…. δεν είναι οι λέξεις που προφέρω είναι το βάρος που αφήνω να πέσει από τα χέρια της ψυχής μου.
Γιατί μέσα σ’ αυτές τις τρεις λέξεις
χωρά όλη μου η πτώση:
η υπερηφάνεια,
οι φόβοι που φόρεσα σαν πανοπλία,
η κούραση του να παριστάνω
ότι είμαι «κάποιος».
Σαν ζητιάνος,
έλεος ζήτω.
Όχι αναγνώριση,
όχι δικαίωση,
μα λίγο να ξαποστάσω
χωρίς να φοβάμαι,
χωρίς να αγωνιώ,
χωρίς να υποκρίνομαι…
Και Εκείνος σκύβει
όπως σκύβει η αυγή πάνω στη νύχτα,
και μαζεύει προσεκτικά
τα κομμάτια της καρδιάς μου.
Και το έλεος γίνεται φως
που ζεσταίνει την παγωμένη μου ύπαρξη,
«Κύριε, ελέησόν με»
μια ανάσα που ξαλαφρώνει…
Και πλέον σταματούν τα χείλη.
Κι αρχίζει η καρδιά να ψιθυρίζει την ευχή.
Σαν αγέρι που κοπάζει.
Σαν ευωδιά που δεν στερεύει.
Σαν χαρά που δάκρυα φέρνει.
Σκυμμένος, παραδομένος,
αναστημένος, λεύτερος.
Όλα κατανοούνται,
όλα συγχωρούνται.
Δεν γίνεται κάτι μαγικά.
Η ψυχή δεν αλλάζει σε μια στιγμή.
Όπως το μέταλλο δεν μαλακώνει μεμιάς,
έτσι με υπομονή, με την στάλα της ευχής,
σπάει η σκληρότητα της καρδιάς.
Δεν είναι η ευχή μαγεία.
Είναι η συνάντηση της δικής μου αδυναμίας,
με το έλεος του Κυρίου.
Συνάντηση ερωτική
χωρίς δισταγμούς και εγωισμούς.
Δεν είναι καθήκον,
είναι κραυγή προς το Φως,
μια διαρκής εισβολή του Ουρανού στην φθορά μου,
ένας θάνατος γλυκός
που ζωογονεί το κάλλος,
ένα άγγιγμα ελπίδος,
που υπερνικά τα πάθη,
ένα ταξίδι μετανοίας,
που επουλώνει τις πληγές του παρελθόντος,
μία αδιάλειπτη γιορτή,
για το έλεος που λάβαμε,
για το νόημα που βρήκαμε,
για το αιώνιο που έρχεται.
Ιερεας Γκελιας Αρσενιος