Μιὰ θαυμαστὴ καὶ ὠφέλιμη ἱστορία ἀπὸ τὸ Ἅγιον Ὅρος

mike
By
6 Views
4 Min Read

Ἄκουσε ἕνα θαυμαστὸ γεγονὸς ποὺ ἔγινε ἐδῶ στὸ Ἅγιον Ὅρος καὶ ἴσως ἕως τώρα δὲν τὸ ἔχεις ἀκούσει.

Ἔτυχε κάποιος στὶς ἡμέρες μας ἐδῶ στὰ Κατουνάκια, ποὺ ἐγὼ δὲν τὸν πρόφθασα, γιατί πρὶν ἀπὸ λίγο καιρὸ εἶχε πεθάνει. Αὐτὸς ἦταν ὑποτακτικὸς σὲ ἕνα Γέροντα τυφλό. Λοιπὸν μία ἡμέρα ἦλθε ἕνας πτωχὸς κοσμικός, περαστικὸς ἀπὸ τὸ Κελλί του. Καὶ τὸν ρωτᾶ ὁ νέος μοναχός:

-Ἀπὸ ποῦ εἶσαι;

Καὶ αὐτὸς ἦταν χωριανός του.

Λοιπὸν δὲν τοῦ ἔδωκε γνωριμία, μόνον τοῦ εἶπε τί κάμνει ὁ τάδε – γιὰ τὸν πατέρα του. Τοῦ λέει ὁ ξένος, ὅτι αὐτὸς πέθανε καὶ ἄφησε τὴ γυναῖκα του καὶ τρία κορίτσια στοὺς δρόμους ὀρφανὰ καὶ πτωχά. Εἶχαν καὶ ἕναν υἱό, λέει, ποὺ ἔφυγε ἀπὸ χρόνια καὶ δὲν γνωρίζουν τί ἔγινε.

Λοιπὸν σὰν νὰ τὸν κτύπησε κεραυνὸς τὸν μοναχό. Καὶ ἀμέσως τὸν προσέβαλε ἡ πάλη τῶν λογισμῶν.

-Θὰ φύγω, λέει στὸ Γέροντά του. Θὰ φύγω νὰ πάω νὰ τοὺς προστατεύσω!

Ζητᾶ εὐλογία. Δὲν τοῦ δίνει ὁ Γέροντας. Αὐτὸς συνεχῶς ἐπιμένει. Καὶ συμβουλεύοντάς τον ὁ Γέροντας κλαίει γιὰ τὸν ἑαυτό του, κλαίει καὶ γιὰ ἐκεῖνον. Ἀλλὰ στάθηκε ἀδύνατον νὰ τὸν μεταπείσει. Τέλος τὸν ἄφησε στὸ θέλημά του, καὶ ἔφυγε ὁ ὑποτακτικός…

Ἀφοῦ βγῆκε ἔξω ἀπὸ τὸ Ὅρος κάθισε νὰ συνὲλθει κάτω ἀπὸ τὴ σκιὰ ἑνὸς δένδρου.

Ἐν τῷ μεταξὺ ἔφθασε ἐκεῖ ἱδρωμένος καὶ ἕνας ἄλλος μοναχὸς· κάθισε καὶ αὐτὸς κάτω ἀπὸ τὴν ἰδία σκιά. Καὶ ἄρχισε νὰ τοῦ λέει:

-Σὲ βλέπω, ἀδελφέ, ταραγμένο. Δὲν μοῦ λὲς τί ἔχεις;

-Ἄφησε, Πάτερ, τοῦ λέει· ἔπαθα μεγάλο δυστύχημα. Καὶ τοῦ διηγεῖται μὲ λεπτομέρεια ὅλη τὴν ἱστορία του.

Ὁ δὲ ἀγαθὸς ὁδοιπόρος του λέει:

-Ἂν θέλεις, ἀγαπητὲ ἀδελφέ, ἄκουσέ με· γύρισε πίσω στὸ Γέροντά σου καὶ ὁ Θεὸς θὰ προστατεύσει τὸ σπίτι σου. Σὺ νὰ ὑπηρετεῖς τὸ Γέροντά σου, ἀφοῦ μάλιστα εἶναι καὶ τυφλός.

Ἂλλ’ αὐτὸς δὲν τὸν ἄκουε. Κυριευμένος ἀπὸ τοὺς λογισμούς του φαίνονταν σὰν παραλήρημα τὰ λόγια τοῦ ἄλλου. Καί, ἀφοῦ τοῦ ἔφερε πολλὰ παραδείγματα, σηκώθηκε ὁ ἀνυπάκουος μοναχὸς νὰ συνεχίσει τὸ δρόμο του πρὸς τὸν κόσμο. Ὁ μοναχὸς ἐν τέλει του λέει·

-Λοιπὸν δὲν μὲ ἀκοῦς νὰ γυρίσεις πίσω;

-Ὄχι! ἀντιλέγει ἐκεῖνος.

-Ε τότε λέει ὁ μοναχὸς· Ἐγὼ εἶμαι Ἄγγελος Κυρίου καὶ ἐμένα πρόσταξε ὁ Θεός, ἀμέσως ὅταν πέθανε ὁ πατέρας σου νὰ πάω κοντά τους νὰ τοὺς φυλάω καὶ νὰ γίνω προστάτης τους. Ἀφοῦ λοιπὸν τώρα ἐσὺ πηγαίνεις ἀντὶ γιὰ μένα, ἐγώ τους ἀφήνω καὶ φεύγω, ἐφ’ ὅσον δὲν μὲ ἀκοῦς.

Καὶ ἔγινε ἄφαντος. Τότε λοιπὸν συνῆλθε ὁ μοναχὸς καὶ γύρισε ἀμέσως στὸ Γέροντα· καὶ τὸν βρῆκε γονατιστό, νὰ προσεύχεται γι’ αὐτόν.

Κατάλαβες, τέκνο μου; Ἔτσι γίνεται, ὅταν ἐμεῖς τὰ ἀφήνουμε ὅλα στὸ Θεό. Ἀφοῦ πολὺ καλὰ τὰ οἰκονομεῖ Ἐκεῖνος ὡς ἀγαθὸς κυβερνήτης καὶ κανένα σφάλμα δὲν ὑπάρχει στὸ θέλημά του. Ἀλλὰ χρειάζεται νὰ ἔχει ὑπομονὴ ἐκεῖνος ποὺ ζητᾶ νὰ σωθεῖ. Ἂν δὲ ζητοῦμε ἐμεῖς νὰ τὰ κάνει ὁ Θεός, ὅπως ἀρέσουν στὴ δική μας διάκριση, τότε ἀλλοίμονο στὸ χάλι μας.

Γέροντος Ἰωσήφ – «Ἔκφρασις Μοναχικῆς Ἐμπειρίας», ἐκδ. Ι.Μ. Φιλοθέου, Ἄγ. Ὅρος, σελ. 109-111 (ἀπόσπασμα σὲ νεοελληνικὴ ἀπόδοση)

Συντάκτης

filippiaven

add
Share This Article