π. Ἀνανίας Κουστένης: «Ἡ προφητεία τοῦ Μεγάλου Κωνσταντίνου γιὰ τὴν Κωνσταντινούπολη»

mike
By
130 Views
9 Min Read

Ἡ σημερινὴ ἡμέρα, ἐπέτειος τῆς Ἁλώσεως τῆς Βασιλευούσης τῶν Πόλεων, εἶναι ἡμέρα πένθους. Ἡμέρα θρήνου. Ἡμέρα κλαυθμοῦ καὶ θλίψεως ἀπαρακλήτου. Διότι οἱ Ἕλληνες Ὀρθόδοξοι ἔχασαν τὴν πρωτεύουσά τους ἢ γιὰ τὴν ἀκρίβεια τοὺς τὴν πῆραν. Ὁ μαρτυρικὸς Παλαιολόγος καὶ οἱ σὺν αὐτῷ δὲν τὴν παρέδωσαν στὸν σουλτᾶνο Μεχμὲτ τὸν Β’ ἢ Μωάμεθ, ὅπως συνηθίζεται νὰ λέγεται. Δὲν τὴν παρέδωκαν τὴν Πόλιν. Ἔπεσαν μαχόμενοι. Ὁπότε δὲν τὴν πῆραν ἀπὸ τοὺς Ρωμιοὺς οἱ Τοῦρκοι τὴν Πόλη. Δὲν τὴν πῆραν, μὲ τὴν ἔννοια τῆς παραδόσεως. Ἀλλὰ ἡ Πόλις ἑάλω. Τὴν ἐκυρίευσαν. Καὶ εἶναι ἐν αἰχμαλωσὶᾳ μέχρι σήμερα. Καὶ περιμένει τὴν ἀνακατάληψη. Περιμένει τὴν ἐλευθερία της.

Ὁ Μέγας καὶ ἅγιος Κωνσταντῖνος, ὁ ἱδρυτὴς καὶ πατέρας της καὶ Γενάρχης τῆς Ρωμιοσύνης, λίγο πρὶν φύγει γιὰ τὰς αἰωνίους μονάς, γιὰ τὴν Ἄνω Πόλη, ἀνέβηκε σ’ ἕνα λόφο ἀπ᾿ τοὺς ἑφτά, τῆς Ἑπταλόφου Κωνσταντινουπόλεως, μαζὶ μὲ ἄλλους πολλούς. Καὶ ἐξέφερε μία προφητεία. Εἶπε, δείχνοντας πρὸς Ἀνατολάς: «Ἀπὸ κεῖ, ὕστερα ἀπὸ 1000 καὶ πλέον χρόνια, θὰ ἔλθει ἕνας βάρβαρος κατακτητής. Ὁ ὁποῖος θὰ πάρει, θὰ κυριεύσει καὶ θὰ αἰχμαλωτίσει αὐτὴ τὴν πόλη, διὰ τὰς ἁμαρτίας κλήρου καὶ λαοῦ καὶ μοναχικοῦ σχήματος. Καὶ αὐτὸς θὰ εἶναι ὁ Κανόνας τῶν Ὀρθοδόξων Ἑλλήνων ἐκ μέρους τοῦ Ἀναστάντος. Ἀλλὰ θὰ περάσουν αἰῶνες κι ἀπὸ τὸ Βορρᾶ θὰ ἔλθει ἕνα ἔθνος πανίσχυρον, τὸ ὁποῖον θὰ τιμωρήσει αὐτὸν τὸν βάρβαρο λαό, θὰ ἀνακαταλάβει τὴν Πόλη καὶ θὰ τὴν παραδώσει στοὺς Ἕλληνες Ὀρθόδοξους».

Αὐτὸ εἶναι προφητεία –καὶ ὑπάρχει στὰ χαρτιά – τοῦ ἁγίου καὶ Μεγάλου Κωνσταντίνου, τοῦ πρώτου Κωνσταντίνου. Ὁ Παλαιολόγος εἶναι ὁ ἑνδέκατος, ὁ τελευταῖος Κωνσταντῖνος, ὁ ὁποῖος δὲν παρέδωκε τὴν Πόλη, ἀλλ᾽ ἔπεσε μαχόμενος.

…Ἡ πατρίδα μας, ἡ Ἑλλάς, καὶ ἡ ἐλεύθερη καὶ ἡ μὴ ἐλεύθερη, εἶχε ἀκουμπήσει πάνω στὴν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία. Τὰ εἶχε ἀφήσει ὅλα στὰ πόδια τοῦ Χριστοῦ καὶ τῆς Παναγιᾶς καὶ τῶν ἁγίων. Κι εἶχε λάβει μεγάλη βοήθεια. Κι εἶχε βρεῖ μεγάλη δόξα. Καὶ γνώρισε ἀκμὴ καὶ μεγαλεῖο. Ὅταν, ὅμως, ἀφήσαμε τὸν Χριστὸ καὶ τὴν Παναγία – οἱ Βυζαντινοί μας πρόγονοι – ἀφήσαμε τὴν ἀγάπη κι ἀνοιχτήκαμε στὴ φιλαργυρία, στὴ φιλοδοξία, στὴ διχόνοια, προπαντός, καὶ στὴ διαίρεση καὶ στὴν ἀλληλοφαγωμάρα, ὅταν πῖὰ ζητάγαμε βοήθεια ἀπὸ τὴν ἄγρια Δύση, τότε τὸ καλό, ὅσο πήγαινε, καὶ λιγόστευε. Ἡ καλοσύνη τοῦ Χριστοῦ, ἡ ἀγάπη τῆς Ἐκκλησίας κι ἡ ὀμορφιὰ τῆς καρδιᾶς τῶν ἀνθρώπων ὅλο καὶ λιγόστευε ἀνάμεσα στοὺς ἀνθρώπους. Καὶ μπῆκαν ὅλα τὰ κακά. Καὶ ἄνοιξαν τὰ ἐρέβη καὶ οἱ ἄβυσσοι τῆς ψυχῆς καὶ τῆς ἀπύθμενης κακίας τῶν ἀνθρώπων. Καὶ ἄρχισε τὸ σκοτάδι καὶ ἡ βαρβαρότης νὰ κυκλώνουν, ὅλο καὶ περισσότερο, τὴν Πόλη τοῦ Κωνσταντίνου. Καὶ τὴν ἄλλοτε ἔνδοξη καὶ κραταιὴ αὐτοκρατορία.

Καὶ συνέβη ἡ λεγόμενη ἐσωτερικὴ ἅλωσις. Προηγήθηκε ἡ μέσα ἅλωσις. Ἡ ἅλωσις τῶν ψυχῶν. Ἡ ἅλωσις τῶν καρδιῶν. Ἡ ἅλωσις τῶν αἰσθημάτων. Ἡ ἅλωσις τῆς ἀρετῆς. Κι αὐτὸ εἶχε ὡς ἀποτέλεσμα, λίγο ἀργότερα, καὶ τὴν ἐξωτερικὴ ἅλωση. Τὸ πάρσιμο, δηλαδή, τῆς Βασιλεύουσας ἀπὸ τοὺς βαρβάρους Τούρκους. Ὁ φταίχτης; Οἱ Βυζαντινοὶ Χριστιανοί. Οἱ προπάτορές μας. Αὐτοὶ κυρίως! Καὶ ὕστερα οἱ ἄλλοι. Καὶ ὕστερα οἱ ἄλλοι! Ἀφοῦ ἀφήσαμε τὸν Παράδεισο τοῦ Χριστοῦ, κι ἀφοῦ ἀφήσαμε τὸν καλὸ ἀγῶνα, κι ἀφοῦ ἀφήσαμε τὴν πίστη, τὴν ἐλπίδα καὶ τὴν ἀγάπη, ἀφοῦ ἀφήσαμε τὸν Ἀφέντη τὸν Χριστὸ καὶ τὴν κυρὰ τὴν Παναγιὰ καὶ τοὺς φίλους μας τοὺς ἁγίους καὶ τοὺς ἀγγέλους, τότε μᾶς διαφέντευσε ἡ κακία, ἡ μικροψυχία, ἡ διχόνοια καὶ τὸ σκοτάδι.

Ἔκλαιγαν οἱ ὅσιοι καὶ οἱ ἀσκηταί. Προφήτευαν οἱ διορατικοὶ ἅγιοι τὸ τέλος καὶ τὸν ἐρχομό, τὸ τέλος τῆς αὐτοκρατορίας καὶ τὸν ἐρχομὸ τῆς βαρβαρότητος. Καὶ κλαίγανε. Καὶ παρακαλούσανε. Κι ἦσαν οἱ θεοσημίες πολλές. Καὶ οἱ προφητεῖες ἀπελπιστικές. Παρακαλοῦσε ὁ τελευταῖος αὐτοκράτορας, ὁ μαρτυρικὸς Κωνσταντῖνος ΙΑ’, ὁ Παλαιολόγος, παρακαλοῦσε τοὺς πλουσίους τῆς Βασιλεύουσας, —μᾶς εἶχε φάει καὶ τότε ἡ πλεονεξία καὶ ἡ φιλαργυρία καὶ ἡ λατρεία τοῦ χρήματος – τοὺς παρακαλοῦσε ν’ ἀνοίξουν τὰ πηγάδια τους καὶ τὶς ἀποθῆκες τους καὶ νὰ δώσουν χρήματα καὶ τιμαλφῆ, προκειμένου νὰ ὀργανωθεῖ ἡ ἄμυνα τῆς Βασιλεύουσας. Ἐκεῖνοι, ὅμως, λὲς καὶ ἦσαν κουφοί, λὲς καὶ ἦσαν πωρωμένοι, λὲς καὶ ἦσαν παραδομένοι στὴ λατρεία τοῦ χρυσοῦ, δὲν ἄκουγαν. Δὲν καταλάβαιναν. Καὶ δὲν ἔκαναν τίποτε. Κι ὄχι μόνο αὐτό. Ἀλλὰ φρουροῦσαν καὶ ἀγκάλιαζαν, ὅσο μποροῦσαν περισσότερον καὶ καλύτερον, τοὺς θησαυρούς των.

Κι ἦλθε ἡ ὥρα, ἡ ἄραχλη ἐκείνη ὥρα, ποὺ ἡ Πόλις ἑάλω. Καὶ τότε μπῆκαν μέσα οἱ βάρβαροι καὶ αἱμοδιψεῖς κι οἱ πλιατσικολόγοι Τοῦρκοι καὶ δὲν ἄφησαν λίθον ἐπὶ λίθου. Φόνευσαν τὸν αὐτοκράτορα, φόνευσαν πολλοὺς ἄρχοντες καὶ ἀμέτρητο πλῆθος λαοῦ, ἄνδρες, γυναῖκες, παιδιά, κληρικούς, μοναχούς. Καὶ ἔγινε ἡ Πόλις θρῆνος καὶ κοπετὸς καὶ ὀδυρμός. «Καὶ θλῖψις ἀπαραμύθητος ἔπεσε τοῖς Ρωμαίοις. Ἐχάσασι τὰ σπίτια τους καὶ τὴν ἀπαντοχή τους. Κι ἐχάσασι τὴν Πόλιν τὴν ἁγίαν, ποὺ ἦτο τὸ μάτι τῆς Ἀνατολῆς καὶ τῆς Χριστιανοσύνης».

Ἡμέρες πρίν, καὶ κατὰ τὴ διάρκεια τῆς πολιορκίας καὶ οἱ ἐντὸς τῆς Βασιλευούσης καὶ οἱ ἐκτὸς πολιορκοῦντες βάρβαροι, ἕνα δείλι ἄκουσαν ἕνα φοβερὸ κρότο, ποὺ ἔφτασε παντοῦ. Κι ἐτρομοκράτησεν ὅλους, τοὺς μέσα καὶ τοὺς ἔξω. Κι ἐνόμισαν πὼς ἦλθε ἡ Δευτέρα Παρουσία τοῦ Κυρίου. Κι ἐκεῖ, καθὼς κοίταζαν κατάπληκτοι καὶ ἐμβρόντητοι, βλέπουν νὰ βγαίνει ἀπ’ τὴν Ἁγια-Σοφιὰ ἕνα φῶς! Μεγάλο καὶ ὑπέρλαμπρο. Καὶ ν’ ἀνεβαίνει καὶ ν’ ἀναλαμβάνεται σιγά-σιγὰ στὸν οὐρανό. Κατάλαβαν ὅτι ὁ Θεὸς σήκωσε τὴν προστασία Τοῦ καὶ τὴ Χάρη Τοῦ ἀπὸ τὴ Βασιλεύουσα καὶ πὼς πολὺ κοντὰ πῖὰ ἦταν τὸ τέλος!

Ποῦ ψυχή, ποῦ καρδιά, ποῦ δύναμη γιὰ ἄμυνα; Κάναν καὶ τὴν τελευταία Θεία Λειτουργία καὶ μετέλαβαν τῶν Ἀχράντων Μυστηρίων, μὲ πρῶτον τὸν μαρτυρικὸν αὐτοκράτορα Κωνσταντῖνο Παλαιολόγο Δράγαζη. Ἔδωσαν κι ἔλαβαν συγχώρεση. Ἔκλαιγαν σ’ ὅλη τὴ διάρκεια τῆς Θείας Λειτουργίας. Καὶ καθὼς μετέλαβαν, αἰσθάνθηκαν πὼς πῆραν τὸ τελευταῖο ἐφόδιο γιὰ τὴν αἰώνια ζωή. Εἰς ἐφόδιον ζωῆς αἰωνίου τοὺς ἔγινε αὐτὴ ἡ Θεία Λειτουργία καὶ ἡ Θεία Μετάληψις. Καὶ βγῆκαν μετά, βγῆκαν μετὰ στὰ τείχη καὶ στὰ ὑπόλοιπα μέρη καὶ κράτησαν καὶ ἔκαναν ἄμυνα.

Ὁ βασιλέας τοὺς παρεκάλεσε νὰ πολεμήσουν καὶ νὰ ἀμυνθοῦν καὶ γιὰ τὴν πίστη, προπαντός, τὴν Ὀρθόδοξη πίστη, καὶ γιὰ τὸν βασιλέα καὶ γιὰ τὴν Πόλη καὶ γιὰ τὴ Ρωμιοσύνη. Καὶ τοὺς τὰ ᾿λεγε κλαίγοντας. Σχὲδὸν ἀπελπισμένος. Κι ἐκεῖ, καθὼς πέρασε ἀπὸ μία ἐκκλησία, μπῆκε μέσα, νὰ κάνει ἕνα σταυρὸ καὶ νὰ συνεχίσει. Καὶ βλέπει ἀμέτρητους ἁγίους καὶ στὸ κέντρο ἡ Παναγία. Τὸν κάλεσε κοντά της. Τοῦ ἔβγαλε, λοιπόν, τὴν περικεφαλαία καὶ τὸ στέμμα, τοῦ τὰ πῆρε, καὶ τοῦ λέει: «Θὰ ἀποθάνεις ὡς μάρτυρας. Αὐτὰ ἐγὼ τὰ κρατῶ», καὶ τ’ ἀκούμπησε στὴν Ἁγία Τράπεζα, «γιὰ νὰ τὰ δώσω πάλι σ᾽ ἐκεῖνον ποὺ θὰ ‘ρθει, μὲ χρόνια μὲ καιρούς, γιὰ νὰ βασιλεύσει ξανὰ ἐδῶ, στὴν Κωνσταντίνου Πόλη, στὴ Θεοσκέπαστη Βασιλεύουσα». Τὰ πῆρε ἡ Δέσποινα καὶ τ’ ἀκούμπησε στὴν Ἁγία Τράπεζα. Ἔπεσε ἐκεῖνος, νὰ Τὴν προσκυνήσει κλαίγοντας, μὲ τὴν προφητεία ποὺ τοῦ εἶπε, καὶ γιὰ τὸν ἑαυτό του καὶ περισσότερο γιὰ τὸ Γένος καὶ τὴν φερώνυμο πολιτεία. Καὶ καθὼς γονάτισε κάτω, ἔγινε ἄφαντη ἡ Κυρία τοῦ κόσμου. Σηκώθηκε, καὶ κοιτάει στὴν Ἁγία Τράπεζα καὶ εἶχαν ἐξαφανιστεῖ καὶ τὰ διάσημα τοῦ αὐτοκράτορα. Τά ‘χε πάρει μαζί της ἡ Παναγία. Καὶ τὰ φυλάει! Καὶ τὰ φυλάει!

Πηγή: «Λόγοι γιὰ τὴν Ἅλωση τῆς Πόλης», Ἀρχιμανδρίτης Ἀνανίας Κουστένης, ἐκδ. Ἀκτή, Λευκωσία 2016, σελ. 26-27, 12-15

Συντάκτης

filippiaven

add
TAGGED:
Share This Article