Τό Σύμβολο τῆς Πίστεως, γνωστό καί ὡς «Πιστεύω», εἶναι μία περιληπτική ὁμολογία τῶν βασικῶν δογμάτων τοῦ Χριστιανισμοῦ, πού θεσπίστηκε ἀπό τήν Α’
Οἰκουμενική (325 μ. Χ, ἑπτά ἄρθρα) καί στήν Β’ Οἰκουμενική Σύνοδο (381 μ.Χ. τά πέντε ἄρθρα), ἀποτελώντας τό κείμενο πού ἀπαγγέλλουν οἱ πιστοί κατά τήν Θεία Λειτουργία, καί κατά τήν Βάπτισή τους, διακηρύσσοντας πίστη στόν Πατέρα, τόν Υἱό, τό Ἅγιο Πνεῦμα καί τήν Ἐκκλησία.
1. Πιστεύω εἰς ἕνα Θεόν, Πατέρα παντοκράτορα, ποιητήν οὐρανοῦ καί γῆς, ὁρατῶν τε πάντων καί ἀοράτων.
Πιστεύω, δηλαδή ἐμπιστεύομαι, παραδίνομαι (ψυχῇ τε καί σώματι) ὡς ὀρθό-δοξος Χριστιανός, σέ ἕναν Θεό (μέ τρία Πρόσωπα Πατέρα, Υἱό καί Ἅγιο Πνεῦμα, μέ μία οὐσία). Ὡς Πατέρα κυρίαρχο τοῦ παντός, ὡς δημιουργό τῆς κτίσεως (διά τοῦ Υἱοῦ, ἐν Ἁγίῳ Πνεύματι), πού ἀπό τό μηδέν καί μέ ἀπόλυτη ἀγάπη καί ἐλευθερία ἐδημιούργησε τόν οὐρανό καί τήν γῆ, δηλαδή τόσο τόν ὁρατό καί ὑλικό, ὅσο καί τόν ἀόρατο καί πνευματικό κόσμο.
2. Καί εἰς ἕνα Κύριον Ἰησοῦν Χριστόν, τόν Υἱόν τοῦ Θεοῦ τόν μονογενῆ, τόν ἐκ τοῦ Πατρός γεννηθέντα πρό πάντων τῶν αἰώνων˙ Φῶς ἐκ Φωτός, Θεόν ἀληθινόν ἐκ Θεοῦ ἀληθινοῦ, γεννηθέντα, οὐ ποιηθέντα, ὁμοούσιον τῷ Πατρί, δι’ οὖ τά πάντα ἐγένετο.
Ἐμπιστεύομαι καί σ’ ἕναν Κύριο, τόν Θεάνθρωπο Ἰησοῦ Χριστό, πού εἶναι ὁ μο-νογενής Υἱός τοῦ Θεοῦ Πατέρα καί γεννᾶται ἀπ’ Αὐτόν πρό πάντων τῶν αἰώνων. Εἶναι Φῶς, ὅπως καί ὁ Πατέρας Του. Εἶναι ὁ ἀληθινός Θεός, ἐπειδή γεννήθηκε ἀπό τόν ἀληθινό Θεό Πατέρα. Ὁ Υἱός δέν εἶναι δημιούργημα ἤ κτίσμα τοῦ Θεοῦ, ὅπως πιστεύουν διάφοροι αἱρετικοί, ἀλλά ἔχει τήν ἴδια Θεία οὐσία μέ τόν Πατέρα (εἶναι «ὁμοούσιος») καί τά πάντα δημιουργήθηκαν διά τοῦ Υἱοῦ καί Λόγου, μέ τή συνερ-γία τοῦ Ἁγίου Πνεύματος.
3. Τόνδι’ ἡμᾶς τούς ἀνθρώπους καί διά τήν ἡμετέραν σωτηρίαν κατελθόντα ἐκ τῶν οὐρανῶν καί σαρκωθέντα ἐκ Πνεύματος Ἁγίου καί Μαρίας τῆς Παρθένου καί ἐνανθρωπήσαντα.
Ὁ Υἱός τοῦ Θεοῦ γιά τήν δική μας σωτηρία, νά γίνουμε κατά χάρη θεοί, κατέ-βηκε ἀπό τήν οὐράνια δόξα Του στήν γῆ καί ἔλαβε σάρκα, ὅμοια μέ τήν δική μας, ἀπό τήν Παρθένο Μαρία μέ τήν ἐνέργεια τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Γιατί;.Διότι ὁ φυσι-κός τρόπος γεννήσεως ὁδηγεῖ στήν φθορά καί στόν θάνατο. Ἔγινε δηλαδή ἄνθρω-πος ὅμοιος σέ ὅλα μ’ ἐμᾶς, ἐκτός ἀπό τήν ἁμαρτία καί ἔζησε σέ συγκεκριμένο χρό-νο πάνω στήν γῆ γιά νά διαλύσει τήν δαιμονική τριάδα, διάβολο, ἁμαρτία, θάνατο.
4. Σταυρωθέντατε ὑπέρ ἡμῶν ἐπί Ποντίου Πιλάτου καί παθόντα καί ταφέν-τα.
Γιατί σταυρώθηκε ὁ Χριστός; Σταυρώθηκε γιά τά ἁμαρτήματά μας. Τό Αἷμα λοι-πόν τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ, πού χύνεται ἀπό τά τρυπημένα χέρια καί πόδια Του, ἡ Θυσία αὐτή τοῦ Γολγοθᾶ, πλένει καί σβήνει ὅλα τά ἁμαρτήματά μας (βλ. Α´ Ἰωάν. 1,7). Ἔπαθε καί τάφηκε γιά μᾶς, γιά νά ἐπαναφέρει τον ἄνθρωπο, πού δημιουργή-θηκε κατ’εἰκόνα Θεοῦ στήν ἀρχική του λαμπρότητα, προσφέροντας τό πρότυπο τῆς τελειότητας. Ἔπαθε γιά νά μᾶς χαρίσει τήν δυνατότητα νά μετάσχου-με στήν αἰώνια καί ἀληθινή ζωή. Ρωμαῖος ἐπίτροπος τῆς Ἰουδαίας ἦταν ὁ Πόντιος Πιλάτος, ἀναφέρεται ὁ Πιλᾶτος γιά νά ἀποδειχθεῖ ὅτι ἡ σωτηρία, πού ἐνεργήθηκε ἀπό τόν Χριστό, εἶναι ἱστορικό γεγονός καί ὄχι φανταστικό. Ἔλαβε ὁ Ἅδης τό Σῶμα τοῦ Χριστοῦ καί τό θεώρησε ἀδύναμο, σάν καί τά ἄλλα λείψανα· ὅμως Αὐτό ἦταν ἑνω-μένο μέ τήν Θεότητα τοῦ Χριστοῦ. Καί τόν ἀγκίστρωσε (σάν ἀγκίστρι μέ τό δόλωμα) καί τόν ἐπέταξε κάτω ἀπό τόν θρόνο του. Ἔλαβε γήϊνο πρᾶγμα, πού φθείρεται, καί συνάντησε οὐράνιο πρᾶγμα, πού δέν καταστρέφεται, ἀλλά διαλύει τούς ἐχθρούς Του. Ἔλαβε ἐκεῖνο πού ἔβλεπε καί διαλύθηκε ἀπ’ ἐκεῖνο πού δέν ἔβλεπε, δηλαδή τήν Θεότητα. Ποῦ εἶναι, θάνατε, τό κοντάρι σου; Ποῦ εἶναι, Ἅδη, ἡ ἀνδρεία σου καί ἡ νίκη σου;.
5. Καίἀναστάντα τῇ τρίτῃ ἡμέρᾳ κατά τάς Γραφάς.
Μέ τόν Σταυρό καί τήν Ἀνάστασή Του μαζί ὁ Χριστός μας πραγματοποίησε τήν ἀπολύτρωσή μας. Νίκησε τόν θάνατο. Χαρίζει σέ ὅλους μας τό πλήρωμα τῆς ἀληθι-νῆς ζωῆς. Καί ἀναστήθηκε, σύμφωνα μέ τήν Ἁγία Γραφή, τήν τρίτη ἡμέρα ἀπό τόν τάφο, ἐνῶ ἦταν νεκρός. Ἡ παραμονή σέ ἀφθαρσία τοῦ Σώματος τοῦ Χριστοῦ ὀφεί-λεται στό ὅτι καί μετά τόν σωματικό Του θάνατο, ἡ θεότητα παρέμεινε ἑνωμένη μετά τοῦ σώματος, ὅπως ἐπίσης παρέμεινε ἑνωμένη καί μετά τῆς εἰς Ἅδου κατελ-θούσης ψυχῆς. Γιατί ἀναστήθηκε ὁ Κύριος; Διότι «δέν ἦταν δυνατόν ὁ θάνατος νά κρατήσει αἰχμάλωτο τόν ἀρχηγό τῆς ζωῆς, γιατί δέν ἁμάρτησε. Ἀφοῦ δέν ἦταν ὑπεύθυνος ἁμαρτίας ὁ Κύριος, ἑπομένως οὔτε ὑπεύθυνος θανάτου ἦταν, διότι «ὁ θάνατος ἦταν τό ἐπιτίμιο καί ἡ τιμωρία τῆς ἁμαρτίας». Ὁ Χριστός ὡς ὁ μόνος ἀνα-μάρτητος εἶναι καί ὁ μόνος νικητής τοῦ θανάτου1».
6. Καίἀνελθόντα εἰς τούς οὐρανούς καί καθεζόμενον ἐκ δεξιῶν τοῦ Πατρός.
Μετά τήν Ἀνάστασή Του ἀνέβηκε, Ἀναλήφθηκε στόν οὐρανό μέ τήν δύναμη πού εἶχε ὡς Θεός, δοξάζοντας ἔτσι τήν ἀνθρώπινη φύση. Ἀνέβηκε καί κάθισε στά δεξιά τοῦ Πατέρα Του μέ τήν θεωμένη ἀνθρώπινη φύση Του, δίνοντας σέ μᾶς τήν δυνατότητα σέ κάθε ἄνθρωπο, ἐάν θελήσει, νά θεωθεῖ, νά φθάσει στό καθ’ ὁμοίω-ση. Γεννιόμαστε ἀπό τήν μήτρα τῆς μάννας μας καί πεθαίνουμε. Γεννιόμαστε τώρα ἀπό τήν μήτρα τῆς Ἐκκλησίας καί γεννιόμαστε ἀθάνατοι.
7. Καίπάλιν ἐρχόμενον μετά δόξης κρῖναι ζῶντας καί νεκρούς,·οὗ τῆς βασι-λείας οὐκ ἔσται τέλος.
Θά ἔρθει καί πάλι στόν κόσμο μέ δόξα, σέ χρόνο πού τόν γνωρίζει μόνο ὁ Θεός, γιά νά κρίνει τούς ζωντανούς καί τούς νεκρούς. Ἡ κρίση θά γίνει ἀπό τόν ἐνανθρω-πήσαντα Ἰησοῦ Χριστό, γιατί ἡ ἑτερότητα τῆς θείας φύσης δέν μπορεῖ νά κρίνει τήν κτιστή ἀνθρώπινη φύση. Καί ἡ Βασιλεία Του δέν θά ἔχει τέλος. Ἡ λέξη τέλος μᾶς πηγαίνει στήν ἔννοια τοῦ χρόνου, γιατί ἔχει ἀρχή καί τέλος, ἀλλά στήν Βασιλεία τοῦ Θεοῦ δέν ὑπάρχει χρόνος, γιατί δέν ὑπάρχει φθορά, εἶναι αἰώνια.
8. Καί εἰς τό Πνεῦμα τό Ἅγιον, τό Κύριον, τό Ζωοποιόν, τό ἐκ τοῦ Πατρός ἐκπορευόμενον, τό σύν Πατρί καί Υἱῷ συμπροσκυνούμενον καί συνδοξαζόμε-νον, τό λαλῆσαν διά τῶν προφητῶν.
Ἐμπιστεύομαι καί εἰς τό Ἅγιο Πνεῦμα, τό τρίτο Πρόσωπο τῆς Ἁγίας Τριάδος. Τό Ὁποῖο ἔχει κυριότητα καί ἐξουσία, εἶναι ἡ συνεκτική δύναμη πού ἑνώνει τόν Υἱό μέ τόν Πατέρα. Ζωοποιεῖ καί ζωογονεῖ ὅλη τήν κτίση, τελώντας ὅλα τά ἅγια Μυστή-ρια τῆς Ἐκκλησίας. Ἐκπορεύεται ἀπό τόν Πατέρα καί πέμπεται διά τοῦ Υἱοῦ. Εἶναι ὁμοούσιο μέ τόν Πατέρα καί τόν Υἱό. Προσκυνεῖται καί δοξάζεται ἰσότιμα μαζί Τους. Καθοδήγησε τούς Προφῆτες τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης, πού προεῖπαν γιά τόν ἐρχομό τοῦ Σωτήρα καί μέ τήν παρουσία Του φωτίζει τή ζωή κάθε πιστοῦ.
9. ΕἰςΜίαν, Ἁγίαν, Καθολικήν καί Ἀποστολικήν Ἐκκλησίαν.
Ἐμπιστεύομαι καί στήν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία. Εἶναι μία, ἐπειδή μία εἶναι ἡ κεφα-λή της, ὁ Χριστός καί μία ἡ πίστη, ἕνα Βάπτισμα ἐκείνων πού μετέχουν στήν ζωή τῆς Ἐκκλησίας. Εἶναι ἁγία, χωρισμένη ἀπό κάθε ἁμαρτία καί ἀναφέρεται σέ ἕνα λαό ἁγίων ἐν δυνάμει. Εἶναι καθολική, ἐπειδή κατέχει ὅλη τήν ἀλήθεια καί θέλει νά συμπεριλάβει ὅλους τούς ἀνθρώπους. Εἶναι ἀποστολική, ἐπειδή διατηρεῖ ἀνό-θευτη τήν διδασκαλία τῶν Ἀποστόλων, οἱ ὁποῖοι μᾶς μαρτυροῦν τήν ἐμπειρία τους μέχρι σήμερα διά τῶν ἐπισκόπων καί Πατέρων πού τήν ποιμαίνουν καί εἶναι διά-δοχοι ἐκείνων.
10. Ὁμολογῶἕν βάπτισμα εἰς ἄφεσιν ἁμαρτιῶν.
Ὁμολογῶ ἕνα βάπτισμα στό ὄνομα τῆς Ἁγίας Τριάδος. Μ’ αὐτό ἀρχίζουμε τήν καινούργια ζωή μέσα στήν Ἐκκλησία.῎Εχει συγκεκριμένο περιεχόμενο, μᾶς θερα-πεύει καί μᾶς παίρνει ἀπό τόν κόσμο τῆς ἁμαρτίας καί μᾶς εἰσάγει στόν κόσμο τῶν τέκνων τοῦ Θεοῦ. Ἐνῶ μέ τήν σωματική μας γέννηση ὁδεύομε πρός τόν θάνατο, μέ τήν βαπτιστική μας γέννηση ἀλλάζουμε τήν προοπτική μας καί ὁδεύομε πρός τήν ζωή. Μέ αὐτό συγχωρεῖται τό προπατορικό ἁμάρτημα. Εἰς ἄφεσιν ἁμαρτιῶν θά πεῖ: ἡ ἁμαρτία σημαίνει ἀποτυχία, ἀστοχία. Στοχεύω σ΄ἕνα λάθος στόχο πού μέ ὁδηγεῖ στόν θάνατο. Μέ τήν ἄφεση τῶν ἁμαρτιῶν διορθώνω αὐτό τό λάθος τοῦ στόχου καί ὁδεύω διά τῆς μετανοίας πρός τήν ζωή.
11. Προσδοκῶἀνάστασιν νεκρῶν.
Ἐμπιστεύομαι καί περιμένω τήν κοινή ἀνάσταση ὅλων τῶν ἀνθρώπων, ὄχι μόνο τῆς ψυχῆς τους ἀλλά καί τοῦ σώματός τους, πού θά εἶναι ὅπως τοῦ Χριστοῦ. Λέγει ὁ Ἀπόστολος Παῦλος ὅτι μέ τόν θάνατο σπείρεται σῶμα φυσικό καί μέ τήν ἀνάστα-σή του ἐγείρεται σῶμα πνευματικό, μεταμορφωμένο. Τό θνητό σῶμα θά ντυθεῖ τήν ἀθανασία. Ἡ ἀνάσταση θά γίνει, γιατί ὁ νεκρός εἶναι ζῶν στήν μνήμη τοῦ Θεοῦ. Ἡ μνήμη τοῦ Θεοῦ διασώζει τήν ὕπαρξή μας καί ὅ, τι ὁ Θεός θυμᾶται αὐτό ὑπάρχει. Αὐτό εἶναι τό μεγάλο μυστήριο ἀνάμεσα στήν ζωή καί στόν θάνατο. Ἡ ἀνάσταση ὅλων θά γίνει μέ τήν Δευτέρα Παρουσία τοῦ Κυρίου. Κατά τήν Δευτέρα Παρουσία Του ὁ Υἱός θά κατεβεῖ ὡς ἄνθρωπος μέ τό Σῶμα καί θά καθήσει πάνω σέ θρόνο δό-ξης – ἡ κατάβαση δηλαδή καί ἡ καθέδρα ἀναφέρονται στό περιορισμένο σῶμα – καί θά κρίνει ὅλη τήν οἰκουμένη μέ δικαιοσύνη, ἀποδίδοντας στόν καθένα τήν ἀμοιβή ἤ τήν τιμωρίαν, σύμφωνα μέ τά ἔργα πού ἔπραξε2.
12. Καίζωήν τοῦ μέλλοντος αἰῶνος. Ἀμήν.
Προσδοκῶ ὅτι, μετά τήν ἀνάσταση καί τήν τελική κρίση ὅλων τῶν ἀνθρώπων ἀπό τόν Χριστό, θά ἀξιωθοῦμε νά ἀπολαύσουμε τήν αἰώνια ζωή, μαζί μέ ὅλους τούς ἁγίους ἀνάμεσά μας. «Μέλλοντος αἰῶνος» ἀλλά εἶναι ὁ αἰώνας πού ἔρχεται ἀπό τό μέλλον. Τό κριτήριο τῆς Δευτέρας Παρουσίας θά εἶναι κατά πόσο μοιάζου-με μέ τήν ἀνθρώπινη φύση τοῦ Χριστοῦ, ἐάν μεταμορφώσαμε τά πάθη μας καί τίς ἀδυναμίες μας καί μοιάζουν μέ τίς ἀρετές τοῦ Χριστοῦ. Ἀμήν.
Βοηθήματα: Ἱερά Μητρόπολις Ἠλείας, θεολόγος κ. Γεώργιος Κομιώτης, Πρόεδρος τῆς Δ.Ε. τῆς Πανελληνίου Ἑνώσεως Θεολόγων Παραρτήματος Νομοῦ Ἠλείας).
Ἀποσπάσματα ἀπό ὁμιλίες τοῦ κ. Δημ. Μαυροπούλου περί τοῦ «Πιστεύω».
Κ. Δεσπότης