Ὁ ἄπιστος γιατρὸς καὶ ὁ Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Ρῶσσος

mike
By
62 Views
5 Min Read

Στὴν Λίμνη τῆς Εὐβοίας ζοῦσε καὶ ἐργαζόταν ἕνας γιατρὸς ποὺ ὀνομαζόταν Μαντζῶρος. Σὰν γιατρὸς ἦταν πολὺ καλός, ἀλλὰ δὲν πίστευε στὸ Χριστὸ καὶ μάλιστα δὲν ἤθελε νὰ ἀκούει συζητήσεις σχετικὲς μὲ τὴν θρησκεία καὶ τὴν ψυχή. Καταφερόταν ἐναντίον τῆς θρησκείας καὶ οἱ ἀπόψεις του ἦταν σκληροπυρηνικὲς στὸ θέμα τοῦ Χριστιανισμοῦ.

Ἀρρώστησε λοιπὸν καὶ μάλιστα πολὺ σοβαρά. Ἡ ἐπάρατος νόσος εἶχε πλησιάσει τὸν ἄπιστο γιατρὸ ποὺ μὲ φρικτοὺς πόνους κατάλαβε τὴν ἔλευσή του. Μέσα σὲ ἀφόρητους πόνους μεταφέρθηκε στὸ Νοσοκομεῖο τῆς Χαλκίδας. Ἐκεῖ, λόγῳ τῆς σοβαρότητας τῆς ἀσθένειάς του, δὲν μποροῦσαν νὰ τὸν νοσηλεύσουν. Τὸν ἔστειλαν λοιπὸν στὴν Ἀθήνα στὴ κλινικὴ «Παντοκράτωρ», ποὺ βρίσκεται στὴν ὁδὸ Γ’ Σεπτεμβρίου. Ἐκεῖ ὑποβλήθηκε σὲ ἀκτινολογικὲς καὶ χημικὲς ἐξετάσεις, οἱ ὁποῖες ἔδειξαν ὅτι ἡ ἐπάρατος νόσος εἶχε προσβάλει τὸ παχὺ ἔντερο τοῦ γιατροῦ. Ὅταν ὅλη ἡ ζωὴ τοῦ γιατροῦ ἦταν στρωμένη κοινωνικὰ καὶ μποροῦσε νὰ λέει καὶ νὰ κάνει μὲ εὐκολία ὅτι ἤθελε ὁ γιατρὸς ἦταν ἀπόλυτος στὸν λόγο του γιὰ τὸν Χριστὸ καὶ τοὺς Ἁγίους. Ὅλα ἦταν ἕνα καλοστημένο ψέμα γιὰ τὸν ἄπιστο γιατρό. Ἡ μόνη ἀλήθεια ἦταν ἡ ἁμαρτία καὶ ἡ ἀσωτεία. Ἐκεῖ κατέφευγε ὅταν ἐμφανίζονταν στὴ ζωή του μαῦρα μικρὰ συννεφάκια. Ἀλλὰ τώρα, τὰ πράγματα ἦταν διαφορετικά.

Τὰ μαῦρα σύννεφα ποὺ εἶχαν ἐπισκιάσει γιὰ καιρὸ τώρα τὴ ζωή του δὲν μποροῦσε νὰ τὰ διώξει μὲ τὴν προσφιλῆ του μέθοδο ποὺ δὲν ἦταν ἄλλη ἀπὸ τὴν ἁμαρτία.

«Στὸ παντοδύναμο Θεό, νὰ ἐλπίζεις μόνο συνάδελφε».

Αὐτὴ ἦταν ἡ διάγνωση-ἔκκληση τῶν συναδέλφων του, ποὺ τοῦ ἐξηγοῦσαν, μὲ αὐτὸ τὸν σκληρὸ λόγῳ ἐπαγγέλματος λόγο. Καὶ ὁ ἴδιος ὅμως, λόγῳ τοῦ ἐπαγγέλματός του εἶχε ἀντιληφθεῖ, ὅτι ἡ φλόγα τῆς ἐλπίδας κόντευε νὰ σβήσει. Οἱ γιατροὶ λοιπὸν τοῦ Νοσοκομείου του εἶπαν ὅτι ἂν συμφωνοῦσε καὶ ὁ ἴδιος θὰ μποροῦσε νὰ ἐγχειρισθεῖ τὴν ἑπόμενη μέρα. Συμφώνησε λοιπὸν μὲ γνώμονα τὴν ἰατρικὴ γνώση ποὺ καὶ ὁ ἴδιος εἶχε. Ἀλλὰ τὰ λόγια τῶν συναδέλφων του: «Στὸν παντοδύναμο νὰ ἐλπίζεις, συνάδελφε», τὸν ὁδήγησαν παραμονὴ τῆς ἐγχείρησης , σὲ μιὰ αὐθόρμητη προσευχή, ποὺ ἔβγαινε μέσα ἀπὸ τὴν ψυχή του. Παρακαλοῦσε τὸν Θεό, ὄχι μόνον νὰ τὸν κάνει καλά, ἀλλὰ νὰ τὸν συγχωρέσει κιόλας γιὰ τὴν ἀπιστία ποὺ εἶχε δείξει τόσα χρόνια.

Τὴν ὥρα τῆς προσευχῆς κάποιος χτύπησε τὴν πόρτα κι τὸν διέκοψε. Ἦταν ἕνας ὄμορφος νεαρός, ὁ ὁποῖος σπρώχνοντας μὲ τὰ χέρια του τὴν πόρτα μπῆκε μέσα στὸ δωμάτιο τοῦ γιατροῦ καὶ ἀκολούθησε ὁ πιὸ κάτω διάλογος:

«Τί ἔχεις;».

«Εἶμαι πολὺ ἄρρωστος».

«Δὲν ἔχεις τίποτε».

«Μὰ τί λές, Χριστιανέ μου. Ἔχω καρκίνο στὸ ἔντερο στὸ τελευταῖο στάδιο καὶ αὔριο ἐγχειρίζομαι. Καταλαβαίνεις τὶ μοῦ συμβαίνει;».

«Δὲν ἔχεις τίποτα πιά. Σ’ ἔκανα καλά».

«Μὰ καλὰ δὲν ντρέπεσαι ἕναν ἄρρωστο; Μὲ εἰρωνεύεσαι κιόλας;».

«Εἶμαι ὁ Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Ρῶσος. Ἀφοῦ, ἐπιμένεις, κάνε αὔριο τὴν ἐγχείρηση καὶ θὰ πειστεῖς ὅτι δὲν ἔχεις τίποτε».

Ὁ νεαρὸς ἐξαφανίστηκε. Ὁ γιατρὸς ὅμως γεμᾶτος ἀγωνία χτυποῦσε τὸ κουδούνι γιὰ νὰ ρωτήσει τὶς νοσοκόμες μήπως καὶ εἶδαν τὸ νεαρὸ αὐτό, ποὺ εἶχε βγεῖ ἀπὸ τὸ δωμάτιό του. Μάταια ὅμως γιατί καμία ἀπὸ τὶς νοσοκόμες δὲν εἶδε τίποτα. Τὴν ἑπόμενη μέρα ὁ ἄρρωστος γιατρὸς εἰσήχθη στὸ χειρουργεῖο γιὰ τὴν ἐπέμβαση. Οἱ γιατροὶ ἕτοιμοι γιὰ τὴν ἐγχείρηση ἀκοῦνε ξαφνικὰ τὸν γιατρὸ νὰ τοὺς λέει ὅτι δὲν χρειάζεται ἐγχείριση καὶ ὅτι εἶναι καλὰ στὴν ὑγεία του.

«Μὲ θεράπευσε ὁ Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Ρῶσος».

«Μὰ τί εἶναι αὐτὰ ποὺ μᾶς λές;». Στὸν 20ο αἰῶνα εἴμαστε συνάδελφε τί εἶναι αὐτὰ ποὺ λές;». «Τὰ ἔχει χαμένα ὁ συνάδελφος» μονολογοῦσαν οἱ γιατροὶ τοῦ Νοσοκομείου, ἐνῷ ἐπέμειναν νὰ γίνει ἡ ἐγχείριση, λόγῳ μειωμένου καταλογισμοῦ τοῦ ἀσθενοῦς. Τὸν νάρκωσαν λοιπὸν γιὰ τὴν ἐπέμβαση καὶ ὅταν τὸν ἄνοιξαν ὁ ὄγκος δὲν ὑπῆρχε. Εἶχε κάνει τὸ θαῦμα του ὁ Ἅγιος καὶ οἱ γιατροὶ ἀποροῦσαν, κοιτάζοντας ὁ ἕνας τὸν ἄλλον. Ὁ γιατρὸς ἦταν τελείως καλά. Αὐτὰ τὰ διηγῆται ὁ ἴδιος ὁ γιατρὸς παντοῦ, ὅπου κι ἂν βρίσκεται.

Ἀπὸ τὸ βιβλίο: «ΒΙΟΙ ΟΡΘΟΔΟΞΩΝ ΑΓΙΩΝ 9, Ο ΑΓΙΟΣ ΙΩΑΝΝΗΣ Ο ΡΩΣΟΣ», ΕΚΔΟΣΕΙΣ: ΕΝΘΕΟΣ ΒΙΟΣ/eisdoxantheou-gk

Συντάκτης

filippiaven

add
Share This Article