ΤΗΝ ΠΡΟΣΟΧΗ ΣΑΣ: Ήθελα εδώ και πολύ καιρό να διηγηθώ αυτή την ιστορία. Ίσως γιατί υπάρχουν κάποιες στιγμές στη ζωή ενός ανθρώπου που δεν ξεχνιούνται ποτέ. Στιγμές που μένουν μέσα του, όχι μόνο ως ανάμνηση, αλλά ως βαθιά πίστη.
Ήταν το 2014.
Ένας άνθρωπος είχε τον πατέρα του στην Εντατική του #Θριασίου Νοσοκομείου.
Για πέντε ολόκληρους μήνες βρισκόταν καθημερινά εκεί, δίπλα του. Κάθε μέρα, την ίδια πάντα ώρα, για να μην χάσει το επισκεπτήριο.
Πήγαινε κοντά του και του μιλούσε, ακόμη κι όταν εκείνος βρισκόταν σε καταστολή. Του μιλούσε σαν να μπορούσε να τον ακούσει.
Οι ημέρες περνούσαν βασανιστικά. Τα δευτερόλεπτα έμοιαζαν με λεπτά, τα λεπτά με ώρες και οι ώρες με αιώνα.
Κι εκείνος παρέμενε εκεί, δίπλα στον άνθρωπο που τον έφερε στη ζωή.
Δεν κοίταξε ούτε για ένα λεπτό το δικό του «εγώ». Το μόνο που τον ένοιαζε ήταν το «είναι» του πατέρα του.
Ένα πρωινό, καθώς πλησίαζε στον ειδικό χώρο για την απολύμανση, λίγα λεπτά πριν ξεκινήσει το επισκεπτήριο, είδε γιατρούς και νοσηλευτές να τρέχουν καταπάνω του.
Έχασε τη γη κάτω από τα πόδια του.
Ο νους του έτρεξε αμέσως στο κακό.
«Θεέ μου… πες μου ότι αυτό που θα μου πουν είναι ένα μεγάλο ψέμα».
Ένας γιατρός τον πλησίασε:
— Μα, πού είστε; Ο πατέρας σας μάλλον φεύγει από τη ζωή. Έχει ακατάσχετη #αιμορραγία.
— Γιατρέ, τι μου λέτε; Μην τον αφήσετε! Κάντε κάτι να σωθεί!
Ο γιατρός έφυγε βιαστικά.
Ο άνθρωπος κάθισε χαμένος σε μια καρέκλα. Ολομόναχος με τις σκέψεις του, την αγωνία και ένα βασανιστικό «γιατί».
Και τότε, μέσα σε εκείνη τη στιγμή της απόλυτης απόγνωσης, τον πλησίασε μια γυναίκα ντυμένη στα μαύρα.
— Τι έχετε, κύριε;
— Μου είπαν οι γιατροί πως θα χάσω τον πατέρα μου.
Η γυναίκα τον κοίταξε και του είπε ήρεμα:
— Μην ανησυχείς. Εδώ πιο πάνω είναι το Μοναστήρι μου. Πήγαινε να ανάψεις ένα κερί.
Εκείνος την κοίταξε απορημένος.
— Ποιο μοναστήρι σας; Τι μου λέτε; Δεν καταλαβαίνω.
— Το Μοναστήρι, κύριε, λέγεται Παναγία #Γοργοεπήκοος. Σε δέκα λεπτά θα είσαι εκεί, στη Μάνδρα Αττικής.
Ο άνθρωπος έσκυψε το κεφάλι του και έπιασε με αγωνία το μέτωπό του. Μετρούσε τα άγνωστα εκείνα λεπτά μέχρι να επιστρέψει ο #γιατρός και να ακούσει το μοιραίο.
Κάποια στιγμή σήκωσε το κεφάλι του για να ευχαριστήσει τη γυναίκα.
Δεν ήταν εκεί.
Είχε εξαφανιστεί.
«Ίσως πήγε να δει κάποιον ασθενή», σκέφτηκε.
Σηκώθηκε αμέσως και έφυγε με το αυτοκίνητό του.
Σε δέκα λεπτά βρισκόταν μπροστά στο μοναστήρι της #Παναγίας Γοργοεπηκόου.
Άναψε ένα κερί με δάκρυα στα μάτια.
Δεν ζήτησε τίποτε άλλο.
Μόνο να σωθεί ο πατέρας του.
Και έφυγε αμέσως για το νοσοκομείο.
Φτάνοντας και πάλι προς τον θάλαμο, είδε ξανά γιατρούς και νοσηλευτές να τρέχουν καταπάνω του.
Η καρδιά του πάγωσε.
«#Παναγία μου… γιατί; Μήπως πέθανε; Αυτό θα μου πουν».
Και τότε ο γιατρός, ο κύριος Παπαϊωάννου, του φώναξε:
— Μα, πού ήσασταν;
— Τι έγινε, γιατρέ; Πείτε μου!
Και τότε άκουσε τα λόγια που δεν θα ξεχάσει ποτέ:
— Ο πατέρας σας θα ζήσει. Σταμάτησε η αιμορραγία.
Ο άνθρωπος έμεινε ακίνητος, με τα μάτια γεμάτα δάκρυα.
Σήκωσε το βλέμμα του ψηλά, ψάχνοντας εκείνη τη γυναίκα με τα μαύρα.
Ήθελε μόνο να την ευχαριστήσει.
Όμως δεν ήταν πουθενά.
Και τώρα, ίσως ήρθε η ώρα να σας πω κάτι.
Αυτός ο άνθρωπος ήμουν εγώ.
Ο πατέρας εκείνος ήταν ο δικός μου πατέρας.
Και η γυναίκα με τα μαύρα, εκείνη που εμφανίστηκε μέσα στην απόγνωσή μου, μου μίλησε για την Παναγία #Γοργοεπήκοο και ύστερα χάθηκε χωρίς να την ξαναδώ, είναι για μένα μέχρι σήμερα ένα μυστήριο που μόνο η πίστη μπορεί να αγγίξει.
Δεν ξέρω ποια ήταν.
Ξέρω μόνο ότι εμφανίστηκε τη στιγμή που τη χρειαζόμουν περισσότερο και μου έδειξε τον δρόμο προς την Παναγία.
Από εκείνη την ημέρα της έδωσα έναν λόγο.
Όπου κι αν βρεθώ, όπου κι αν σταθώ, θα μιλώ για Εκείνη.
Για την Παναγία Γοργοεπήκοο.
Για την Παναγία που, όπως πιστεύω βαθιά μέσα στην ψυχή μου, άκουσε την προσευχή μου και μου χάρισε αυτό που εκείνη τη στιγμή θεωρούσα αδύνατο:
την ελπίδα.
Παναγία #Γοργοεπήκοε, σκέπε, φύλαττε και βοήθει ημάς.