Ὅλοι εἴμαστε ἁμαρτωλοί

mike
By
20 Views
4 Min Read

Πρίν ἀπό καιρό μοῦ ἔλεγε ἕνας φίλος μου Ἱερεύς, πῆγε σ᾿ αὐτόν ἕνας ὑποψήφιος Ἱερεύς, σταλμένος ἀπό τόν
Ἐπίσκοπο.

Πάει ἐκεῖ: «Τί ἔχεις», λέει, «παιδί μου, νά μοῦ πῆς;». «Δέν ἔχω τίποτε, πάτερ», τοῦ λέει. Λέει, «καλά, καμμιά φορά δέν ἀφαιρεῖσαι στήν προσευχή;». «Ὄχι, ὄχι», λέει, «δέν ἀφαιροῦμαι». «Κἄνα λογισμό», λέει, «ἐμπαθῆ δέν ἔχεις ποτέ;». «Ὄχι», λέει, «δέν ἔχω». Ξέρω ‘γώ, κάτι ἄλλα τόν ρώτησε, δευτερεύοντα, τριττεύοντα ἁμαρτήματα. «Ὄχι, ὄχι δέν ἔχω». «Καλά τοῦ λέει, πήγαινε καί θά συνεννοηθῶ μέ τόν Ἐπίσκοπο». Παίρνει, λοιπόν, τόν Ἐπίσκοπο καί τοῦ λέει, ὁ Ἱερεύς αὐτός:

«Σεβασμιώτατε, αὐτός, τόν ὁποῖο μοῦ στείλατε, ἤ ἀπατεώνας εἶναι, ἤ παλαβός, ἢ ἅγιος. Ἐάν μέν εἶναι ἅγιος, ἂς κάνη ἕνα θαῦμα νά μᾶς πείση· καί τότε τόν κάνετε Ἱερέα. Ἄν εἶναι παλαβός, δέν μπορεῖτε νά τόν κάνετε Ἱερέα. Ἄν πάλι εἶναι ἀπατεώνας, πάλι δέν μπορεῖτε νά τόν κάνετε Ἱερέα. Πρώτη φορά συνάντησα στη ζωή μου, νά ἔρχεται ἄνθρωπος νά μοῦ λέη ὅτι δέν ἔχει τίποτε ἀπολύτως. Οὔτε κάποιον ἐμπαθῆ λογισμό, οὔτε κάποια ἀφαίρεσι τήν ὥρα τῆς Θείας Λατρείας, τῆς προσευχῆς. Καί στήν προσευχή, λέει, εἶναι πάντοτε συγκεντρωμένος αὐτός, καί ἐμπαθῆ λογισμό δέν ἔχει ποτέ καί τίποτε δέν αἰσθάνθηκε μέσα στην ψυχή του».

Δέν εἶχε ὁ ἄνθρωπος τίποτε καί μάλιστα παραμονές τῆς χειροτονίας του.
— Ἐάν ὁ ἄνθρωπος ἔχη ἁμαρτωλούς λογισμούς; Κι αὐτό εἶναι θέμα ἐξομολογήσεως. Θά πῆ: «εἶχα, πάτερ μου, λογισμούς ἐκδικήσεως. Δέν τούς ἔφερα μέν εἰς πέρας, αλλά λογισμούς εἶχα». Δέν λέμε «ὅσα ἔπραξα ἐν λόγῳ ἢ ἐν ἔργῳ ἢ διανοίᾳ»; Εἶναι καί «ἐν διανοίᾳ» ἁμαρτίες καί πρέπει νά ἐξομολογοῦνται. Ὄχι, μέ λεπτομέρειες. Γενικῶς. Εἶχα σαρκικούς λογισμούς. Εἶχα λογισμούς ἐκδικήσεως, εἶχα λογισμούς αντιπαθείας, είχα λογισμούς άγανακτήσεως. Δέν εἶναι ἀνάγκη νά γίνουνε λόγια ἤ ἔργα· καί οἱ λογισμοί εἶναι ἁμαρτωλοί. Ὅταν βέβαια τούς δεχώμαστε. Όταν βάλη ὁ διάβολος ἕνα καί ἐμεῖς τόν διώξουμε, δέν εἶναι ἁμαρτία.

Κάποιος μολυσμός ναί, ἁμαρτία ὄχι. Ὅταν τούς δεχθοῦμε τούς λογισμούς, κάνουμε δηλαδή κουβέντα μέ τούς λογισμούς, τότε βεβαίως ἁμαρτάνουμε. Μάλιστα κάποιος ἀπό τούς Πατέρες λέει: «Ἐν νῷ», στο νοῦ δηλαδή, «βελτιούμεθα καί ἐν νῷ ἀχρειούμεθα». Μέ τό νοῦ μας γινόμαστε καλύτεροι καί μέ τό νοῦ μας γινόμαστε ἀχρεῖοι. Από ‘κεῖ ξεκινᾶνε μετά καί τά ἔργα καί τά λόγια καί ὅλα. Ἀπό τις σκέψεις καί τούς λογισμούς.
— Μπορεῖ ὁ Ἱερέας νά μή διαβάση τή συγχωρητική εὐχή για παιδαγωγικό σκοπό,

— Ἐάν κρίνη ὁ Ἱερέας ὅτι ὁ ἐξομολογούμενος δέν ἔχει πραγματικά μετανοήσει, ὄχι μπορεῖ· ἐπιβάλλεται νά μή διαβάση τήν εὐχή.

Κάποτε είχε έρθει μιά γυναῖκα. Βέβαια, τά κάνουν καί οἱ ἄνδρες — καί ἄνδρας ἦρθε, ἀλλά αυτή ἡ γυναῖκα ἦταν πιό πεισματάρα. Εἶχε τσακωθῆ μέ κάποια γειτόνισσά της. Λέω: «Θά τῆς μιλήσης». «Δέν τῆς μιλάω!». «Θά τῆς μιλήσης». «Δέν τῆς μιλάω!». «Δέν θά κοινωνήσης!». «Ἄς μή κοινωνήσω!». «Θά πᾶς στήν κόλασι». «Ἂς πάω!». «Αἴ, ἄντε στο καλό!». Τί εὐχή νά τῆς διαβάσης; Τό ἴδιο συνέβη καί μέ κάποιον ἄλλο. «Βρέ μίλησέ τους». «Ὄχι, δέν μπορῶ νά τούς μιλήσω, μου ‘καναν κακό. Μοῦ ‘καναν τοῦτο…». «Ἄφες ἡμῖν τά ὀφειλήματα, ὡς καί ἡμεῖς ἀφίεμεν τοῖς ὀφειλέταις ἡμῶν”. Πήγαινε, πές τους μια καλημέρα. Σχέσεις πολλές νά μήν ἔχης, ἀλλά μιά καλημέρα». «Ὄχι! Δέν τούς λέω». Αἴ, τί εὐχή να διαβάσης; Δέν ὑπάρχει μετάνοια. Ὅταν ὑπάρχη μετάνοια, διαβάζουμε τήν εὐχή. Οφείλουμε νά τή διαβάσουμε.

Ιερεας Γκελιας Αρσενιος

add
Share This Article