Ἡ συγκινητικὴ ἀγάπη ἑνὸς μικροῦ παιδιοῦ πρὸς τὴ γιαγιά του καὶ ἡ μεγάλη πίστη του μεταδίδεται στὴν ἡλικιωμένη γυναῖκα.
Πάτερ θέλω νὰ σᾶς μιλήσω, ποὺ νὰ σᾶς περιμένω;
Ρώτησε ἡ γυναῖκα τὸν λειτουργό, μὲ φωνὴ ποὺ μόλις ἀκουγότανε ἀπὸ τὴ μεγάλη της συγκίνηση.
Ναί, στὸ γραφεῖο τοῦ Ναοῦ ἐκεῖ θὰ μὲ βρῆτε. Ὀνομάζομαι Π. Κ. καὶ μένω στὴν Καλλιθέα.
Ἤμουν πολλὰ χρόνια παράλυτη στὸ κρεβάτι μου.
Οἱ γιατροὶ δὲν μοῦ ἔδιναν ἐλπίδες. Εἶχα πάρει ἀπόφαση ὅτι ἔτσι θὰ τελειώσω τὸν μάταιο αὐτὸ κόσμο.
Οἱ δικοί μου μὲ παρώτρυναν νὰ πάω ἔξω καὶ νὰ κάμω ἐπέμβαση στὰ ὀστᾶ μου. Καταλάβαινα τὴν ἀγάπη καὶ τὸ ἐνδιαφέρον τους, ἀλλὰ καὶ τὴν ματαιότητα τῶν προσπαθειῶν τους.
Ἀρνήθηκα καὶ ἀφέθηκα στὴν πρόνοια τοῦ Θεοῦ Ἔχω ἕναν ἐγγονὸ ἀπὸ τὸν μεγάλο μου υἱό, 10 χρονῶν.
Ἡ ἀγάπη του γιὰ μένα πολὺ μεγάλη, μὲ λατρεύει, μὰ καὶ γὼ τὸν ἀγαπῶ πολύ.
Πέρυσι ἦρθε μὲ τὸν πατέρα τοῦ μὰ καὶ μὲ τὴ μητέρα του γιὰ προσκύνημα στὸν Ταξιάρχη.
Τὸ παιδὶ ὅταν ἀντίκρυσε τὴν θαυμαστὴ εἰκόνα καὶ ἄκουσε ἀπὸ τὸν ἱερέα τὸ ἱστορικὸ καὶ τὰ θαύματα τοῦ Ἀρχαγγέλου, ἐντυπωσιάστηκε τόσο πολύ, ὥστε γονάτισε ἐμπρὸς στὴ θαυματουργὸ εἰκόνα καὶ μὲ δάκρυα παρακαλοῦσε τὸν Ἀρχάγγελο νὰ κάνει καλὰ τὴ γιαγιά του, ἐμένα δηλαδή.
Οἱ γονεῖς του τόσο συγκινήθηκαν ἀπὸ τὴν μεγάλη πίστη στὸν Ἀρχάγγελο καὶ τὴν ἀγάπη του πρὸς τὴν γιαγιά του, ὥστε τον μιμήθηκαν καὶ αὐτοί.
Ἔτσι καὶ οἱ τρεῖς μαζὶ παρακαλοῦσαν τὸν Ἀρχάγγελο νὰ μοῦ δώσει τὴν ὑγεία μου.
Ὅταν μετὰ ἀπὸ πολὺ ὥρα βγῆκαν ἔξω ἀπὸ τὸ Ναό, ὁ μικρὸς ἐγγονός μου, ζήτησε ἀπὸ τὸν πατέρα του, νὰ τοῦ πάρει βιβλίο μὲ τὰ θαύματα καὶ τὸ ἱστορικὸ τῆς εἰκόνος τοῦ Ἀρχαγγέλου.
Μία ἑβδομάδα κάθησαν στὴ Μυτιλήνη καὶ στὸ διάστημα αὐτὸ ὁ μικρὸς εἶχε διαβάσει ὅλο τὸ βιβλίο καὶ ἡ πίστη του πρὸς τὸν Ἀρχάγγελο Μιχαήλ, γιὰ τὸ θαῦμα τῆς θεραπείας μου, τοῦ ἔγινε σχεδὸν βεβαιότητα.
Ὅταν ἔφτασαν στὴν Ἀθήνα καὶ ἄνοιξαν τὴν πόρτα τοῦ σπιτιοῦ, ὁ μικρὸς ἔτρεξε ἀμέσως στὴν κάμαρά μου.
Ἔπεσε στὴν ἀγκαλιά μου καὶ μὲ δάκρυα χαρᾶς εἶπε τὰ ἑξῆς:
«γιαγιάκα θὰ γίνεις καλά, βρῆκα τὸν ἅγιο ποὺ θὰ σὲ θεραπεύσει, εἶναι ὁ ταξιάρχης, ὁ ταξιάρχης του Μανταμάδου, εἶναι πολὺ θαυματουργός, τὸν παρακάλεσα γιὰ σένα καὶ εἶμαι βέβαιος ὅτι μὲ ἄκουσε, νὰ σοῦ ἔφερα καὶ τὸ βιβλίο του νὰ τὸ διαβάσεις καὶ νὰ δεῖς ποσὸ θαυματουργὸς εἶναι ὅταν τοῦ ζητᾶς κάτι μὲ πίστη!!!»
Τὸν ἀγκάλιασα καὶ τὸν ἔπνιγα στὰ φιλιὰ καὶ στὰ δάκρυα τῆς εὐγνωμοσύνης καὶ τῆς συγκίνησης μου.
Ἡ παιδική του ἁπλότητα, ἡ θερμή του πίστη, ἡ ἐμπιστοσύνη του πρὸς τὸν Ἀρχάγγελο Μιχαὴλ καὶ ἡ βεβαιότητα στὴ θαυμαστὴ ἐνέργεια μὲ συγκλόνισαν.
Ἐμφύτεψε στὴν καρδιά μου τὴν ἐλπίδα ποὺ εἶχε χαθεῖ ἀπὸ καιρό.
Μοῦ δυνάμωσε τὴν πίστη στὴν πρόνοια τοῦ Θεοῦ. Ἄρχισα νὰ πιστεύω στὸ ἀκατόρθωτο, στὸ θαῦμα!!!
Μετὰ ἀπὸ τὸν ἐγγονό μου μὲ πλησίασε ὁ γιός μου.
Ξετύλιξε μέσα ἀπὸ ἕνα κάτασπρο χαρτὶ μία μεγάλη εἰκόνα καὶ ἀφοῦ μὲ φίλησε μοῦ τὴν προσέφερε:
«μητέρα εἶναι ἡ εἰκόνα τοῦ ταξιάρχη Μιχαήλ, σοῦ τὴν φέραμε νὰ τὴν προσκυνήσεις, μιᾶς καὶ δὲν μπορεῖς νὰ πᾶς ὡς ἐκεῖ.»
Τὴν ἔφερα στὰ χείλη μου καὶ νοερὰ τὸν παρακάλεσα νὰ μὲ ἀξιώσει καὶ νὰ ἔλθω μόνη μοῦ πάνω στὰ πόδια μου, νὰ τὴν προσκυνήσω στὸ Μανταμάδο.
Μὲ ψυχικὴ λαιμαργία ἔπεσα στὴν ἀνάγνωση τοῦ βιβλίου, ποὺ μοῦ ἔφερε ὁ ἀγαπημένος μου ἐγγονός.
Τὴν κάθε σελίδα τὴν ζοῦσα. Ἔβλεπα τὸ κάθε θαῦμα ὅτι ἤτανε καρπὸς τῆς μεγάλης πίστης τῶν πιστῶν.
Ἔτσι καὶ ἡ δική μου πίστη ἄρχισε νὰ τρέφεται ἀπὸ τοὺς καρποὺς τῆς πίστεως τῶν ἄλλων, καὶ σιγά-σιγά νὰ μεγαλώνει, νὰ γιγαντώνεται.
Ἡ ἐλπίδα, ποὺ φοβισμένη στὴν ἀρχὴ ἄρχισε νὰ ἀνατέλλει τὴν καρδιά μου, τώρα θαρρετὴ μεσουρανοῦσε.
Ἡ παγωμένη μου ψυχή, ἄρχισε νὰ θερμαίνεται ἀπὸ πίστη καὶ βεβαιότητα στὴν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ καὶ τὴν μεσιτεία τοῦ Ἀρχαγγέλου, ὥστε σιγά-σιγά ἄρχισαν νὰ μὴ μὲ ἐκπλήσσουν ὅπως πρῶτα.
Πίστεψα μὲ βεβαιότητα ὅτι δὲν εἶναι μακρυὰ ἡ μέρα, ποὺ οἱ ἄλλοι θὰ διαβάζουν, ὅπως τώρα ἐγώ, τὸ θαῦμα τῆς δικῆς μου θεραπείας!
Ἦταν τὸ βράδυ τῆς τρίτης ἡμέρας, ἀπὸ τότε ποὺ τὰ παιδιά μου εἶχαν ἐπιστρέψει ἀπὸ τὴ Μυτιλήνη καὶ μοῦ εἶχαν φέρει αὐτοὺς τοῦ θαυμάσιους θησαυρούς, τὴν εἰκόνα καὶ τὸ βιβλίο τοῦ Ταξιάρχη.
Ἤμουν μόνη στὸ σπίτι. Τελείωνα τὸ βιβλίο τῶν θαυμάτων τοῦ Ταξιάρχη γιὰ τρίτη φορά. Δὲν χόρταινα νὰ τὸ διαβάζω καὶ νὰ ρουφῶ τὴν κάθε του γραμμὴ μὲ λαιμαργία.
Ἔβγαλα τὰ γυαλιά μου, ἀκούμπησα τὸ βιβλίο στὰ γόνατα κι ἔριξα τὰ μάτια μου στὴν εἰκόνα τοῦ Ταξιάρχη. Ἔκανα τὸ σταυρό μου καὶ μέσα ἀπὸ τὰ βάθη τῆς ψυχῆς μου τὸν παρακάλεσα:
«ταξιάρχη μου, ἀρχάγγελέ μου λυπήσου με, δέξου τὴν παράκληση τῆς ἀμαρτωλὴς δούλης τοῦ Θεοῦ, βοήθησέ με, δὲν θέλω πολλά, μόνο ὅσα γιὰ νὰ μπορῶ τὶς δικές μου ἀνάγκες, τὸ ξέρω, εἶμαι ἀμαρτωλη μὰ δὲν ἔχω κανέναν ἄλλον νὰ τοῦ ἐμπιστευτὼ τὶς ἐλπίδες μου. ἐσὺ ἀρχάγγελέ μου ἔχεις μεγάλη παρρησία πρὸς τὸν Κύριον μας, κάνε τὸ θαῦμα σου, σὲ παρακαλῶ, εὐγνωμοσύνη αἰώνια καὶ πίστη στὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ, σοῦ ὑποσχόμαι, χρυσὸ ὁμοίωμα σου θὰ φέρω στὸ μανταμάδο, ἄκουσε τὴν πονεμένη μου φωνῆ.»
Τὴ στιγμὴ αὐτὴ ἀκριβῶς, ἡ ἐξώπορτα τοῦ σπιτιοῦ μας ἄνοιξε μὲ θόρυβο καὶ βήματα πλησίασαν πρὸς τὴν κάμαρα μου.
Νόμισα ὅτι εἶναι τὰ παιδιὰ καὶ ὁ ἐγγονός μου. Τοὺς φώναξα… ἀπάντηση δὲν πῆρα!! καὶ πάλι τὸ ἴδιο.
Ἀσυναίσθητα σὰ νὰ μὴ γνώριζα ὅτι δὲν μπορῶ νὰ σηκωθῶ, ἔκανα νὰ ἀνασηκωθῶ καὶ νὰ πάω στὴν πόρτα νὰ δῶ τί συμβαίνει.
Σηκώθηκα….!!!!!!!!!!
Πλησίασα τὴν πόρτα καὶ τὴν ἄνοιξα….
ὦ Θεέ μου!! μία εὐωδία πλημμύρισε τὴν κάμαρα μου!!!!Μία εὐωδία ποὺ δὲν εἶχα ἄλλη φορὰ νιώσει.
Ω τέτοιο ἄρωμα, τέτοια ὀμορφιά, τότε αἰσθάνθηκα ὅτι εἶμαι ὄρθια στὰ πόδια μου!
Ὅμως δὲν μὲ συγκλόνισε αὐτὸ τὸ γεγονός, τὸ ὅτι δηλαδὴ στεκόμουν στὰ πόδια μου, μὲ συνετάραζε ἡ βεβαιότητα ὅτι μέσα στὸ σπίτι μου, στὴν κάμαρα μου, δίπλα μου, κοντά μου βρισκόταν ὁ Ταξιάρχης.
Τὸν ἔνιωθα, τὸν αἰσθανόμουν, τὸν ζοῦσα μὲ τὴν ὑπερκόσμια εὐωδία Του.
Ξαφνικὰ ἕνα δυνατὸ ἐκτυφλωτικὸ φῶς θάμπωσε τὰ μάτια μου.
Τὸ φῶς αὐτὸ ὑπερνικοῦσε τό φῶς τῆς ἠλεκτρικῆς λάμπας τοῦ δωματίου μου.
Ἔστρεψα τὸ πρόσωπο μοῦ καὶ ἀναζήτησα τὴν πηγή του.
Ω Ταξιάρχη μου.!!!
Ἡ εἰκόνα τοῦ Ἀρχαγγέλου, ποὺ μοῦ εἶχε φέρει τὸ παιδί μου ἀπὸ τὸν Μανταμάδο, ἄστραφτε σὰν τὸν ἥλιο καὶ ἀκτινοβολοῦσε τὴν ὑπερκόσμια αὐτὴ λάμψη.
Πρὶν καλὰ καλὰ συνέλθω, ἄνοιξε ἡ πόρτα τοῦ σπιτιοῦ μας καὶ στὸ κατώφλι της φάνηκαν τὰ παιδιά μου καὶ ὁ ἐγγονός μου.
Μόλις μὲ εἶδαν ὄρθια στὴν πόρτα τῆς κάμαρας μου καὶ γεύτηκαν τὴ Θεῖα εὐωδία ποὺ εἶχε πλυμμηρίσει ὅλο μας τὸ σπίτι, τὰ ἔχασαν.
Χωρὶς νὰ βγάλουν λέξη ἀπὸ τὸ στόμα τους ἔτρεξαν κοντά μου. Ἄνοιξαν τὶς ἀγκαλιές τους καὶ ὅλοι μαζὶ δεθήκαμε σφιχτὰ σὲ ἕνα σύμπλεγμα.
Δὲν μιλοῦσε κανείς, μιλοῦσαν τὰ δάκρυα τῆς χαρᾶς μας, ποὺ ἀνακατεύοταν καὶ ἔβρεχαν τὰ πρόσωπα μας.
Στὴ στάση αὐτὴ καθήσαμε πολὺ ὥρα, χωρὶς νὰ μποροῦμε νὰ ἀρθρώσουμε λέξη.
Ἡ μεγάλη μας χαρὰ ἔπνιγε τὴ φωνή.
Ξαφνικά, ἡ φωνὴ τοῦ ἐγγονοῦ μου, μᾶς συνέφερε:
«γιαγιάκα, γιαγιάκα εἶδες; ἐγὼ τὸ ἤξερα, δὲν σοῦ τὸ εἰπα; ὁ ταξιάρχης θὰ σὲ ἐκανε καλά, εἶναι πολὺ θαυματουργός, φτάνει νὰ τὸ πιστέψεις!!!»
Τότε θυμηθήκαμε τὴν εἰκόνα ἀπ`την οποία ἔβγαινε τὸ ὑπερκόσμιο φῶς.
Συρθήκαμε ὡς ἐκεῖ καὶ γονατίσαμε ὅλη κάτω ἀπὸ αὐτὴ ψάλλοντας τὸ ἀπολυτίκιο τοῦ Ἀρχαγγέλου.
Τὸ φῶς σιγά-σιγά ἄρχισε νὰ ἀδυνατίζει, ὥσπου ἡ εἰκόνα ἔμεινε φυσιολογική.
Τότε διακρίναμε τὸ ἀνθισμένο χαμόγελο στὸ πρόσωπο τοῦ Ἀρχαγγέλου. Θεέ μου τί χαμόγελο ἦταν αὐτό!!!
Σὲ γαλήνευε, σὲ ἠρεμοῦσε, σὲ ἀνέβαζε στὸν ἕβδομο οὐρανό.
Ὅλη σχεδὸν τὴ νύχτα, γονατιστὴ καὶ μόνη μου κάτω ἀπὸ τὴν εἰκόνα, μὲ αὐτοσχέδιες προσευχὲς καὶ εὐχαριστίες προσπαθοῦσα νὰ τοῦ δείξω τὴν εὐγνωμοσύνη μου.
Τὰ χαράματα πῆγα στὸ κρεβάτι μου καὶ ἔκλεισα γιὰ λίγο τὰ μάτια μου. Ὅταν ξύπνησα ἡ ματιά μου ἔτρεξε στὴν εἰκόνα τοῦ Ἀρχαγγέλου, τὸ χαμόγελο εἶχε ἐξαφανιστεῖ, εἶχε ἔρθει στὴν φυσική της προτέρα κατάσταση.
Ἀπὸ τὴν ἡμέρα αὐτὴ Πάτερ μου, σκοπὸ τῆς ζωῆς μου ἔβαλα νὰ ἀνταποκριθῶ, ὅσο πιὸ γρήγορα γινόταν, στὰ τάματα μοῦ πρὸς τὸν Ἀρχάγγελο, γιὰ νὰ ἔρθω νὰ γνωρίσω ἀπὸ κοντὰ τὴν θαυματουργικὴ Τοῦ εἰκόνα καὶ νὰ τὸν εὐχαριστήσω, γιὰ τὸ μεγάλο καλὸ ποὺ μοῦ ἔκανε.
Δόξα στὸν Μεγαλοδύναμο Θεὸ καὶ εὐχαριστίες στὸν ἔνδοξο Τοῦ Ἀρχάγγελο, ποὺ μοῦ ἔδωσαν καὶ αὐτὴ τὴ χαρὰ νὰ εἶμαι σήμερα κοντά τους καὶ νὰ ἐκπληρώνω τὰ τάματά μου
Πρωτοπρεσβυτέρου Εὐστρατίου Δήσσου,
ΤΟ ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΚΑΙ ΤΑ ΘΑΥΜΑΤΑ ΤΟΥ ΤΑΞΙΑΡΧΗ ΜΑΝΤΑΜΑΔΟΥ.
Φωτεινή Παπαδοπούλου