Δεκατριών χρονών ήταν η Ξανθούλα, όταν την έβαλε η θειά της σε ένα καράβι μαζί με έναν μπόγο που περιείχε όλα της τα ρούχα και την έστειλε ψυχοκόρη στην Αθήνα.

mike
By
132 Views
23 Min Read

Ψυχοκόρη τόλεγαν, για υπηρέτρια επρόκειτο.

Το νησί που γεννήθηκε ήταν φτωχό, η μάνα της είχε πεθάνει όταν ήταν το κοριτσάκι τριών χρονών, ο πατέρας της στα καράβια, έλειπε συνέχεια, το πήρε το ορφανό η αδελφή της μάνας της, τι νάκανε; Είχε ήδη τρία παιδιά που μεγάλωνε, πέντε στόματα όλοι μαζί ε, κι ένα έκτο δεν θάκανε τόση διαφορά. Για δέκα χρόνια την μεγάλωσε την Ξανθίππη-έτσι την είχανε βαφτίσει- αλλά τώρα που έγινε δεκατρία και πέταξε στήθος, η θεία της δεν την ήθελε δίπλα στ’ αγόρια της, που έβλεπε με το έμπειρο μάτι της, πως είχε αλλάξει ο τρόπος που την κοιτούσαν. Δεκαέξι χρονών ο μεγάλος της, δεκαπέντε ο μεσαίος, δώδεκα η Αρετή η κόρη της. Η Αρετή ήταν η μόνη που πλάνταξε στο κλάμα όταν έμαθε πως θα έφευγε η Ξανθούλα. Μαζί είχανε μεγαλώσει οι δυο ξαδέλφες, μαζί τρώγανε και κοιμόντουσαν. Καλύτερα κι από αδελφές. Αλλά, η απόφαση είχε παρθεί, οι συνεννοήσεις με το καινούργιο της αφεντικό είχανε γίνει, η κυρία που θα την έπαιρνε ήταν χουβαρντού, με τα μισθά που θα της κρατούσε, θα μπορούσε η Ξανθή να φτιάξει την προίκα της. Η θειά της, αρκετά την είχε κρατήσει στο σπιτικό της. Κανείς δεν μπορούσε να της πει κουβέντα. Την είχε μεγαλώσει ίσα με τα δικά της τα παιδιά, αλλά φτωχιά ήταν κι αυτή, μεροκαματιάρης ο άντρας της, τι τύχη θάχε η ανιψιά μαζί τους; . Καλύτερα στην πρωτεύουσα λοιπόν.

Δώδεκα ώρες έκανε το καράβι να φτάσει στον Πειραιά μέσα από φουρτουνιασμένη θάλασσα. Δώδεκα ώρες έμεινε η Ξανθούλα χωμένη σε μια γωνιά, με τον μπόγο της αγκαλιά, κίτρινη σαν το λεμόνι απ΄το κούνημα του καραβιού κι απ΄την αγωνία της. Που θα βρισκόταν; Πως θάτανε εκείνο το άγνωστο σπίτι που θα πήγαινε; Θάτανε καλή η κυρά της; Και πως θα πέρναγε χωρίς την Αρετούλα δίπλα της, να μοιράζονται τις μπουκιές και τα μυστικά τους;

Δεν έβαλε μπουκιά στο στόμα της, μέχρι να πατήσει το πόδι της σε στεριά, το στομάχι της διαμαρτύρονταν αλλά η Ξανθούλα είχε άλλες έννοιες. Την περίμενε ένα μεγάλο αυτοκίνητο με έναν οδηγό, που την κατάλαβε από το χαμένο της ύφος, το φτωχικό της φόρεμα και τον μπόγο που κουβαλούσε. Την πλησίασε, της είπε πως τον έστειλε το αφεντικό να την παραλάβει και της άνοιξε την πίσω πόρτα. Το κορίτσι σε όλη την διαδρομή, από το λιμάνι μέχρι το κέντρο της Αθήνας, δεν είπε λέξη. Κοιτούσε σαν χαμένη τα μεγάλα σπίτια, τις λεωφόρους, τα αυτοκίνητα και τα μαγαζιά. Πρώτη της φορά μακριά απ΄το νησί της, και όλα φάνταζαν αλλιώτικα. Μα και ήταν! Αλλιώτικα ήταν κι αλλιώτικα μύριζαν. Έλειπε η ρίγανη, το θυμάρι και η κάπαρη, που αρωμάτιζαν τον αέρα του νησιού. Από το ανοιχτό παράθυρο του αυτοκινήτου, έμπαινε μια πρωτόγνωρη μυρωδιά. Η Ξανθούλα την ονόμασε «μυρωδιά της πόλης». Και μαζί της, φώλιασε μέσα της ένας φόβος, μια αγωνία. Κάποτε, έφτασαν στο σπίτι. Τεράστιο της φάνηκε, με μεγάλα δωμάτια, και μια κουζίνα που ήταν όσο όλο το σπίτι της θείας της, εκεί που είχε μεγαλώσει. Ένιωσε μικρή και ανήμπορη. Πως θα το φρόντιζε μονάχη της όλο αυτό το μεγαθήριο; Η κυρά της την πλησίασε και την εξέτασε προσεκτικά. Δεν έδειξε αν της άρεσε ή όχι αυτό που είδε. «Πεινάς;» την ρώτησε μόνο. Η Ξανθούλα κούνησε αρνητικά το κεφάλι της. Ακόμα είχε στον μπόγο της τυλιγμένο σε μαντίλι, το ψωμί με τις ελιές που της είχε βάλει η θεία της για το ταξίδι.

-Έλα να σου δείξω που θα κοιμάσαι, είπε η κυρία της. Ξεκουράσου και τ’ απόγευμα θα σου δείξω το σπίτι, την αυλή και το πλυσταριό, και θα μιλήσουμε για τα καθήκοντα σου. Εμένα θα με φωνάζεις κυρία Καίτη και τον σύζυγό μου κύριο Νίκο. Ο μεγάλος μας γιός ο Αριστείδης, είναι στην Γαλλία, σπουδάζει, μόνο στις γιορτές έρχεται. Ο μικρός πηγαίνει γυμνάσιο, είναι ο Χάρης, δεν θα έχεις δουλειά μαζί του. Αυτό εδώ, είναι η κάμαρη σου!

Της άνοιξε την πόρτα ενός μικρού δωματίου, δίπλα στη κουζίνα. Είχε μέσα ένα ράντζο και μια μικρή ντουλάπα. Την άφησε μόνη κλείνοντας πίσω της την πόρτα και η Ξανθούλα ξάπλωσε με τα ρούχα όπως ήταν, πάνω στο ράντζο κοιτώντας το ταβάνι. Ιδέαν δεν είχε πώς να νιώσει, δεν καταλάβαινε αν φοβόταν, αν λυπόταν ή αν χαίρονταν με όλα τα καινούργια που την τριγύριζαν. «Αχ μάνα μου…που είσαι να μ’ αγκαλιάσεις;» βόγκηξε, για πρώτη φορά μετά από ένα χρόνο. Μόνο πέρσι, που της ήρθε περίοδος πρώτη φορά και τρόμαξε με το αίμα, φώναξε την μάνα της. Αλλά εκεί, ήτανε δίπλα η θεία Ειρήνη και την αγκάλιασε εκείνη, εξηγώντας της, τι ήταν αυτό το ξαφνικό αίμα. Της έδειξε πώς να τυλίγει βαμβάκι σε πανιά, πώς να τα πλένει γρήγορα να μην μείνει πολύ το αίμα και δεν βγαίνει, πώς να βάζει στην κοιλιά της μια μπουκάλα με ζεστό νερό όταν πονούσε. Εδώ όμως δεν είχε θεία Ειρήνη, ούτε μάνα, ούτε Αρετή. Εδώ, ήταν ολότελα και ολοκληρωτικά μονάχη της. Και για πρώτη φορά στη ζωή της, η Ξανθούλα ένιωσε «ορφανό». Αυτό, που της φώναζαν που και που τα παιδιά στο σχολείο, αλλά τότε δεν την ένοιαζε, γιατί είχε σπίτι, φαί και αγάπη. Με στερήσεις και με το σταγονόμετρο, όμως τα είχε. Εδώ, ήταν αλλιώς…. Σαν να την πέταξαν ξαφνικά μέσα στο βάθος της θάλασσας, χωρίς να έχει προηγουμένως κολυμπήσει ποτέ της.

Ήταν δυνατό όμως κορίτσι η Ξανθούλα. Είχε κληρονομήσει –κι ας να μην το γνώριζε- την αντοχή στις κακουχίες του πατέρα της και το πείσμα της μάνας της. Αφού έκλεισε τα μάτια της για δέκα λεπτά και ξεκούρασε το λεπτό της κορμί από την φουρτούνα που πέρασε, άνοιξε τον μπόγο, έφαγε το ψωμί το ζυμωμένο απ΄τα χέρια της θείας της, έβγαλε τα ρούχα του ταξιδιού, ταχτοποίησε τα λιγοστά της φορέματα στη ντουλάπα και ντυμένη με ένα απλό φουστάνι και μια ποδιά, κάθισε ήσυχη στο ράντζο περιμένοντας.

Δεν άργησε να εμφανιστεί η κυρά της. Της έδειξε τα κατατόπια και της εξήγησε τι περίμενε απ΄αυτήν. Η κυρία Καίτη ήταν αυστηρή, αλλά καλόψυχη. Κατάλαβε πως το κορίτσι ήταν άβγαλτο και την πήγαινε σιγά-σιγά. Δεν ανεχόταν τεμπελιές και τσαπατσουλιές, αλλά δεν την πίεσε και ποτέ. Υπομονετικά της έμαθε πώς να συγυρίζει το μεγάλο σπίτι, πώς να μαγειρεύει έτσι όπως ήθελε ο κύριος, πώς να σιδερώνει χωρίς τσάκιση τα ρούχα του αντρός της.

Και η Ξανθούλα, συνήθισε τα αφεντικά της. Με τον κύριο Νίκο δεν είχε πολλές κουβέντες, εξ’ άλλου εκείνος που δούλευε σαν δικηγόρος, μόνο αργά το βράδυ ερχόταν στο σπίτι. Σπάνια να ξέκλεβε κανα μεσημέρι, να πεταχτεί να τσιμπήσει κάτι με την γυναίκα και τον γιό του και να ξαναφύγει. Το σπίτι όλο το κρατούσαν οι δυο γυναίκες.

Πέρασαν έτσι έξι μήνες. Ο μεγάλος γιός, δεν ήρθε για Πάσχα, είχε είπε πολύ μελέτη, θα τους έβλεπε μια και καλή το καλοκαίρι. Εν τω μεταξύ η Ξανθούλα έκλεισε τα δεκατέσσερα. Το στήθος της είχε αναπτυχθεί εντελώς, η μέση της είχε λεπτύνει, τα μαλλιά της έφταναν πια στη μέση της. Τα έπλεκε σε δυο χοντρές κοτσίδες και τα τύλιγε γύρω απ΄το κεφάλι της, να μην την ενοχλούν στις δουλειές της. Τα λεφτά που της έδιναν κάθε τέλος του μήνα, τα φύλαγε σ’ ένα κουτί που κρατούσε μέσα στη ντουλάπα στο δωμάτιο της. Είχε δειλά-δειλά, αρχίσει να συλλογιέται το μέλλον της. Μέχρι πότε θα δούλευε σαν υπηρέτρια; Κάθε βδομάδα που πήγαινε στο μπακάλη με την σελίδα γραμμένη απ΄την κυρά της για τα ψώνια της εβδομάδας, συναντούσε καμιά φορά κανα-δυο απ΄τις άλλες υπηρέτριες, που δούλευαν σε γειτονικά σπίτια. Ήταν λίγο μεγαλύτερες της, αλλά όλες μικρές –μεγάλες, άλλη κουβέντα δεν είχαν παρά μιλούσαν ασταμάτητα για τους αρραβωνιαστικούς τους. Η μια η μεγαλύτερη, είχε αρραβωνιαστεί τον γιο του κουρέα της γειτονιάς, που πριν λίγο καιρό είχε τελειώσει φαντάρος κι είχε αρχίσει να μαθαίνει την τέχνη του πατέρα του. Η άλλη, είχε βάλει στο μάτι τον νεαρό που δούλευε στο περίπτερο, αλλά εκείνος δεν έμοιαζε να της δίνει σημασία. Η Ξανθούλα, κοκκίνιζε κάποιες στιγμές που τα σχόλια των κοριτσιών γίνονταν πιο τολμηρά, αλλά πιο πολύ κοκκίνιζε όταν βρίσκονταν στο μαγαζί ο γιός του μπακάλη, ο Ερρίκος, κι έπρεπε να δώσει σε κείνον την παραγγελία της. Γυρνώντας μετά στο σπίτι, με το βαρύ δίχτυ γεμάτο ψώνια, έλεγε από μέσα της συνεχόμενα το όνομα του, και της φαίνονταν σαν συγκλονιστική μελωδία.. Ερρίκος-Ερρίκος-Ερρίκος…

Μα, τι σπάνιο και παράξενο όνομα ήταν τούτο; Έτσι σπάνιο και παράξενο άνθρωπο τον φανταζόταν και τον κάτοχο του ονόματος, παρ’ όλο που όλες κι όλες οι λέξεις που είχαν ποτέ ανταλλάξει, ήταν για οκάδες ρυζιού ή φασολιών. Πάντα όμως πήγαινε στο μπακάλικο με ένα κρυφό χτυποκάρδι. Μια φορά είχε τολμήσει να σηκώσει τα μάτια της και να τον κοιτάξει κατάματα κι εκεί είδε πως κι εκείνος την παρατηρούσε με προσοχή. Αλλά αυτό κράτησε λίγα δευτερόλεπτα, μετά έστρεψε την προσοχή της στο ψυγείο με τα τυριά.

Πέρασε κι άλλος καιρός και ήρθε το καλοκαίρι. Και γύρισε ο Αριστείδης απ΄την Γαλλία. Ψηλός ήταν, γεροδεμένος, κι ανάμεσα στις κουβέντες του πετούσε διάφορες λέξεις στα γαλλικά, που όλοι καταλάβαιναν εκτός απ΄την Ξανθούλα. Σαν λίγο φαντασμένος της φάνηκε εκείνης, σαν υπερόπτης και ψηλομύτης αλλά την γνώμη της, την κράτησε για τον εαυτό της.

Το επόμενο μεσημέρι, ο Αριστείδης εδέησε να προσέξει την μικρή υπηρέτρια, την ώρα που σερβίριζε την οικογένεια στο τραπέζι.

Το βλέμμα του κατέβηκε απ΄τις κοτσίδες της και σκάλωσε στο στήθος της. Μετά, έστρεψε την προσοχή του αλλού. Η μάνα του όμως είχε ακολουθήσει την ματιά του και μια ρυτίδα σχηματίστηκε ανάμεσα στα φρύδια της.

Το βράδυ, η Ξανθούλα έπεσε αργά για ύπνο. Είχε κουραστεί σήμερα, από προχτές που είχε γυρίσει απ΄έξω ο μικρός κύριος, όλο και περισσότερες δουλειές είχε, περισσότερες πιατέλες, περισσότερα μαγειρέματα, περισσότερα τουμπελέκια για πλύσιμο.

Μεσάνυχτα ήταν όταν ξάπλωσε, όλο το σπίτι είχε ησυχάσει. Δεν πρόλαβε να ακουμπήσει στο μαξιλάρι της, και με την κούραση που είχε, την πήρε αμέσως βαριά ο ύπνος. Την ξύπνησε απότομα, ένα ξαφνικό βάρος που ένιωσε πάνω της. Πήγε να φωνάξει, αλλά ένα χέρι της έκλεισε το στόμα. Απ΄τις γρίλιες του παντζουριού έμπαινε το φως του δρόμου, και τα μάτια της, συνηθισμένα στο σκοτάδι, είδαν πως ο άντρας πάνω της ήταν ο Αριστείδης. «Μην βγάλεις μιλιά!» της είπε χαμηλόφωνα, αλλά απειλητικά. Και με το ελεύθερο χέρι του, ξεκούμπωσε βιαστικά το παντελόνι του και τράβηξε απότομα το νυχτικό της, φανερώνοντας γυμνό το στήθος της. Η καρδιά της χτυπούσε σαν τρελή. Προσπάθησε να τον σπρώξει από πάνω της, αλλά ήταν πολύ πιο δυνατός από κείνη. Με το βάρος του, την είχε ακινητοποιήσει και το ελεύθερο χέρι του, έσκιζε τώρα το εσώρουχο της. Το άλλο του χέρι, έκλεινε ακόμα το στόμα της. Και τότε, σε μια απελπισμένη προσπάθεια, η Ξανθούλα του δάγκωσε το χέρι με όλη της την δύναμη.

-ΑΑΑΑι! Έβγαλε μια φωνή αυτός και πήρε το χέρι του απ΄το στόμα της φέρνοντας το στο δικό του, για να γλύψει το αίμα που είχε φανεί.

-Παλιοσκρόφα… είπε τσαντισμένος και τράβηξε με μανία το εσώρουχο της. Η Ξανθούλα, με το που ελευθερώθηκε το στόμα της, έβγαλε φωνή μεγάλη. Εκείνος της το ξανάκλεισε με το άλλο του χέρι και με μανία, προσπάθησε απότομα να μπει μέσα της. Ακριβώς όμως την στιγμή εκείνη, η πόρτα άνοιξε με φόρα και ο κύριος Νίκος όρμησε στην καμαρούλα, αρπάζοντας τον γιό του απ΄το πουκάμισο που ακόμα φορούσε. Τον τράβηξε έξαλλος με δύναμη, σπάζοντας όλα τα κουμπιά.

-Δεν ντρέπεσαι βρε αλήτη; Του είπε. Με το δουλικό βρε; Χάσου αμέσως απ΄τα μάτια μου να μη σε βλέπω!
Ο Αριστείδης, με κατεβασμένο το παντελόνι στα γόνατα του και το ανοιχτό του πουκάμισο, κατέβασε τα μάτια του. Σήκωσε όπως όπως το παντελόνι του και βγήκε γρήγορα. Ο κύριος Νίκος γύρισε στην Ξανθούλα, που είχε σκεπαστεί μέχρι τον λαιμό με το σεντόνι και έτρεμε ολόκληρη.

-Σε…πείραξε κορίτσι μου; Την ρώτησε το αφεντικό της.

-Όχι…δεν πρόλαβε…. Απάντησε εκείνη, ενώ τα δόντια της χτυπούσαν ανεξέλεγκτα.

-Εντάξει, είπε αυτός. Το πρωί θα μιλήσουμε. Βάλε τον σύρτη στη πόρτα και κοιμήσου.

Που να κοιμηθεί το ορφανό… Ξαναζούσε στιγμή προς στιγμή τον παρ’ ολίγο βιασμό της και δεν μπορούσε να πνίξει τους λυγμούς της. Το ξημέρωμα την βρήκε άυπνη, με πρησμένα μάτια από το κλάμα. Δεν την είχε πειράξει μόνο η πράξη. Την είχε κάψει και η κουβέντα που είπε ο κύριος της «με το δουλικό βρε;» Την έκανε να νιώθει λίγη, παρακατιανή, ανάξια. Και μέσα της ήξερε, πως δεν της άξιζε. Ντύθηκε, φόρεσε την ποδιά της και πήγε στην κουζίνα να ετοιμάσει τα πρωινά. Εκεί που έψηνε τους καφέδες, μπήκε η κυρα-Καίτη. Πολύ στεναχωρημένη έμοιαζε, και σκεπτική.

-Άσχημη μέρα ξημέρωσε Ξανθή μου, της είπε. Τα έμαθα τα χαΐρια του γιού μου, και πολύ στεναχωρέθηκα. Ευτυχώς που προλάβαμε τα χειρότερα. Αλλά Ξανθή μου, δυστυχώς θα πρέπει να φύγεις απ΄αυτό το σπίτι. Δεν φταις εσύ, αλλά με καταλαβαίνεις φαντάζομαι. Θα σου δώσω δυο μισθούς και θα σου γράψω την καλύτερη συστατική επιστολή, κι έτσι εργατικό κορίτσι που είσαι, δεν θα δυσκολευτείς να βρεις δουλειά.

Η Ξανθούλα χαμήλωσε τα μάτια της.
-Μάλιστα κυρία, είπε σβησμένα

-Κι άλλο κακό νέο άκουσα πρωί-πρωί, συμπλήρωσε η κυρά της. Ο κυρ Σταύρος ο μπακάλης, μπήκε στο νοσοκομείο το βράδυ! Η καρδιά του λέει ξαφνικά…ακόμα δεν ξέρουν αν θα την γλυτώσει! Βρε, τι είμαστε οι άνθρωποι, τίποτα δεν είμαστε….

Μάζεψε τα πράγματα της η Ξανθούλα, έβαλε και όλα τα παραπανίσια χρήματα στο κουτί, πήρε και την συστατική επιστολή και βγήκε στο δρόμο. Είχε σκοπό να πάει για το πρώτο βράδυ σε ένα ξενοδοχείο που είχε πάρει το μάτι της εκεί κοντά, μέχρι να δει και ν’ αποφασίσει τι να κάνει. Τα βήματα της όμως, αντί για το ξενοδοχείο, την έφεραν μπροστά στο μπακάλικο. Και μέσα είδε, τον Ερρίκο, να παλεύει με κάτι λογαριασμούς και να μοιάζει πελαγωμένος. Πως βρήκε το θάρρος και μπήκε μέσα; Και πως βγήκαν αυτές οι λέξεις απ΄το στόμα της, χωρίς να το καταλάβει;

-Μήπως θέλεις βοήθεια; Έμαθα για τον πατέρα σου. Είμαι καλή με τους λογαριασμούς, άριστα είχα στο σχολείο, είπε μονοκοπανιάς και σταμάτησε. Ο Ερρίκος την κοίταξε και κρεμάστηκε απ΄τα λόγια της με ελπίδα.

-Μα..δεν έχεις δουλειά; Ρώτησε.

-Έφυγα από κείνο το σπίτι, είπε μόνο η Ξανθούλα. Δεν θα ξαναγυρίσω…

Ο Ερρίκος την έριξε αμέσως στα βαθιά. Εκείνος ήξερε μόνο να ζυγίζει και να λογαριάζει πόσο έκανε το κάθε τι, μα με τα τεφτέρια και τα βερεσέ του πατέρα του, είχε πελαγώσει. Και ποιος ήξερε πότε θα γύριζε ο πατέρας στη δουλειά, αν γύριζε ποτέ δηλαδή… Το μαγαζί όμως έπρεπε να μείνει ανοιχτό, οι παραγγελίες να τρέχουνε και οι πελάτες να εξυπηρετούνται.

Κάπως έτσι, η Ξανθούλα από υπηρέτρια, έγινε ξαφνικά ταμίας και λογιστής. Μαζί με τον Ερρίκο, κουμαντάρανε μια χαρά το μπακάλικο, που άρχισε σιγά-σιγά να βγάζει καλά λεφτά. Η Ξανθούλα στην αρχή έμενε σε ένα δωμάτιο πίσω απ΄το μαγαζί, αλλά αυτό δεν κράτησε παρα λίγους μήνες. Μετά, με τα λεφτά που είχε κρατήσει απ΄το σπίτι που δούλεψε και με τα καινούργια λεφτά του μπακάλικου, βρήκε και νοίκιασε ένα μικρό δυαράκι στη γειτονιά και αγόρασε στην αρχή ένα κρεβάτι με στρώμα, δυο κατσαρόλες, δυο πιάτα και μαχαιροπίρουνα. Κάθε μήνα πρόσθετε και κάτι, μέχρι που το έφτιαξε σπίτι με τα όλα του! Προκομμένη και έξυπνη ήταν και δουλευταρού, δεν την φοβόταν την δουλειά, βασικά όσο περισσότερο στεκόταν στα πόδια της, τόσο και δεν φοβόταν τίποτα. Την έβλεπε ο Ερρίκος και την καμάρωνε, αλλά δεν τολμούσε να της πει πόσο την θαύμαζε, πόσο του άρεσε το ευλύγιστο κορμάκι της και τα γλυκά, καστανά της μάτια, πόσο την έβλεπε συχνά στον ύπνο του και δεν ήθελε να ξυπνήσει, γιατί ήξερε πως θα την δει το πρωί στη δουλειά και θα του δεθεί κόμπος η γλώσσα.

Και πέρναγε ο καιρό, και η Ξανθούλα έκλεισε τα δεκαπέντε και μετά τα δεκαέξι. Κι εκεί ακριβώς, πάνω στα γενέθλια της, κάθισε και σκέφτηκε.
«Δουλειά έχω, λεφτά καλά βγάζω, ανάγκη κανέναν δεν έχω» είπε στον εαυτό της. «Τι άλλο θέλω για να είμαι απολύτως ευτυχισμένη; Έναν άντρα κι ένα παιδί » ήταν η απάντηση. Να φτιάξει ποθούσε μια οικογένεια, αυτήν που δεν είχε εκείνη όταν μεγάλωνε στο σπίτι της θειάς της, που την φρόντιζε μεν, αλλά δεν ήταν η μάνα της. Ήθελε ένα παιδί, ή και δυό, να τους δώσει όλη την μητρική αγάπη που ένοιωθε να ξεφυτρώνει μέσα της καθώς γίνονταν γυναίκα. Και ποιος άντρας της ερχόταν στον νου, καθώς ονειρευόταν ξύπνια την μελλοντική της οικογένεια; Ποιος άλλος από εκείνον με το μελωδικό όνομα, εκείνο που τραγουδούσε μέσα της από τα δεκατέσσερα, εκείνον που μαζί δουλεύανε κάθε μέρα πλάι-πλάι, και σαν να συμπλήρωναν πάνω στη δουλειά ο ένας τις ελλείψεις του άλλου. Πως θα γινόταν όμως να δούνε, αν θα μπορούσαν να αλληλοσυμπληρώνονται και σαν ζευγάρι; Η Ξανθούλα δεν ήξερε πώς να τον λύσει αυτό τον γρίφο, η ικανότητα της στα μαθηματικά, δεν την είχε προικίσει και να λύνει τα προβλήματα της καρδιάς. Κάτι έπρεπε να γίνει, μια που ούτε ο ένας ούτε ο άλλος δεν τολμούσε να κάνει την κίνηση. Όπως λοιπόν γίνεται συνήθως, φρόντισε το σύμπαν γι αυτούς. Ένα βράδυ, εκεί που ετοιμαζόντουσαν να κλείσουν και να κλειδώσουν, πέφτει ξαφνικά το ρεύμα. Αλλά δεν πέφτει μονο στο μαγαζί, αλλά σε όλη την περιοχή, τα πάντα τυλίγονται στο σκοτάδι. Ήταν και νέα σελήνη, ακόμα κι ο δρόμος ήταν κατασκότεινος. Η Ξανθούλα έμεινε ακίνητη.

-Ερρίκο; Που έχουμε κεριά και σπίρτα; Μπορείς να τα βρείς; Ρώτησε με τρεμάμενη φωνή, ψάχνοντας προσεχτικά με τεντωμένα χέρια μες το μαύρο σκοτάδι.

-Τα ψάχνω, έκανε εκείνος, ψαχουλεύοντας ένα ράφι.
Μετά, σιωπή. Μαυρίλα και ησυχία. Και ξαφνικά, μες το σκοτάδι, πέφτουν ο ένας πάνω στον άλλον. Η Ξανθούλα βγάζει μια τρομαγμένη φωνή και παραπατάει. Ο Ερρίκος την κρατάει μην πέσει, απ΄την μέση. Την στηρίζει, αλλά δεν την αφήνει. Απλά, φέρνει το πρόσωπό του κοντά στο δικό της συνεχίζοντας να ψαχουλεύει, βρίσκει το στόμα της και την φιλάει. Για κάτι που της φάνηκε αιώνας.

Και μετά, άναψαν τα φώτα. Κι αυτοί οι δυο, έμειναν στην ίδια θέση, απλά να κοιτάζονται. Και να ξαναφιλιούνται και να ξανακοιτάζονται. Και να περάσουν έτσι δυο ώρες, μέχρι να γυρίσουν στην πραγματικότητα…

Τώρα όμως, είχε απαντηθεί στο μυαλό της Ξανθούλας το ερώτημα, αν θα μπορούσαν να αλληλοσυμπληρώνουν ο ένας τον άλλον σαν ζευγάρι. Γιατί απλά, δεν μπορούσε να σκεφτεί άλλον άντρα που να νιώθει έτσι στα χέρια του. Και έβλεπε στα μάτια του αγαπημένου της, πως κι αυτός ένιωθε το ίδιο.

Και έστειλαν γράμμα στην θεία της και αρραβωνιάστηκαν και συνέχισαν να δουλεύουν το μπακάλικο, που με τα λεφτά που είχε μαζέψει η Ξανθούλα το εκσυγχρόνισαν και όταν παντρεύτηκαν πήραν και το διπλανό κατάστημα, τα ένωσαν, και όπως ένωσαν τις ζωές τους, τα έκαναν να ανθίσουν και να προκόψουν.

Μαζί με τα δυο τους παιδιά, την Αριάδνη και τον Μιχαλάκη…..

Από φίλη της σελίδας μας Ανθούλα Μ. Αθανασιάδου

Ομφαλός της γης

add
TAGGED:
Share This Article