Ὁ Ἅγιος Ἱερώνυμος Σιμωνοπετρίτης καί τὸ πιὸ ἀποτελεσματικὸ γιατρικό

mike
By
18 Views
6 Min Read

Ὁ Ἅγιος Ἱερώνυμος ὁ Σιμωνοπετρίτης εἶχε μιὰ ἁγιασμένη μάνα, τή Μαρία. Εκείνη ὁδήγησε τὰ βήματά του στὴν πίστη. Ἀπὸ τὸ στόμα της ἄκουγε τὰ βράδια -ἀντὶ γιὰ παραμύθια- βίους ἁγίων. Μαζί της πήγαινε στὸν Ἅγιο Δημήτρη, τὴ μεγαλόπρεπη έκκλησία τοῦ χωριοῦ του Ρεϊζ-Δερέ, ποὺ ἦταν κοντὰ στὰ Ἀλάτσατα τῆς Μικρᾶς Ἀσίας, γιὰ νὰ ἀνάψουν τὰ καντήλια καὶ νὰ προσευχηθοῦν.

Ἔτσι κι ἐκείνη τή φορά. Κίνησαν 4-5 ὧρες δρόμο γιὰ νὰ πάνε, ὁ μικρός Γιάννης, ὅπως ἦταν τὸ κοσμικό του ὄνομα, ἡ μητέρα του καὶ οἱ θεῖες του σ’ ἕνα μοναστήρι. Στὸν δρόμο τοῦ γυρισμοῦ ὁ ἑπτάχρονος Γιάννης ἔτρεχε μὲ ένθουσιασμό. Σὰν ἔφτασαν στὸ χωριό τὸν εἶδε μιὰ γειτόνισσα καὶ τοῦ φώναξε: «Δεν κουράστηκες ἀπὸ τὸ τρέξιμο;». «Όχι, καθόλου» τη διαβεβαίωσε ἐκεῖνος.

Τὴν ἄλλη μέρα, ὅμως, ὁ Γιάννης δὲν μποροῦσε νὰ περπατήσει ἀπὸ τοὺς πόνους. Τὰ πέλματά του εἶχαν γεμίσει μπλαβά σημάδια καὶ ἦταν πρησμένα. Ὁ δάσκαλος, ποὺ ἀντιλήφθηκε πώς τὸ παιδὶ εἶχε πρόβλημα, ἀνέθεσε σε δύο μεγαλύτερα παιδιὰ νὰ τὸν πάρουν ἀγκαλιὰ καὶ νὰ τὸν πᾶνε στο σπίτι του. Ένας ξάδελφός του ἔφυγε μὲ βιάση στο διπλανό χωριό γιὰ νὰ φέρει ἕναν γιατρό.

«Δὲν εἶναι τίποτα, θὰ γειάνει (1) !» διαβεβαίωσε τη μάνα ὁ γιατρός. «Μόνο γιὰ νὰ τὸν κάμω καλά, θέλω τόσα μέτρα ύφασμα ποὺ ὑφαίνεις καὶ τόσα κιλά φασόλες ἀπὸ τὸν μπαχτσέ σας».

«Νά ‘σαι καλά, γιατρέ μου!» ἀποκρίθηκε ή μάνα. «Ἄμε (2), γιατὶ ἂν δὲν τὸν γειάνεις, ἐγὼ θὰ σὲ βλέπω καὶ θὰ ἀγανακτῶ». Καὶ τὸν ἔδιωξε!

Τί νὰ κάνει καὶ ὁ γιατρός, μπρὸς στὴν ἀφοπλιστική εἰλικρίνεια τῆς μάνας, δὲν εἶπε κουβέντα. Τὰ μάζεψε κι ἔφυγε.

«Γυναίκα, ἐλωλάθηκες (3);» εἶπε μὲ ἀπορία ὁ Νικολής, ὁ ἄντρας της. «Εγώ πῶς θὰ φύγω μὲ τὴν ἔγνοια τοῦ παιδιοῦ;». Τὴν ἄλλη μέρα εἶχε κανονίσει νὰ φύγει μαζί μὲ ἄλλους συγχωριανούς του μὲ τὸ σφουγγαράδικο, γιὰ νὰ μαζέψει τοὺς θησαυρούς τῆς θάλασσας.

«Μὴν ἔχεις ἔγνοια. Κι ἅμα γυρίσεις, τὸ παιδί μας θά ‘ναι καλά» τοῦ εἶπε μὲ περισσή σιγουριά ή μάνα.

Κάλεσε εὐθὺς ὅλη τὴν οἰκογένεια. «Ο Γιαννακός μας εἶναι ἄρρωστος» τοὺς εἶπε. «Θὰ νηστέψουμε σαράντα μέρες. Τὸ παιδὶ θὰ πάει νὰ μείνει στὸν Ἁϊ-Δημήτρη». Κανείς τους δὲν τῆς ἔφερε ἀντίρρηση.

Οὔτε ὁ μικρὸς ἀσθενής. Μὲ πολλή προθυμία δέχθηκε νὰ τὸν κουβαλήσουν στὴν ἐκκλησιά τοῦ χωριοῦ τους κι ἐκεῖ τὸν ξάπλωσαν στὰ στρωσίδια, μπροστά στο μαρμάρινο τέμπλο, πού ‘χε μὲ πολλή τέχνη σκαλίσει ένας όνομαστός μαρμαρογλύπτης ἀπὸ τὴν Τῆνο (4) μὲ τὴ βοήθεια τοῦ γιοῦ του. Ὁ Γιαννακός νήστευε ὅλες τίς μέρες, ἐκτὸς ἀπὸ τὸ Σαββατοκύριακο, πού έτρωγε λάδι. Τὴν Κυριακή μάλιστα, βοηθοῦσε τὸν ἱερέα στη Λειτουργία καὶ κοινωνοῦσε τὸ Σῶμα καὶ τὸ Αἷμα τοῦ Χριστοῦ. Τις ὑπόλοιπες ώρες προσευχόταν στον Χριστό, στη Μάνα Παναγιὰ καὶ στὸν καβαλάρη Αϊ-Δημήτρη να γειάνουν τὶς πληγές του καὶ νὰ τὸν κάνουν να περπατήσει ξανά.

Ένα βράδυ, καθώς ἔλεγε τὴν προσευχή του, τὸν ἄκουσε ἡ ἀδελφή του, ποὺ πῆγε γιὰ νὰ κοιμηθεῖ κοντά του τη νύχτα.

«Δὲν ξέρεις τοὺς Χαιρετισμούς;» τοῦ εἶπε μὲ ἀπορία.

«Ὄχι!» τῆς ἔγνεψε.

«Ἔ, εὐκαιρία εἶναι νὰ τοὺς μάθεις!»

Ἀπὸ ἐκεῖνο τὸ βράδυ ἔλεγε μαζί της τοὺς Χαιρετισμούς κι ἔτσι τοὺς ἔμαθε ἀπέξω.

Πέρασαν ἔτσι σαράντα μέρες καὶ σαράντα νύχτες. Την πρώτη μέρα πού πῆγαν στὴν ἐκκλησιά, εἶχαν μαζέψει σαράντα πετραδάκια. Κάθε πρωί πετοῦσαν κι ἀπὸ ἕνα. Σὰν πέταξαν καὶ τὴν τελευταία πέτρα, τοῦ εἶπε ή άδελφή του: «Σήκω, τώρα θὰ εἶσαι καλά!»

Σηκώθηκε τὸ παιδί καὶ δὲν ἤξερε πῶς νὰ εὐχαριστήσει τὸν Ἀϊ-Δημήτρη! Όχι μόνο εἶχε φύγει ἐντελῶς τὸ πρήξιμο, μὰ περπατοῦσε δίχως καθόλου νὰ πονεῖ!

Μόνο τὸ μελάνιασμα εἶχε μείνει λιγάκι. Δοκίμασε νὰ τρέξει. Οὔτε τώρα πονοῦσε. Ύστερα βάλθηκε νὰ τρέχει καὶ νὰ χοροπηδά. Μὰ δὲν λογάριασε καλά τὴν ἀπόσταση καὶ ἀπομακρύνθηκε πολύ ἀπὸ τὴν ἐκκλησία, ἀφήνοντας τὴν ἀδελφή του μὲ τὰ στρωσίδια νὰ τὸν περιμένει νὰ φύγουν.

Ἔτσι τὴ βρῆκε ή μάνα τους σὰν ἦρθε μετὰ ἀπὸ λίγο. «Ποῦ ‘ναι ‘τος;» εἶπε. «Ἐγὼ τὸν ἔφερα, ἐγὼ πρέπει νὰ τὸν πάρω». Δὲν πρόλαβε νὰ ἀποσώσει τὸν λόγο της καὶ ὁ μικρὸς Γιαννακός φάνηκε χαμογελώντας στὴν πόρτα.

«Ὁ Ἅγιος σὲ ἔκανε καλά!» εἶπε ἡ μάνα. «Τὸ λοιπόν, πρέπει νὰ τὸν εὐχαριστήσουμε. Θὰ νηστέψουμε ἄλλες δέκα μέρες κι ἐσὺ θὰ κάτσεις ἐδῶ λίγο ἀκόμα». Ἄχνα δὲν ἔβγαλε τὸ παιδί. Υπάκουσε μὲ προθυμία στὶς βουλὲς τῆς μάνας κι ἔκατσε δίχως ἀντίρρηση.

Τὰ νέα δὲν ἄργησαν νὰ διαδοθοῦν στὸ χωριό. «Έγινε καλὰ ὁ Γιαννακός;» ἀπόρησε μιὰ γειτόνισσα σὰν τὸ ἄκουσε. «Τότε θὰ πάω κι ἐγὼ στὸν Ἀϊ-Δημήτρη, ἀφοῦ κανείς γιατρὸς δὲν μὲ γιάτρεψε. Ποιός ξέρει! Ἴσως νὰ μὲ κάνει κι ἐμένα καλά».

Νήστεψε, προσευχήθηκε, μὰ καλὰ δὲν ἔγινε. Τὸ θυμόταν στὰ κατοπινά χρόνια ὁ Ἅγιος κι ἔλεγε: «Ξέρετε γιατί δὲν ἔγινε καλά; Γιατὶ εἶπε “ Ἴσως νὰ μὲ κάνει κι ἐμένα καλά ὁ Ἅγιος”, ἐνῶ ἡ μητέρα μου ἦταν βέβαιη πὼς θὰ γίνω καλά, ὅπως κι ἔγινα».

(1) Θὰ γειάνει: Θὰ γίνει καλά (στὴν ἰωνική διάλεκτο).
(2) Ἄμε: Πήγαινε (στὴν ἰωνική διάλεκτο).
(3) Λωλαίνομαι: Παύω νὰ ἔχω τὰ λογικά μου (στὴν ἰωνική διάλεκτο).
(4) Πρόκειται γιὰ τὸν Ἰωάννη Χαλεπά, πατέρα τοῦ πιὸ όνομαστοῦ γλύπτη τῆς νεότερης Ελλάδας, Γιαννούλη Χαλεπᾶ.

Πηγή: «Γεροντικὸ Σύγχρονων Ἁγίων», Συγγραφέας Νίκη Κατσιάπη, Ἐπιμέλεια Χριστιανικὴ Φοιτητικὴ Δράση, Ἐκδόσεις Ἔαρ, 2026, σέλ.316-319

Συντάκτης

filippiaven

add
TAGGED:
Share This Article