Ο Αλέκος δεν υπήρξε ποτέ το φωτεινότερο παράδειγμα του χωριού. Είχε όμως και αρετές που πολλοί δεν τις είχαν γι’ αυτό και τον κακολογούσαν

mike
By
152 Views
16 Min Read

TO ΑΓΡΙΜΙ
Ο Αλέκος δεν υπήρξε ποτέ το φωτεινότερο παράδειγμα του χωριού. Μεγαλωμένος σ` ένα κεφαλοχώρι στην Πελοπόννησο, γιός του Κωστή, και της Χρυσούλας, ήταν ο μεγαλύτερος από τα τρία αδέρφια και ο πιο αντιπαθής όλης της γύρω περιοχής. Κοντά στα πενήντα πια, με δεύτερη την Μαρία την αδερφή του, δυό χρόνια μικρότερη τραπεζικός υπάλληλος, που έφτιαξε οικογένεια και μένει μόνιμα στην Αθήνα. Έρχεται όμως τακτικά να δει τους δικούς της ειδικά τώρα που είναι στην δύση τους.
Ο μικρότερος ο Χρήστος απ` όταν ξεκίνησε η κρίση, κατάφερε να φύγει στο εξωτερικό αφού βρήκε βοήθεια από έναν συγχωριανό του και δουλεύει σαν χειριστής μηχανημάτων, πάνω στην δουλειά που έκανε κι` εδώ δηλαδή.

Ο Αλέκος από μικρός ήταν πολύ άτακτος, και ζωηρός. Αδιάβαστος συνέχεια στο σχολείο το νου του μόνο στο παιχνίδι, και στις φασαρίες, να μαλώνει με όλα τα παιδιά.
Οπου να γινόταν φασαρία ήταν μέσα, άλλες φορές ο δημιουργός της, και άλλες στο να πάρει μέρος έτσι για να τον φοβούνται. Ολοι τον έτρεμαν αλλά και όλοι τον αντιπαθούσαν, με αποτέλεσμα να μην έχει φίλους. Κανείς δεν τον ήθελε για παρέα η στο παιχνίδι. Έτσι του κόλλησαν το παρατσούκλι που τον ακολουθεί ακόμα και σήμερα….”Αγρίμι”. Περνώντας τα χρόνια, ένιωθε όλο και πιο αποκομμένος, και μη αποδεκτός απ`όλους.

Στην εφηβεία ήταν ο πιο δυνατός, αλλά αυτό δεν του έδινε την ευκαιρία να ζήσει μια πιο κοινωνική ζωή. Το “κακό” όνομα τον ακολουθούσε, και όσο περνούσε ο καιρός λόγω της απόρριψης σχεδόν όλων, γινόταν όλο και πιο δύστροπος, όλο και πιο καβγατζής, όλο και πιο νευρικός, κι` απόμακρος.
Είχε φτάσει σε σημείο να μην λέει καλημέρα σχεδόν με κανέναν. Στα καφενεία, στις ταβέρνες, πάντα μόνος του, παντού έβλεπε γυρισμένες πλάτες, και αυτό τον πλήγωνε και δεν μπορούσε να το χειριστεί. Για όλους δεν ήταν ο Αλέκος Σιατραβάνης αλλά το “Αγρίμι”.

Ομως δεν είχε μόνο μειονεκτήματα ο Αλέκος το “Αγρίμι”. Είχε και αρετές που μάλιστα πολλοί δεν τις είχαν, και ακριβώς επειδή δεν τις είχαν τον κακολογούσαν ακόμα περισσότερο. Η μήπως τελικά οι αρετές του ήταν εκείνες που τον έκαναν αντιπαθή προφασιζόμενοι τον δύστροπο χαρακτήρα του ?
Ηταν δουλευταράς, εργατικός όσο λίγοι. Εφτιαξε μάλιστα σε ένα μικρό οικόπεδο δίπλα από το πατρικό τους, μόνος του σπίτι της αδελφής του της Μαρίας για προικιό. Δεν ήταν ιδιαίτερα μεγάλο, μα κατάφερε από τα θεμέλια, ως και την εξώπορτα, να το φτιάξει ο ίδιος για εκείνη να την καλοπαντρέψει όπως έλεγε. Πάλευε καιρό μετά την δουλειά του στον κάμπο, και όσο να πέσει ό ήλιος αυτός εκεί, να φτιάξει το σπίτι το προικιό της Μαρίας. Αν δεν το τελείωνε δεν θα ησύχαζε, και το τελείωσε.

Του πήρε σχεδόν δυό χρόνια αλλά το έφτιαξε μια κούκλα. Βέβαια ως τώρα δεν το χρειάστηκε ποτέ η Μαρία μιας και ζούσε στην Αθήνα μόνιμα με την οικογένειά της. Αλλά κι` όταν έρχονται μένουν όλοι στο πατρικό. Μονιασμένα αδέρφια υπήρχε αγάπη μεταξύ τους. Ο αδερφός του ο Χρήστος από όταν έφυγε δεν μπόρεσε ακόμα να έρθει να τους δει. Φέτος όμως στο πανηγύρι του χωριού στον Αη Λια, τους το είχε τάξει θα έρθει με την γυναίκα του, αφού είχε ήδη παντρευτεί. Τα αδέρφια του, ήταν οι μόνοι που μπορούσε να πει δυό κουβέντες πλέον. Η φήμη του ως αντικοινωνικού, αντιπαθητικού, και καβγατζή, τον κυνηγούσε πάντα και ας μην ένιωθε έτσι. Και αν όσο ήταν μικρός κάποιοι τον δικαιολογούσαν, όλοι τον αποπήραν όταν πήγε στο στρατό και κάποτε γύρισε στο χωριό με άδεια. Ήταν τότε που έμαθε πως η Καίτη παντρεύτηκε κάποιον άλλον.

Η Καίτη, ήταν ο ένας και μοναδικός έρωτας στην ζωή του. Και κείνη τον αγαπούσε, και ήταν από τους λίγους ανθρώπους που ήξερε πως ο Αλέκος όσο και να έδειχνε σκληρός, και απρόσιτος, όσο και να φαινόταν σε όλους αντιπαθητικός, εκείνη ήξερε πως δεν ήταν έτσι. Μέσα του έκρυβε μια χρυσή καρδιά που αν καθόταν κάποιος να στοχαστεί λίγο τον χαρακτήρα του θα τον καταλάβαινε.
Και εκείνη λοιπόν τον αγαπούσε πολύ, και μάλιστα τα μιλήσανε, και τα συμφωνήσανε, πως όταν γυρίσει από το στρατό την άλλη μέρα θα την ζητούσε. Όμως υπολόγιζαν χωρίς την γνώμη των δικών της, που δεν ήθελαν να ακούσουν για αυτόν τον “παλαβό”.

– Αυτόν θέλεις να πάρεις μωρή ? Τρελάθηκες ? Αυτός είναι ένας ρεμπεσκές, ένα χαμένο κορμί, τι δουλειά έχεις εσύ, η κόρη η δικιά μου με δαύτον ? Ασε που και για εκείνον τον φόνο του κυρ Μανώλη δεν είναι λίγοι που λένε πως αυτός τον σκότωσε για να τον κλέψει.. Θέλεις λοιπόν να πάρεις ένα φονιά ? της έλεγε ο πατέρας της.
– Μα πατέρα τι λες ? τι δουλειά έχει ο Αλέκος να κάνει κάτι τέτοιο? Ο Αλέκος πιάνει την πέτρα και την στύβει, δεν είναι ούτε ρεμπεσκές, ούτε τεμπέλης, όπως οι περισσότεροι εδώ στο χωριό που τον κατηγορούν γιατ΄ τον ζηλεύουν, και είναι ξάπλα όλη μέρα στα καφενεία, στα χαρτιά, και τα ούζα.

Μεροκάματο στον κάμπο δεν χάνει, και βγάζει πάντα τις καλύτερες καλλιέργειες και το ξέρεις. Δες τι έχει φτιάξει μονάχος του για την αδερφή του τη Μαρία. Ενας κακός άνθρωπος, ένας ακαμάτης όπως λες, ποτέ δεν θα καθόταν να δουλεύει έτσι σκληρά. Είναι άδικο όλο αυτό το άσχημο όνομα που το χωριό έχει φορτώσει στον Αλέκο επειδή από παιδί ήταν λίγο πιο επιπόλαιος και ζωηρός.
– Κάλλιο να σε θάψω με τα ίδια μου τα χέρια, παρά να πάρεις αυτόν τον μπάσταρδο. Το γιο του Κωστή και της Χρυσούλας, για δε μωρέ εκεί, αμ δε σφάξανε.

-Όχι πατέρα τούτη την φορά δεν θα σε ακούσω, θα κάνω αυτό που θέλει η καρδιά μου.
-Κείνο που σου λέω γω αλλιώς θα σε θάψω εγώ με τα ίδια μου τα χέρια τ` ακούς ?
Έτσι με το ξύλο, και με το ζόρι, και με εγκλεισμό στο δωμάτιό της για καιρό, την ανάγκασαν να πάρει τον μεγαλέμπορα τον Σάββα. Με τούτο τον τρόπο το …”ξοδέψανε” το γραμμάτιο και μάλιστα σε καλή τιμή. Την νοικοκυρέψανε και πήρε έναν άντρα δημιουργημένο και με αρχές.
Όταν όμως κάποια στιγμή ο Αλέκος ήρθε με άδεια, και το έμαθε έγινε το “έλα να δεις”, φασαρίες, φωνές, απειλές, βρισιές, αστυνομίες, κακό, και ευτυχώς που πέσανε πάνω οι μεγάλοι του χωριού, να κουκουλωθεί το θέμα μην περάσει στρατοδικείο. Οχι για το “Αγρίμι” δεν τους καιγότανε καρφάκι, αλλά για το όνομα του χωριού. Ε όσο να` ναι ντροπής πράγματα.

Από τότε όμως τον Αλέκο τον πήρε η κάτω βόλτα, το έριξε στο ποτό κι` έγινε ακόμα πιο απότομος, και οξύθυμος. Ενα διάστημα και περίπου για τέσσερα χρόνια έφυγε και πήγε στην Αθήνα. Πολλοί είπαν τότε πως είχε μπλέξει σε κυκλώματα παράνομα, με γυναίκες της νύχτας, τζόγους κλπ. Ποτέ όμως δεν αποδείχθηκε κάτι σε βάρος του, ως που ξαναγύρισε στο χωριό. Τότε ήταν που έμαθε πως η αγαπημένη του η Καίτη, ήτανε μόνη της αφού ο άντρας της πέθανε από καρδιά. Για μια στιγμή σκέφτηκε να την βρει, να της μιλήσει μα δεν ήξερε πως θα το πάρει. Κι` έτσι συνέχισε την ίδια απόμακρη και μοναχική ζωή του.

Το βλέμμα του θαρρείς δεν γλύκαινε ποτέ. Ποτέ τα μάτια του δεν πήραν μια όψη πιο ζεστή, πιο ανθρώπινη. Ένα με τον πάγο αυτά, και η έκφρασή του. Ναι ήταν ο αποδιοπομπαίος τράγος, το μαύρο πρόβατο του χωριού, που κανείς δεν ήθελε ούτε ένα γειά σου μαζί του. Μόνο όταν έπινε λίγο κρασί γλύκαινε το μέσα του, και γυρνώντας για το σπίτι στα γερόντια του, έπιανε το τραγούδι του Στελλάρα…”ένα σίδερο αναμμένο έχω στην καρδιά….”
Ενιωθε να τον κυνηγάει κάτι σαν κατάρα, δεν ήταν τίποτα από όσα πίστευαν όλοι τους για εκείνον και αυτό μόνο εκείνη το ήξερε, μόνο εκείνη είχε δεί τι κρύβει μέσα στην καρδιά του, μόνο εκείνη μπόρεσε να φωτίσει τα σκοτάδια του, μόνο εκείνη.

Ποτέ του δεν αγάπησε ξανά, και δεν του έλειπαν τα προσόντα. Ήταν γοητευτικός, και τώρα, και όταν ήταν πιο νέος. Με άλλες συνθήκες όλες θα τον θέλανε. Αλλά βλέπεις το χωριό….το χωριό, όπου κάλλιο να σου βγεί το μάτι….
Έτσι δικάστηκε, και καταδικάστηκε, από αυτήν την κλειστή κοινωνία χωρίς – ουσιαστικά – κάποιον τόσο σοβαρό λόγο πέρα από εκείνη την φασαρία που έκανε στην νεαρή ηλικία, όταν έμαθε πως “δώσανε” σε άλλον ό,τι αγάπησε στην ζωή του πιο πολύ.
Γι `αυτούς θα ήταν πάντα “το αγρίμι” και αυτό δεν θα άλλαζε ποτέ.

Έτσι περνούσαν οι μέρες.
Ένα μεσημέρι γυρνώντας από το κάμπο πιο νωρίς, και φτάνοντας στα πρώτα σπίτια, είδε να κατεβαίνουν από ένα σκούρο αμάξι δυό άγνωστοι και να αρπάζουν από την άκρη του δρόμου τον Μανωλάκη, και την Στεφανία, τα παιδιά ενός συγχωριανού του του Δημήτρη. Τους είδε να τους κλείνουν το στόμα, και να προσπαθούν με την βία να τα βάλουν μέσα στο αυτοκίνητο.
Με μιας πέταξε κάτω τα πράγματα ο Αλέκος, κι` έβαλε φτερά στα πόδια του φωνάζοντας γεμάτος οργή, και αγωνία.

– Ρε κερατάδες, αφήστε ρε τα παιδιά κάτω, δολοφόνοι.
Σε ελάχιστο χρόνο τους είχε φτάσει, και ευτυχώς τα μικρά είχαν αντισταθεί γερά, και δεν πρόλαβαν να τα βάλουν μέσα, και να φύγουν.
Ορμηξε το θηρίο ο Αλέκος ο Σιατραβάνης, αυτός που όλοι τον χλεύαζαν και δεν τον ήθελε κανείς τους, σαν “Αγρίμι” κανονικό, πέφτοντας με φόρα με το τεράστιο κορμί του πάνω τους αναγκάζοντας τους να αφήσουν από τα χέρια τους τα παιδιά.
– Μανώλη, Στεφανία, φεγάτε από δω ΓΡΗΓΟΡΑ …ΦΕΓΑΤΕ να φωνάξετε την αστυνομία.
Τα παιδιά σαστισμένα, και σοκαρισμένα, έμειναν για λίγο καρφωμένα στις θέσεις τους. Όμως με την δεύτερη φωνή του Αλεκου τρέξαν όσο πιο γρήγορα μπορούσαν.
– Φεγάτε σας ειπααααααααααααα….

Τα μικρά έτρεξαν, και δεν είδαν τον έναν από τους δυο άγνωστους απαγωγείς να βγάζει από το αμάξι ένα μεγάλο μαχαίρι και να το καρφώνει με δύναμη πολλές φορές στην κοιλιά του “Αγριμιού”.
Αυτός όμως δεν τους άφηνε από τα χέρια του, εξακολουθούσε εξακολουθούσε να παλεύει με λύσσα εναντίον και των δυο, ώσπου μπήκαν στο σκούρο αυτοκίνητο και εξαφανίστηκαν.
Την ίδια στιγμή είχαν έρθει οι πρώτοι κάτοικοι στον πεσμένο – πια – Αλέκο. Αφού προσπάθησαν όπως, όπως να σταματήσουν την αιμορραγία, ήρθε ευτυχώς πολύ γρήγορα το ασθενοφόρο που κάποιος είχε ειδοποιήσει.

Οι γιατροί δώσανε πραγματική μάχη για να τον κρατήσουν στην ζωή. Είχε χάσει πολύ αίμα, και κάποια ζωτικά του όργανά ήταν σε άσχημη κατάσταση. Πολλές φορές είπαν πως η ζωή του Αλέκου ήταν ως εδώ. Κανείς τους δεν πίστευε πως θα τα καταφέρει να ζήσει, όλοι τον είχαν σίγουρα πεθαμένο. Κανείς εκτός από τον ίδιο. Και τα κατάφερε, οι γιατροί τα χάσανε. Τέτοιον οργανισμό, και τέτοια θέληση για ζωή, δεν είχαν ξανασυναντήσει. “Αγρίμι” όνομα και πράγμα.
Σε τρία εικοσιτετράωρα ο κίνδυνος για την ζωή του είχε φύγει. Εμενε το στάδιο της ανάρρωσης. Σιγά, σιγά όμως και αυτό μπήκε σε έναν δρόμο, και ήταν θέμα χρόνου ό,τι χρειαζόταν από εδώ και πέρα να το κάνει στο σπίτι του χωρίς κανέναν απολύτως κίνδυνο.

Στο μεταξύ αυτό που είχε γίνει είχε και κάποιες ευχάριστες επιπτώσεις. Στο χωριό πλέον από το μαύρο πρόβατο είχε γίνει ο ήρωας. Ολοι περάσανε να του σφίξουν το χέρι να του πουν έναν καλό λόγο για τις δυο ζωές που έσωσε.
Ο δε πατέρας των παιδιών έπεσε στα πόδια του γεμάτος δάκρυα να τον ευχαριστήσει και να του ζητήσει ένα μεγάλο συγνώμη γιατί ήταν και αυτός μέσα σε όσους τον κακολογούσαν. Οι απαγωγείς πιάστηκαν, και αναγνωρίστηκαν, ήταν μέλη σπείρας ανθρώπινων οργάνων. Αν δεν στέκονταν τόσο τυχερά τα παιδιά να επέμβει το …”Αγρίμι” τώρα δεν θα ζούσαν.

Ο δήμαρχος αποφάσισε να δώσει το όνομα του Αλέκου στον κεντρικό δρόμο του χωριού.
Οδός “Αλέκου Σιατραβάνη”, τώρα όλα πια είχαν αλλάξει.
Τις μέρες που ανάρρωνε στο σπίτι δέχθηκε μιά όμορφη επίσκεψη….Η Καίτη, η Καιτούλα του που δεν της κράτησε κακία για τον γάμο της γιατί ήξερε πια τι είχε συμβεί. Πως ποτέ δεν έγινε με την θέλησή της.
– Γειά σου, να περάσω ?
– Καιτούλα μου εσύ…? το ρωτάς ? Θα σε περίμενα χίλιες ζωές αν χρειαζόταν.
– Το ξέρω, όλα τα ξέρω, γιατί ποτέ δεν έφυγες από την καρδιά μου και το μυαλό μου.

Έπεσε στην αγκαλιά του, δεν χρειαζόταν να πουν τίποτα άλλο.
Το …”Αγρίμι” έζησε, και γαλήνεψε επιτέλους η ψυχή του.
Τώρα θα έχει τον πιο γλυκό επίλογο που θα μπορούσε να ονειρευτεί στην αγκαλιά της Καιτούλας του, γιατί η αγάπη όλα τα μπορεί.

Τάκης Θηβαίος
ΥΣΤΕΡΟΓΡΑΦΟ. Η ιστορία μπορεί να είναι μεν μυθοπλασία ΑΛΛΑ τα χαρακτηριστικά του “αγριμιού” είναι αληθινά. Δηλαδή υπήρξε το “αγρίμι” με αυτήν την προσωπικότητα και ήταν πράγματι γενναίος.
από ενα φίλο της σελίδας μας Τάκης Θηβαίος

facebook.com

add
TAGGED:
Share This Article