Ο Σαράντης το πρεζόνι

mike
By
181 Views
10 Min Read

Η Αλεξάνδρα παντρεύτηκε πριν αρκετά χρόνια από έρωτα. Ο έρωτας με τον άντρα της τον Μιχάλη ήταν κεραυνοβόλος. Παρ` όλες τις αντιρρήσεις των δικών της, που θέλανε γαμπρό από πιο ψηλό ράφι οικονομικά, αναγκαστικά τον δέχτηκαν. Στην πορεία απέκτησε δυο κόρες.
Την μεγαλύτερη την Ελίνα και την Μαρία ένα χρόνο μετά.
Ο καιρός πέρασε γρήγορα, τα κορίτσια μεγάλωσαν και ομορφοσταυρωμένες καθώς ήταν γρήγορα παντρεύτηκαν.

Η Μαρία η μικρότερη μένει αρκετά κοντά της, η μεγάλη όμως πιο μακριά, σε άλλη περιοχή της μεγάλης αυτής πόλης.
Η Ελίνα παρ` όλες τις προσπάθειες με τον άντρα της δεν είχαν καταφέρει ως τώρα να αποκτήσουν παιδί. Δεν σταμάτησε όμως να ελπίζει, μιας και ο χρόνος ήταν σύμμαχος, και το επέτρεπε ακόμα.
Η μικρή είχε ένα κοριτσάκι την Δανάη, που ήταν και η παρηγοριά της Αλεξάνδρας αφού ο άνδρας της πέθανε μετά από σκληρή μάχη που έδωσε με τον καρκίνο.

Η Αλεξάνδρα λοιπόν ζούσε σε μια πολυκατοικία, κοντά στο κέντρο. Στο διπλανό διαμέρισμα έμενε ο Σαράντος, ένας άνθρωπος γύρω στα τριάντα, αλλά εθισμένος στις ουσίες όπως ήταν, έδειχνε αρκετά μεγαλύτερος. Παρ`όλο που ο εθισμός του νέου άντρα ήταν η αιτία που είχε γίνει η σκιά του εαυτού του, δεν είχε δημιουργήσει ποτέ πρόβλημα ούτε στην Αλεξάνδρα ούτε σε κάποιον άλλον εκεί γύρω.

Ζούσε τις περισσότερες φορές ζητιανεύοντας αλλά όταν κάποιες στιγμές πατούσε καλύτερα στα πόδια του, έπαιρνε την κιθάρα του και έπαιζε σε δρόμους πολυδιάβατους, σε πλατείες, σε συγκεντρώσεις, όπου είχε κόσμο. Οσοι έτυχε να τον συναντήσουν στέκονταν να τον ακούσουν, είχε μια υπέροχη φωνή γεμάτη τρυφερότητα, ευαισθησία, και πάθος. Δυστυχώς, και όπως ήταν ορατό φαίνεται πως ο κόσμος των ναρκωτικών στάθηκε η αφορμή να χαθεί ένα σπουδαίο ταλέντο.

Η Αλεξάνδρα τον απαξίωνε, δεν τον θεωρούσε τίποτα άλλο από έναν τελειωμένο, ένα πρεζόνι, επικίνδυνο για την “νορμάλ” και “καθώς πρέπει” κοινωνία έτσι όπως την είχε η ίδια στο μυαλό της. Δεν ήθελε ούτε καλημέρα μαζί του τον απέφευγε με κάθε τρόπο και του το έδειχνε σε κάθε ευκαιρία με την αποστροφή της.
Αν μάλιστα καμμιά φορά της είχε αφήσει η κόρη της η Μαρία την εγγονή της και συμπτωματικά τον συναντούσαν δεν τον άφηνε να πλησιάσει.

Ο Σαράντος τα έβλεπε όλα αυτά στενοχωριόταν, πονούσε, αλλά έστω και μέσα από την θολούρα του μυαλού του καταλάβαινε. Για` αυτό πάντα προσπαθούσε να είναι ευγενικός και διακριτικός, αγαπούσε τόσο πολύ τις αθώες παιδικές ψυχές.
Κάποια ημέρα που η Μαρία έπρεπε να πάει στο νοσοκομείο για ιατρικές εξετάσεις, και ο άντρας της δούλευε, πρωί πρωί πήγε την μικρή στην γιαγιά της. Η Αλεξάνδρα αφού της έφτιαξε το γάλα της βγήκε έξω για να πάει στο ψιλικατζίδικο της γειτονιάς που ήταν λίγα μέτρα παρακάτω.

Όταν έφτασε υπήρχαν ακόμα δυο τρεις πελάτες πριν από εκείνη και έτσι καθυστέρησε λίγο να επιστρέψει.
Γυρίζοντας όμως είδε καπνούς πυκνούς να βγαίνουν από το παράθυρο της. Μόλις συνειδητοποίησε τι γίνεται αλαφιασμένη άρχισε να τρέχει ουρλιάζοντας….. “Το παιδί….το παιδί….η Δανάη είναι μέσα….. το παιδί….βοήθεια…”

Μέχρι να φτάσει στην πόρτα η φωτιά είχε εξαπλωθεί ραγδαία σε όλο το σπίτι, σε ελάχιστο χρονικό διάστημα. Η πυροσβεστική είχε ειδοποιηθεί και ερχόταν αλλά μέχρι να φτάσει είναι βέβαιο δεν θα προλάβαιναν να σώσουν το παιδί. Ο κόσμος φώναζε από τρόμο, κι` αγωνία, αλλά όσο και αν ήθελαν δεν μπορούσαν να κάνουν απολύτως τίποτα. Κάποιοι τολμηροί προσπάθησαν να μπουν, αλλά γύρισαν πίσω αφού ήταν αδύνατον, περιμένοντας όλοι το μοιραίο, με τον πανικό ζωγραφισμένο στα βλέμματά τους. Ήταν ζήτημα χρόνου να συμβεί αυτό αν δεν είχε ήδη συμβεί.

Εκείνη την στιγμή, την στιγμή που όλοι είχαν μείνει καρφωμένοι, και παράλυτοι από τον τρόμο στις θέσεις τους, λίγα μέτρα μακριά μια σκιά ανάμεσα στους καπνούς με πρωτοφανή δύναμη, και μανία, με συνεχόμενες κλωτσιές έσπασε την πόρτα και χύμηξε χωρίς να υπολογίσει τίποτα μέσα στις φλόγες. Το πλήθος παρακολουθούσε με το στόμα ανοιχτό, χωρίς κανείς να προλάβει να δει ποιος ήταν αυτός ο τρελός που πήγε για να αυτοκτονήσει. Γιατί για καθαρή αυτοκτονία επρόκειτο. Οι καπνοί τώρα πια είχαν σκεπάσει τα πάντα μέσα και έξω από το διαμέρισμα.

Πέρασαν ελάχιστα λεπτά – που φάνηκαν ατέλειωτοι αιώνες – όταν είδαν την φιγούρα να βγαίνει τρεκλίζοντας κρατώντας την Δανάη σφιχτά στην αγκαλιά του προστατεύοντας την από την μανιασμένη φωτιά με ασπίδα το ίδιο του το κορμί. Αφού την παρέδωσε στον πρώτο που βρήκε μπροστά του κατέρρευσε μέσα σε στιγμές αλλοφροσύνης.
Το παιδί από ένστικτο επιβίωσης είχε προλάβει να κρυφτεί μέσα σε μια ντουλάπα. Εκεί την βρήκε ο Σαράντος ….(ναι ο Σαράντος) αφού πρώτα έψαξε παντού φωνάζοντας το όνομά της…..”Δανάη…Δανάη…που είσαι μίλησε μου μην φοβάσαι…έλα να πάμε στην γιαγιά…. Δανάη….”

Η μικρή τελικά γλύτωσε με κάποια εγκαύματα μεν που θα πάρει καιρό να επουλωθούν, αλλά θα γίνει όπως ήταν πρώτα, και δεν θα άφηναν σημάδια. Η φωτιά είπαν πως προήλθε από κάποιο βραχυκύκλωμα.
Ο Σαράντος το “πρεζόνι” όμως τελικά δεν τα κατάφερε, έσβησε. Ο Σαράντος το “πρεζόνι” ο αλήτης, που χωρίς δεύτερη σκέψη θυσίασε την ζωή του για να σώσει ένα μικρό κορίτσι. Έσβησε μετά από λίγες ώρες από τις αναθυμιάσεις. Με ένα χαμόγελο ανακούφισης, στο λεηλατημένο από τις φλόγες πρόσωπό του, που κατάφερε και έσωσε την μικρή. Εσβησε στο νοσοκομείο όπου τον μετέφεραν εκείνον και την μικρή Δανάη.

Στις ημέρες που πέρασαν τα δάκρυά της Αλεξάνδρας δεν σταμάτησαν να ξακρίζουν από τα μάτια της όταν σκεφτόταν το αγγελικό του πρόσωπο. Γιατί ναι.. το πρόσωπο του στα μάτια της τώρα είχε πάρει την μορφή αγγέλου, ενός πανέμορφου αγγέλου.
Μέσα της πλέον ολόκληρος ο κόσμος της είχε γκρεμιστεί, και είχε δημιουργηθεί από την αρχή ξανά. Δεν είχε μείνει τίποτα ίδιο με αυτό που ήταν πριν.
Ο Σαράντος το πρεζόνι είχε πέσει στην μάστιγα των ουσιών όχι επειδή δεν είχε τι να κάνει, αλλά από τις ενοχές που τον βασάνιζαν, και τον έπνιγαν.

Πριν μερικά χρόνια είχαν βγει με την μηχανή βόλτα με την κοπέλα που αγαπούσε όσο τίποτα άλλο στην ζωή του, όταν κάποιος μεθυσμένος τους παρέσυρε με το αυτοκίνητο. Η κοπέλα έμεινε στον τόπο, εκείνος γλύτωσε με βαριά τραύματα αλλά δεν μπόρεσε ποτέ να ξεπεράσει τον χαμό της, θεωρώντας ο ίδιος υπεύθυνο τον εαυτό του για κάτι που δεν έφταιγε στην πραγματικότητα. Στάθηκε αδύναμος να αντέξει αυτόν τον πόνο, και τις (άδικες) τύψεις. Δεν μπόρεσε να συνέλθει, δεν βρήκε το κουράγιο, έτσι έπεσε στην δίνη των ναρκωτικών.

Τους τελευταίους οκτώ μήνες όμως και μπαίνοντας σε πρόγραμμα όχι απλά ήταν καθαρός, αλλά δούλευε ντιλίβερι σε μαγαζί που προσφέρει εργασία σε ανθρώπους που έβγαιναν από αυτήν την μάστιγα, βοηθώντας τους στην επανένταξη.
Μέσα του το είχε πιστέψει, όσο τίποτα άλλο πόσο ήθελα να γίνει ξανά αυτός που ήταν. Κατάλαβε επιτέλους πως δεν ευθυνόταν αυτός για τον χαμό της αγαπημένης του, και δεν ήθελε άλλο πια να ακούει πίσω από την πλάτη του λέξεις όπως “τελειωμένος”, “πρεζόνι”, “αλήτης”….κλπ. Τα είχε καταφέρει και ήταν βέβαιο πως δεν θα έπεφτε ξανά στην λούμπα της ξεφτίλας των ουσιών.

Ολα αυτά η Αλεξάνδρα δεν τα ήξερε, δεν γνώριζε τίποτα. Εκρινε μόνο από το απ` έξω των ανθρώπων, και τις “περγαμηνές” τους. Η “καλή κοινωνία”, έτσι την έμαθαν, έτσι είχε μεγαλώσει,…από εδώ οι άξιοι, και από εκεί οι τιποτένιοι, οι ανίκανοι, οι αλήτες. Δεν μπήκε ποτέ στον κόπο να αναρωτηθεί για τις μουτσούνες των αιτίων. Γιατί καταλήγουν εκεί. Τι τους οδήγησε. Αλλά και αν πρέπει κάποιος να κατηγορηθεί είναι ο κάθε Σαράντος ?

Αυτά σκέφτεται η καημένη η Αλεξάνδρα κάθε ημέρα που πάει στο νεκροταφείο και του ανάβει το καντήλι, αφήνοντάς του λουλούδια. Πόσο είχε πάρει την ζωή της λάθος, πόσο έξω είχε πέσει κρίνοντας τους ανθρώπους μόνο επιφανειακά.
Τώρα όταν της δίνεται η ευκαιρία προσπαθεί πάντα να βοηθά κάποιον “παραπεταμένο”. Αυτούς που παλιότερα χωρίς δεύτερη κουβέντα τους απαξίωνε και τους χλεύαζε τους βλέπει με άλλα μάτια γιατί δεν είναι όλοι ίδιοι. Δεν είναι δυνατόν να είναι όλοι ίδιοι. Συνειδητοποίησε με τον πιο επώδυνο τρόπο πως ακόμα και μέσα στις λάσπες μπορεί να βρεις διαμάντια. Αρκεί να έχει ανοιχτά τα μάτια, και την καρδιά σου για να τους διακρίνεις.

Μετά από έναν χρόνο η Ελίνα η μεγάλη της κόρη που δεν μπορούσε ως τότε να κάνει παιδί, έμεινε έγκυος. Σε λίγους μήνες θα φέρει στον κόσμο ένα αγόρι. Τον Σαράντο.
Τάκης Θηβαίος

facebook.com

add
TAGGED:
Share This Article