….. βάζοντας τα όσια χέρια του στο κεφάλι του εξομολογουμένου και ατενίζοντας στον ουρανό, απαριθμούσε αυτός τις κρυφές και φανερές αμαρτίες.
Τότε, όχι μόνο ξεσπούσε σε κλάματα ο μετανοών, αλλά ακόμη και τα μαλλιά της κεφαλής του σηκώνονταν από τον φόβο και την ντροπή».
Στάρετς Θεόφιλος ο δια Χριστόν σαλός
Ο αμαρτωλός έμπορος.
Στην πόλι Βασίλκοφ ζούσε ένας έμπορος αλόγων που με σκοτεινές δουλειές είχε κάνει μεγάλη περιουσία. Είχε ζήσει όλη του την ζωή μέσα στην διαφθορά, την απάτη και την κακία, στα γεράματά του όμως, επειδή ένοιωθε τύψεις συνειδήσεως, αποφάσισε να ζητήση συγχώρησι από τον Θεό. Είχε ακούσει πολλά για τον μεγάλο ασκητή, τον ιερομόναχο Θεόφιλο, και ξεκίνησε για το Κίεβο με την ελπίδα να τον συναντήση.
Ο προορατικός στάρετς, προγνωρίζοντας την επίσκεψι του διψασμένου για ψυχική σωτηρία αμαρτωλού, αποφάσισε να προλάβη την άφιξί του και να τον συνάντηση πριν φθάση στο ερημητήριο. Για τον λόγο αυτό πήγε στο δάσος και όλη μέρα περίμενε τον έμπορο στον δρόμο που βρίσκεται η Κόκκινη Ταβέρνα. Σύντομα εμφανίστηκε η άμαξα με τον έμπορο καθισμένο περήφανα μέσα της. Αυτός αντιλήφθηκε τον μοναχό που προχωρούσε προς την κατεύθυνσί του, βγήκε από την άμαξα και τον πλησίασε.
«Χαίρετε, πατερούλη…»
«Χαίρετε, κύριε έμπορε…»
«Είναι μακριά από εδώ για το ερημητήριο;»
«Για ποιο θέλετε;»
«Για το Κιτάγιεφ».
«Για τον Θεό είναι ψηλά, για τον Τσάρο είναι μακριά, μα για το ερημητήριο είναι πιο κοντά απ’ όλα. Ποιος είναι ο σκοπός σας; Να προσευχηθήτε στον Θεό;»
«Κάτι τέτοιο… Περισσότερο όμως απ’ όλα θέλω να δω κάποιον μοναχό που ονομάζεται Θεόφιλος. Μπορείτε να μου πήτε πού μένει;»
«Τι τον θέλετε;».
«Λένε ότι είναι προορατικός άγιος».
«Ποιος, ο Θεόφιλος;»
«Ναι, ο Θεόφιλος».
«Τι αγιότητα είναι αυτή; Πιστέψατε τις ανοησίες που λένε οι γριές;»
«Μα, πώς; Όλοι λένε…»
«Και τι μ’ αυτό; Είναι τόσο αισχρός, τόσο πόρνος, που δεν θα εύρισκες τέτοιον παλιάνθρωπο σ’ όλο τον κόσμο. Βίασε γυναίκες, αποπλάνησε κοπέλες, έκλεψε άλογα γειτόνων του την νύχτα, δάνεισε χρήματα σε φτωχούς με υπερβολικό τόκο. Πόσα ορφανά άφησε στον κόσμο χωρίς ένα ρούχο, πόσους ανθρώπους κατέστρεψε με σκοτεινές δουλειές και απάτες! Έκανε μεγάλη κοιλιά με τα ξένα αγαθά και τώρα επιθυμεί να πλησίαση τον Θεό! Ήρθε στον στάρετς Θεόφιλο με μία στίβα θανάσιμες αμαρτίες από κλοπές αλόγων! Λοιπόν, μετανόησε, μετανόησε! Παρακάλεσε τον Θεό. Ο Κύριος είναι εύσπλαγχνος… Ου βούλεται τον θάνατον τον αμαρτωλού ως το επιστρέψαι και ζην αυτόν».
Όμως ο έκπληκτος έμπορος είχε αισθανθή μέσα στην καρδιά του ότι αυτός ήταν ο Θεόφιλος και είχε ήδη πέσει στα πόδια του στάρετς, βρέχοντας τα με δάκρυα μετανοίας.
«Συγχώρεσέ με, πατερούλη. Λύτρωσε με τον καταραμένο. Είμαι ένας φονιάς, ένας λωποδύτης, ένας εγκληματίας…»
«Ο Θεός θα συγχωρήση, ο Θεός θα συγχωρήση. Πήγαινε στους Αγίους του Θεού, πρόσπεσε σ’ αυτούς, παρακάλεσέ τους. Αυτοί θα σε εξιλεώσουν, θα συγχωρήσουν τα πάντα. Ο πατέρας σου ήταν δίκαιος άνθρωπος και με τις προσευχές του ο Θεός θα ευσπλαγχνισθή και σένα».
«Όχι, δεν θα με ευσπλαγχνισθή. Παρόργισα πάρα πολύ την απέραντη φιλανθρωπία Του».
«Θα συγχωρήση, θα συγχωρήση. Μόνο μη θόλωσης πάλι με πτώσεις και αμέλειες τις ευεργετικές πηγές, που σήμερα καθάρισαν με την μετάνοια την ψυχή σου. Μη παύσης να προσεύχεσαι, μη δώσης ελευθερία στα πάθη σου. Φύλαξε το έλεος, την αγάπη και διατήρησε τον φόβο του Θεού. Πήγαινε!»
Ο έμπορος ξεκίνησε αμέσως για την Λαύρα, όπου επί ώρες έλεγε σ’ όλους τους μοναχούς των Σπηλαίων για την συνάντησί του με τον Θεόφιλο.
Μαρια Κωνσταντοπουλου