμα φύγεις δεν χρειάζεσαι κανέναν.
Σαν τον θάψανε και έφυγαν,αυτή έμεινε και γονάτισε πάνω του,λέγοντάς του θα’ρθω και’γω. Το νιώθω.
Κουράστηκα πολύ να βγαίνω στον δρόμο. Μια ζωή στο τοιχάκι με βαρέθηκε και κείνο. Αλλού δεν θέλω να πηγαίνω να βλέπω τον κόσμο μου θέλω.
Αυτόν που με βοήθαγε τόσα χρόνια. Αυτόν τον κόσμο που δεν γύριζε τα μούτρα του αλλού σαν έβλεπε τα γεμάτα ουλές δικά μου.
Αυτόν τον κόσμο ήθελα να βλέπω που ποτέ δεν έδειξε να με λυπάται αλλά να με νοιάζετε όπως και συ.
Θα πεθάνω μου είχες πει σαν σου είπα να έρθεις στο δωμάτιο μαζί μου. Θα φύγω νωρίς λίγη ζωή έχω.
Και έμεινες μαζί μου δέκα χρόνια. Τόσα για να γίνεις ένα με την ζωή μου και μια γλυκιά ανάμνηση.
Θα’ρθω και’γω. Με βαριά καρδιά και αργό βήμα γύρισε στο άδειο της πια παλατάκι. Στο κρεβάτι του κοιμότανε για πολύ καιρό.
Πέρασαν μήνες για να πάει στο δικό της. Ήθελε να νιώθει την μυρωδιά του,να νομίζει πως θα τον δει να ανοίγει την πόρτα να μπει μέσα. Το ένιωθε πως ερχόταν τα στερνά της η Βαρβαρίτσα. Το ένιωθε κι είχε κάποιο χρέος να κάνει.
Να πάει ήθελε να τους πει πως ο πατέρας χάθηκε. Να δει ήθελε την απονιά τους στο πρόσωπο και στα μάτια τους.
Να πάει ήθελε και στα αδέρφια της να τους πει πως τα κατάφερε να ζήσει κι ας την έδιωξαν.
Είχε μαζέψει πολλούς παράδες από τον κόσμο που την βοήθαγε και είχε φτιάξει μια κρυψώνα στο πάτωμα. Μόνο ο φίλος της την ήξερε και κανείς άλλος.
Ένα σκάμμα έκανε στην άκρη του κρεβατιού της με μεγάλο βάθος κι έριχνε το βοήθημα που περίσσευε. Ποτέ δεν τα μέτρησε. Δεν ήξερε πόσα είχε μαζέψει ούτε και την ένοιαζε.
Είχε να φάει και να ντυθεί,είχε να βοηθάει και κείνη με την σειρά της ανήμπορους και κατατρεγμένους από την μοίρα σαν κι αυτή κι όταν πήγαινε στην εκκλησία πήγαινε με γεμάτες τις τσέπες της από τα βοηθήματά της και τα έβαζε στο παγκάρι.
Δεν έχει νόημα η ζωή έλεγε αν δεν βοηθάς κι όταν το κάνεις λες και φεύγει ένα βάρος από τα βάσανά σου κι από του κόσμου τα βάσανα που είναι γαντζωμένα στης ψυχής το δέντρο και δεν το αφήνουν να καρποφορήσει.
Και σαν το κάνεις σαν δίνεις ξαλαφρώνει κι ανθίζει και γεμίζει καρπό από τις καλές σου πράξεις.
Στο σκάμμα έριχνε τα περίσσια και είχε γεμίσει τόσο που δεν έκλεινε η σανίδα που είχε κάτω από την κουρελού της.
Είχε πάρει την απόφασή της να πάει να βρει τα παιδιά του και τα αδέρφια της.
Στα χέρια μου πέθανε ο πατέρας σας τους είπε. Κοντά μου έζησε δέκα χρόνια και σας ξέρω. Σας έμαθα από κείνον.
Ξέρω τα ονόματά σας και τις γυναίκες σας. Ξέρω πότε αρρωστήσατε και από τι. Ξέρω ποιος έχει το σημάδι που είχε και κείνος και ποιος εκείνο της μάνας σας.
Εκείνο που δεν ξέρω είναι γιατί τον διώξατε. Ήρθα να σας δώσω την στερνή του ευχή. Να μην πεθάνετε μακριά από τα παιδιά σας ευχήθηκε. Αυτά ήταν τα στερνά του λόγια.
Τους το είπε κι έφυγε και δεν είδε κανένα τους να κάνει κάτι. Μια κίνηση,ένα μορφασμό λες κι είχε φύγει το αίμα τους από το σώμα τους λες και δεν είχαν ψυχή.
Όταν αντίκρισε το πατρικό της,της κόπηκαν τα γόνατα κι έφτασε ως εκεί σέρνοντας τα πόδια της. Τους βρήκε όλους κατά τύχη εκεί. Όχι όλους,ένας έλειπε.
Ήταν αυτός που είχαν μαζευτεί να θρηνήσουν. Ο μεγάλος τους που είχε βγει η ψυχή του πριν λίγες ώρες.
Ξαφνιάστηκαν όταν την είδαν μα κουβέντα δεν μπόρεσαν να πουν. Εκείνη πήγε στον πεθαμένο αδερφό της,τον κοίταξε και προσπαθούσε να καταλάβει τι,κι αν νιώθει κάτι.
Τίποτα δεν ένιωθε παρά μονάχα να το βάλει στα πόδια όπως και το’κανε. Βαρβάρα της φώναξε κάποιος. Βαρβάρα στάσου.
Δεν στάθηκε και γρηγόρεψε το βήμα της.
Πόσο ξένα της φάνηκαν όλα. Πόσο ξένα…Έπρεπε όμως να πάει να δει και είδε. Η μάλλον άκουσε μόνο το όνομά της να την φωνάζει κάποιος από τα αδέρφια της. Βαρβάρα την φώναξε,μα αυτής τα αυτιά άκουσαν να ξεκουμπιστείς από δω Βαρβάρα.
Δεν μπορούμε να σε ταΐζουμε.
Ένα χρέος είχε ακόμα να κάνει και το’κανε και τούτο. Τώρα ήταν έτοιμη να φύγει να πάει να συναντήσει τους δικούς της.
Γράψε είπε στον συμβολαιογράφο.
Γράψε πως όταν θα κλείσω τα μάτια μου,θα βρεις στην άκρη του κρεβατιού μου κάτω από την κουρελού μια σανίδα. Θα την σηκώσεις κι ό,τι είναι μέσα θα τα δώσεις να γίνουν δυο τρία δωμάτια όσα φτάνουν να γίνουν με τα χρήματα που μάζεψα. Αυτή είναι η τελευταία μου επιθυμία.
Θα χτιστούν σε ένα μεγάλο χωράφι που αγόρασα για τούτη την δουλειά. Μέσα στο σκάμμα θα βρεις και τα χαρτιά του χωραφιού.
Να έχουν οι κατατρεγμένοι της μοίρας μια στέγη πάνω στο κεφάλι τους. Το δωματιάκι που μένω θέλω να μείνει ανοιχτό. Να μην κλειδωθεί και να μπουν δυο κρεβάτια ακόμα.
Να μπαίνουν μέσα να ξαπλώνουν κείνοι που’χουν πολλά βάσανα στους ώμους και δεν βρίσκουν να τα ακουμπήσουν.
Ετούτο θέλω του είπε και στα δωμάτια που θα χτιστούν να τους δώσετε το όνομα Φιλευσπλαχνία. Αυτό το όνομα να δώσετε κι έτσι πρέπει να είναι ο ντουνιάς. Φιλεύσπλαχνος κι όταν το τελειώσεις δώσε μου να βάλω την υπογραφή μου.
Έβαλε την υπογραφή της η Βαρβαρίτσα κι έφυγε για το παλατάκι της με ελαφριά καρδιά.
Στο κρεβάτι του φίλου της κοιμήθηκε κείνο το βράδυ και δεν ξύπνησε . Έφυγε κι από την ζωή. Πάει να βρει τους δικούς της. Στους γονείς θα πήγαινε στον άντρα της η στον φίλο της;
Μόνο αυτή ήξερε. Η μάλλον η ψυχή της το’ξερε. Αυτή θα αποφάσιζε ποιον θα ήθελε για παρέα της.
Ελευθερία Λάππα ( Από τις πρώτες μου ιστορίες )