–Γέροντα,ὅποιος ἔχει φιλότιμο τὸ καταλαβαίνει ὁ ἴδιος;
–Ἐσὺ ἔχεις; Αὐτὸ φαίνεται, εὐλογημένη!
Λίγο-πολὺ καταλαβαίνει κανεὶς τὸν ἑαυτό του, πληροφορεῖται, γιατὶ ἔχει ἐσωτερικὴ ἀνάπαυση καὶ εἰρήνη. Ἀλλὰ καὶ ὅποιος ἔχει φιλότιμο δὲν καυχᾶται, δὲν λέει «ἐγὼ ἔχω φιλότιμο», γιατὶ πάντα σκέφτεται: «Πρέπει νὰ κινοῦμαι μὲ περισσότερο φιλότιμο».Ὁ φιλότιμος ἄνθρωπος ἔχει εἰλικρίνεια, δὲν ὑπολογίζει τὸν ἑαυτό του, εἶναι ἁπλός, ἔχει ταπείνωση. Ὅλα αὐτὰ δίνουν ἀνάπαυση καὶ στὸν ἴδιο, ἀλλὰ εἶναι αἰσθητὰ καὶ στὸν ἄλλον· ἔχει καὶἐπικοινωνία ἐσωτερικὴ μὲ τὸν ἄλλον καὶ τὸν καταλαβαίνει. Καὶ νὰ τοῦ λές, ἐνῶ πονᾶς, «εἶμαι πολὺ καλά», γιὰ νὰ μὴ στενοχωρεθῆ, ἐκεῖνος καταλαβαίνει ὅτι πονᾶς καὶ προσπαθεῖ νὰ μὴ σὲ κουράση. Καὶ ἄλλος, ἐνῶ σὲ βλέπει νὰ μὴν ἔχης κουράγιο, νὰ ζαλίζεσαι, ἐπειδὴ θέλει νὰ σὲ ἀπασχολήση, σοῦ λέει: «Σὲ βλέπω, Γέροντα, πιὸ καλὰ ἀπὸ κάθε ἄλλη φορά, σὲ βλέπω ὑγιέστατο!». Καὶ νὰ εἶχε τοὐλάχιστον κανένα σοβαρὸ πρόβλημα, θὰ ἦταν κάπως δικαιολογημένος.
Ἀντιθέτως ὁ φιλότιμος, καὶ νὰ ἔχη ἀνάγκη, λέει: «Γέροντα, μόνον τὴν εὐχή σου νὰ μοῦ δώσης, νὰ μὴ σὲ ἀπασχολῶ». Τὸν κρατῶ καὶ βουρκώνουν τὰ μάτια του. «Νὰ φύγω, Γέροντα, λέει, νὰ φύγω, κουρασμένο σὲ βλέπω». Ἔ, αὐτὸς πῶς νὰ μὴ δεχθῆ θεία βοήθεια; Ὑπάρχουν ἄνθρωποι ποὺ ἀπὸ τὸ φιλότιμο ποὺ ἔχουν ἀμέσως καταλαβαίνουν τί βοηθάει καὶ τί εὐχαριστεῖ τὸν ἄλλον, μὲ τὴν καλὴ ἔννοια, γιατὶ σκέφτονται συνέχεια τὸν ἄλλον καὶ ὄχι τὸν ἑαυτό τους. Μερικοί, ἐνῶ δὲν μὲ γνωρίζουν, καταλαβαίνουν ἀπὸ τί ἔχω ἀνάγκη· μοῦ στέλνουν κανένα δεματάκι καὶ ἔχουν μέσα ἀκριβῶς ὅ,τι μοῦ χρειάζεται. Τὸ δέμα τους σοῦ δίνει νὰ καταλάβης ὅλον τὸν ἐσωτερικό τους κόσμο. Βλέπεις τὴν λεπτή τους συνείδηση νὰ εἶναι ἁπλωμένη στὸ κάθε πράγμα.–Γέροντα, στὸ Καλύβι σας μερικὲς φορὲς καταφέρνουν καὶ σᾶς βλέπουν αὐτοὶ ποὺ εἶναι λίγο ἀναιδεῖς καὶ ἐπιμένουν. –Ναί, ἀλλὰ ἀνταμείβονται οἱ φιλότιμοι ποὺ ἀπὸ λεπτότητα δὲν θέλουν νὰ μὲ ἀνησυχήσουν. Τὴν ἄλλη φορὰ ἦρθε ἐδῶ νὰ μὲ δῆ ἕνας οἰκογενειάρχης. Τὸν εἶδα καὶ χωριστά, τὸν εἶδα καὶ μὲ τὴν γυναίκα του καὶ μὲ τὰ παιδιά του. Μετὰ ἀπὸ δυὸ-τρεῖς μέρες ξαναῆρθε. Ἐκείνη τὴν ὥρα ἔβλεπα κάποιον ἄλλον καὶ ἔξω περίμενε μιὰ κοπέλα ποὺ εἶχε ἔρθει ἀεροπορικῶς ἀπὸ τὴν Ἀθήνα, γιὰ νὰ μὲ ρωτήση γιὰ ἕνα θέμα ποὺ τὴν ἀπασχολοῦσε. «Μπορῶ νὰ ἀπασχολήσω τὸν Γέροντα γιὰ πέντε λεπτά;», τῆς εἶπε, κι ἐκείνη τοῦ ἔδωσε τὴν σειρά της.
Περίμενε μιάμιση ὥρα, γιὰ νὰ βγῆ ὁ κύριος ποὺ τῆς ζήτησε νὰ τοῦ δώση τὴν σειρά της μόνο γιὰ …πέντε λεπτά. Ὅταν βγῆκε, εἶχε ἔρθει ἡ ὥρα νὰ φύγη γιὰ τὸ ἀεροδρόμιο, ὁπότε ἡ καημένη μοῦ εἶπε: «Δῶσε μου τὴν εὐχή σου, Πάτερ, ἦρθα ἀπὸ τὴν Ἀθήνα, νὰ σὲ συμβουλευθῶ γιὰ ἕνα πρόβλημα ποὺ ἔχω, ἀλλὰ τώρα δὲν προλαβαίνω· εἶχα πάρει ἄδεια ἀπὸ τὴν δουλειά μου γιὰ λίγες ὧρες καὶ πρέπει νὰ φύγω, γιὰ νὰ μὴ χάσω τὸ ἀεροπλάνο». Ἔ, πῶς νὰ τὴν ξεχάσω αὐτὴν τὴν ψυχή! Τελικὰ μόνον μὲ τὸν ἀρχοντικὸ τρόπο βοηθιέται ὁ ἄνθρωπος ἀπὸ τὸν Θεό.
–Γέροντα, ὅτανὁ φιλότιμος ζῆ μὲ δύσκολους ἀνθρώπους, δὲν ταλαιπωρεῖται
;–Σκοπὸς εἶναι νὰ δείξη τὸ φιλότιμό του στοὺς ἀνάποδους ἀνθρώπους. Τὸ Εὐαγγέλιο λέει: «Εἰ ἀγαπᾶτε τοὺς ἀγαπῶντας ὑμᾶς, ποία ὑμῖν χάρις ἐστί;».
Οἱ φιλότιμοι καὶ εὐαίσθητοι ἀδικοῦνται ἑκουσίως ἀπὸ τὶς παραχωρήσεις ποὺ κάνουν ἀπὸ ἀγάπη στοὺς ἄλλους ἢ ἀπὸ τὴν πονηρία τῶν ἄλλων, ἀλλὰ ποτὲ δὲν περιμένουν οὔτε ἐπιδιώκουν νὰ δικαιωθοῦν σ ̓ αὐτὴν τὴν μάταιη ζωή. Σὲ τούτη τὴν ζωὴ οἱ φιλότιμοι τὰ πληρώνουν ὅλα, ἀλλὰ λαμβάνουν καὶ τὴν βοήθεια τοῦ Θεοῦ, καὶ στὴν ἄλλη ζωὴ θὰ ἔχουν μεγάλο μισθό.
Ἁγίου Παϊσίου Ἁγιορείτου.
Ιερεας Γκελιας Αρσενιος