ΕΣΥ βαριέσαι να προσευχηθείς;

mike
By
9 Views
4 Min Read

Κάποτε ζούσε ένας γέροντας που είχε ένα τεράστιο, κρυφό ελάττωμα… Βαριόταν τη θρησκευτική ρουτίνα όσο τίποτα άλλο στον κόσμο. Κάθε φορά που σήμαινε το σήμαντρο για τον Όρθρο ή τον Εσπερινό, η ψυχή του έβγαινε. Οι ατέλειωτες ώρες ορθοστασίας, τα «Κύριε Ελέησον» και οι μακροσκελείς ψαλμοί τον έκαναν να χασμουριέται τόσο έντονα.

Μια μέρα, ο γέροντας αποφάσισε πως η κατάσταση δεν πήγαινε άλλο. «Ο Θεός είναι πάνσοφος», σκέφτηκε. «Γιατί να σπαταλάμε τον χρόνο μας με επαναλήψεις;»

Έτσι, κατέστρωσε ένα σχέδιο. Έγραψε σε ένα μεγάλο κομμάτι πάπυρου όλες τις επίσημες προσευχές της ημέρας με τα πιο όμορφα καλλιγραφικά του γράμματα. Κρέμασε τον πάπυρο στον τοίχο του κελιού του, ακριβώς πάνω από το κρεβάτι του.

Κάθε βράδυ, αντί να γονατίσει για δύο ώρες, ξάπλωνε αναπαυτικά, έδειχνε με το δάχτυλο τον πάπυρο και έλεγε με ύφος:
«Κύριε, τα βλέπεις αυτά γραμμένα εκεί στον τοίχο; Ε, ισχύουν και για απόψε. Αμήν!» Μετά από αυτό, γύριζε από το άλλο πλευρό και έπεφτε για ύπνο με τη συνείδησή του πεντακάθαρη.

Ο καιρός περνούσε και ο Αρσένιος ήταν ο πιο ξεκούραστος μοναχός της αδελφότητας. Όμως, ο Ηγούμενος, —ένας άνθρωπος με κοφτερό μυαλό και ακόμα πιο κοφτερή παρατηρητικότητα— άρχισε να υποψιάζεται ότι κάτι περίεργο συνέβαινε με την πνευματική ζωή του. Ένα βράδυ, ο Ηγούμενος στάθηκε αθόρυβα έξω από το κελί του γέροντα και άκουσε την “προσευχή” των πέντε δευτερολέπτων «Κύριε, τα ίδια με χθες. Δες τον τοίχο. Καληνύχτα!»

Την επόμενη μέρα, ο Ηγούμενος κάλεσε τον Αρσένιο στο γραφείο του. Αντί όμως να του φωνάξει, του χαμογέλασε με νόημα.
«Αρσένιε», του είπε ήρεμα, «έμαθα για τη νέα σου μέθοδο προσευχής. Πραγματικά, πολύ πρωτοποριακή. Σκέφτηκα λοιπόν να εφαρμόσουμε αυτή την εξοικονόμηση χρόνου και σε άλλα πράγματα στο μοναστήρι». Οκ;

Ο Αρσένιος ενθουσιάστηκε, νομίζοντας ότι βρήκε υποστηρικτή «Αλήθεια, Γέροντα;» «Βεβαίως», απάντησε ο Ηγούμενος. «Από σήμερα, όταν πεινάς, δεν χρειάζεται να τρως. Θα πηγαίνεις στην τραπεζαρία, θα κοιτάζεις το μενού στον τοίχο και θα λες- “Κύριε, τα βλέπεις αυτά; Θεώρησέ τα φαγωμένα”. Επίσης, όταν δίψας θα στέκεσαι απλώς μπροστά στην κανάτα, θα την κοιτάζεις με νόημα και θα λες “Κύριε, βλέπεις το νερό; Θεώρησε ότι το ήπια. Αμήν!” Μετά θα σκουπίζεις τα χείλη σου με την άκρη του ράσου σου, απόλυτα ξεδιψασμένος και ικανοποιημένος με τη φανταστική σου ενυδάτωση!» Τι λες;»

Ο Αρσένιος κατάλαβε αμέσως το μάθημα. Κοκκίνισε από ντροπή και κοίταξε το πάτωμα.
«Συγχώρεσέ με, Γέροντα», ψέλλισε. «Αλλά ειλικρινά, δυσκολεύομαι πολύ να συγκεντρωθώ στις μεγάλες προσευχές. Το μυαλό μου πετάει συνέχεια».Ο Ηγούμενος τον χτύπησε στον ώμο. «Ο Θεός δεν θέλει αντιγραφές, ούτε θέλει να υποφέρεις από βαρεμάρα. Αν δεν μπορείς να πεις χίλιες λέξεις, πες πέντε. Αλλά πες τις με την καρδιά σου, όχι με το δάχτυλο στραμμένο στον τοίχο. Η προσευχή δεν είναι αγγαρεία, είναι κουβέντα με έναν φίλο».

Από εκείνη τη μέρα, ο Αρσένιος δεν ξανακοίταξε τον πάπυρο. Μπορεί να μην έγινε ποτέ ο μοναχός που έκανε τις μεγαλύτερες αγρυπνίες, αλλά κάθε βράδυ, πριν κοιμηθεί, έκλεινε τα μάτια και έλεγε απλά.

«Κύριε, σε ευχαριστώ για τη μέρα που πέρασε. Βοήθησέ με να είμαι χρήσιμος αύριο. Κι αν με πάρει ο ύπνος… ξέρεις εσύ».

Και αυτή η προσευχή, αν και σύντομη, ήταν η πιο αληθινή που είχε πει ποτέ.

Αγαπώ τον Χριστό

add
Share This Article