«Μια μέρα σε μια αυλή στην Κρήτη, 1950» Σφακιά

mike
By
31 Views
5 Min Read

Η αυλή της γιαγιάς Αργυρώς.

Πέτρινη, ασβεστωμένη. Βουκαμβίλια κατακόκκινη στον τοίχο. Στη μέση το πηγάδι με το μαγκάνι. Στη γωνιά ο φούρνος που μύριζε ακόμα ψωμί από χθες. Από πάνω η κληματαριά — σταφύλια σουλιτανίνα, γινωμένα.
Και στη μέση, η ζωή.

Η γιαγιά Αργυρώ, 68 χρονών.
Μαύρα, με ένα κόκκινο γαρύφαλλο στο μαντήλι. Χήρα. Ο άντρας της, ο καπετάν-Μανόλης, τουφεκισμένος απ’ τους Γερμανούς το ’43.
Έμεινε με την αυλή, τρεις γιους, και τώρα πέντε εγγόνια.
«Αυλή χωρίς φωνές παιδιών είναι νεκροταφείο,» έλεγε. Η δική της είχε φασαρία απ’ το πρωί ως το βράδυ.

3:00 — Τα εγγόνια.
Ο Μανόλης 12, σκάλιζε μια σφεντόνα. Η Μαρία 10, κεντούσε προίκα. Ο Γιαννάκης 7, κυνηγούσε τις κότες με μια βέργα. Η Κατερινιώ 5, έπλεκε στεφάνια με μαργαρίτες. Το μωρό η Λενιώ 2, στην ποδιά της γιαγιάς.
Ξυπόλητα όλα. Γόνατα με κακάδια. Μάγουλα κόκκινα απ’ τον ήλιο.
Η γιαγιά ξεφλούδιζε αμύγδαλα. «Σκάστε, δαιμόνια! Θα λιώσει το μυαλό μου!»
Γελούσαν. Κανείς δεν σκάζει μεσημέρι στην Κρήτη.

4:00 — Το προξενιό.
Τικ-τικ-τικ η πόρτα.
Η θεια-Καλλιόπη, 80 χρονών, η προξενήτρα. Μάτια αητού, γλώσσα ξυράφι. Πίσω της η χήρα Ελευθερία κι η κόρη της η Χρυσούλα. 18 χρονών. Ντροπαλή. Μάτια στο χώμα. Φορούσε το καλό της φουστάνι.
«Ώρα καλή, κυρά-Αργυρώ. Ήρθαμε για καφέ.»
Όλοι ήξεραν. Κανείς δεν είπε «προξενιό». Στην Κρήτη τα σοβαρά λέγονται με καφέ.

«Μανόλη!» φώναξε η γιαγιά. «Έλα ’δω, γιε μου.»
Ο Μανόλης ο εγγονός, 22 χρονών. Ψηλός, μελάχρινος, με χέρια δουλεμένα. Είχε γυρίσει απ’ το στρατό πριν 3 μήνες. Βγήκε απ’ το κατώι. Πουκάμισο ιδρωμένο, λάδια στα χέρια.
Είδε τη Χρυσούλα. Πάγωσε μισό δευτερόλεπτο. Αυτή κοκκίνισε μέχρι τις ρίζες.

Η Μαρία έφερε δίσκο: γλυκό περγαμόντο, νερό κρύο απ’ το πηγάδι, καφές ελληνικός.
Μίλησαν για τα σταφύλια. Για την ανομβρία. Για τον παπά που είχε πυρετό.
Για προξενιό κουβέντα.
Αλλά η θεια-Καλλιόπη: «Η Χρυσούλα μου είναι χρυσό κορίτσι. Ξέρει και ψωμί, και υφάδι, και νοικοκυριό. Κι έχει προίκα — δύο ελιές κι ένα σπίτι στο πάνω χωριό.»
Η γιαγιά Αργυρώ ήπιε μια γουλιά καφέ. «Ο Μανόλης μου έχει χέρια. Κι έχει τιμή. Προίκα δεν μετράει στο ζύγι μου.»

Ο Μανόλης έπιασε το φλιτζάνι της Χρυσούλας που πήγε να πέσει. Τα δάχτυλα ακουμπήθηκαν. Μια στιγμή. Τόσο.
Η Χρυσούλα τράβηξε το χέρι σαν να κάηκε. Ο Μανόλης κοίταξε κάτω.
Η θεια-Καλλιόπη χαμογέλασε. Σαν γάτα που έπιασε ποντίκι.

6:00 — Το ρακόμελο.
«Φτάνει ο καφές,» είπε η γιαγιά. Σηκώθηκε. «Ζέστη κάνει. Θα σας βάλω ρακόμελο να δροσιστείτε.»
Πήγε στο κατώι. Έφερε τη μποτίλια με τη ρακή του μακαρίτη. 3 χρονών. Φωτιά.
Κατσαρόλι στη φωτιά. Μέσα: ρακή, μέλι θυμαρίσιο, ένα ξύλο κανέλα, 3 γαρύφαλλα.
Το ανακάτεψε με την ξύλινη κουτάλα. Η αυλή μοσχοβόλησε. Μέλι, αλκοόλ, Κρήτη.

Σέρβιρε σε σφηνάκια. «Στην υγειά σας. Και ό,τι επιθυμεί η καρδιά.»
Ήπιαν. Η Χρυσούλα έβηξε — κάηκε ο λαιμός της. Ο Μανόλης γέλασε αθόρυβα. Αυτή τον κοίταξε για πρώτη φορά στα μάτια. Ένα δευτερόλεπτο. Μετά πάλι κάτω.

«Γιαγιά, κι εμείς;» φώναξε ο Γιαννάκης.
«Εσείς πορτοκαλάδα, βρε ζουλάπια! Το ρακόμελο είναι για τους μεγάλους!»
Γκρίνια. Η γιαγιά βούτηξε το δάχτυλο στο ποτήρι της κι έδωσε στη μικρή Λενιώ να γλείψει. «Να μεγαλώσεις, πουλάκι μου. Να ’χεις κι εσύ τέτοια μέρα.»

Σούρουπο — Η συμφωνία χωρίς λόγια.
Η θεια-Καλλιόπη σηκώθηκε. «Να πάμε, κυρά-Αργυρώ. Νύχτωσε.»
Στην πόρτα, ψίθυρος: «Την Κυριακή να περάσει ο Μανόλης απ’ το σπίτι. Να τα πούνε οι γονείς.»
Η γιαγιά Αργυρώ ένευσε. «Αν είναι γραφτό, θα γίνει.»

Έφυγαν. Η Χρυσούλα γύρισε μια φορά. Μόνο μια. Ο Μανόλης στεκόταν ακίνητος δίπλα στο πηγάδι.

Βράδυ.
Η γιαγιά μάζευε τα ποτήρια. Ο Μανόλης δίπλα της.
«Σου ’καμε κλικ, γιε μου;» ρώτησε χωρίς να τον κοιτάξει.
«Τα μάτια της, γιαγιά. Ήταν σαν τη θάλασσα όταν δεν έχει κύμα.»
Η Αργυρώ χαμογέλασε. «Την Κυριακή θα πας. Και θα πας με το καλό σου πουκάμισο.»

Τα εγγόνια κοιμήθηκαν στην αυλή. Στρωσίδια καταγής, κάτω απ’ την κληματαριά.
Η γιαγιά κάθισε στο κατώφλι. Ήπιε το τελευταίο σφηνάκι ρακόμελο.
Κοίταξε τ’ αστέρια. «Καπετάν-Μανόλη μου,» είπε στον άντρα της. «Ο εγγονός μας θα στεφανωθεί. Και θα ’ναι καλό κορίτσι. Το μύρισα.»

Ένα χρόνο μετά, ο γάμος. Στην ίδια αυλή.
Λύρες, λαούτα, αρνιά στη σούβλα. Και ρακόμελο να τρέχει ποτάμι.
Η Χρυσούλα με το νυφικό της μάνας της. Ο Μανόλης με το κουστούμι του παππού.
Και η γιαγιά Αργυρώ, 69 χρονών, χόρεψε σούστα με το κόκκινο γαρύφαλλο στο μαντήλι.

Γιατί στην Κρήτη το προξενιό δεν γίνεται με λόγια.
Γίνεται με καφέ που δεν πίνεται.
Με ρακόμελο που καίει το λαιμό.
Με μια ματιά που κρατάει ένα δευτερόλεπτο.
Και με μια γιαγιά που ξέρει την καρδιά του εγγονού της πριν απ’ αυτόν.

Ομφαλός της γης

add
Share This Article