Ο ερημίτης του Αγίου Όρους που κάθε φθινόπωρο άναβε ένα φως.

mike
By
9 Views
4 Min Read

Κάθε φθινόπωρο, όταν οι πρώτες βροχές έπεφταν στο Άγιον Όρος και οι κορυφές του Άθωνα χάνονταν μέσα στα σύννεφα, οι μοναχοί μιας μικρής σκήτης παρατηρούσαν κάτι παράξενο.

Κάθε βράδυ, βαθιά μέσα στο δάσος, φαινόταν ένα μικρό φως.

Δεν ήταν φως από μοναστήρι.

Δεν υπήρχε εκεί ούτε κελί που να φαίνεται από το μονοπάτι ούτε δρόμος που να οδηγεί μέχρι εκεί.

Μόνο ένα μικρό, τρεμάμενο φως ανάμεσα στις καστανιές.

Οι νεότεροι μοναχοί έλεγαν πως ήταν το φανάρι κάποιου ερημίτη.

Οι παλαιότεροι όμως απέφευγαν να μιλούν γι’ αυτό.

«Άσ’ το», έλεγαν. «Ό,τι είναι, ο Θεός το γνωρίζει.»

Κάποιο φθινόπωρο, ένας νεαρός μοναχός αποφάσισε να ακολουθήσει το φως.

Ήταν απόγευμα.

Η ομίχλη είχε αρχίσει να κατεβαίνει από τις πλαγιές και τα φύλλα είχαν σκεπάσει το μονοπάτι.

Προχωρούσε αργά.

Ακουγόταν μόνο το θρόισμα των φύλλων κάτω από τα παπούτσια του και, μακριά, ο ήχος μιας καμπάνας.

Ύστερα είδε το φως.

Πλησίασε.

Μπροστά του στεκόταν ένα μικρό πέτρινο κελί.

Στην πόρτα καθόταν ένας γέροντας.

Κρατούσε ένα παλιό φανάρι.
— Ευλογείτε, γέροντα.
— Ο Θεός να σε ευλογεί, παιδί μου.

Ο μοναχός κοίταξε το φανάρι.
— Εσείς το ανάβετε κάθε βράδυ;
Ο γέροντας έγνεψε.
— Γιατί;

Ο γέροντας δεν απάντησε αμέσως.

Σηκώθηκε και μπήκε στο κελί.

Ύστερα βγήκε κρατώντας ένα μικρό ξύλινο κουτί.

Το άνοιξε.

Μέσα υπήρχαν δεκάδες μικρά χαρτάκια.

Πάνω σε κάθε χαρτάκι υπήρχε ένα όνομα.
— Τι είναι αυτά;
— Ονόματα ανθρώπων που χάθηκαν.

Ο νεαρός μοναχός τον κοίταξε απορημένος.
— Εδώ στο Άγιον Όρος;

Ο γέροντας χαμογέλασε.
— Όχι μόνο εδώ.

Και του εξήγησε.

Πολλά χρόνια πριν, όταν ήταν ακόμη νέος μοναχός, είχε συναντήσει έναν άνθρωπο μέσα στο δάσος.

Ήταν ένας προσκυνητής που είχε χαθεί.

Είχε νυχτώσει και η βροχή έπεφτε δυνατά.

Ο γέροντας τότε τον είχε οδηγήσει σε ένα κελί και τον είχε κρατήσει εκεί όλη τη νύχτα.

Πριν φύγει ο άνθρωπος, του είχε πει:
«Γέροντα, αν κάποτε κάποιος άλλος χαθεί μέσα στη νύχτα, αφήστε ένα φως αναμμένο.»

Ο γέροντας δεν ξέχασε ποτέ αυτά τα λόγια.

Από τότε, κάθε φθινόπωρο, άναβε το φανάρι.

Όχι επειδή περίμενε κάποιον.

Αλλά για να ξέρει όποιος περιπλανιόταν στο σκοτάδι πως κάπου υπήρχε ένα φως.

Ο νεαρός μοναχός έμεινε σιωπηλός.
— Και τα ονόματα;
Ο γέροντας κοίταξε το ξύλινο κουτί.
— Είναι άνθρωποι που μου ζήτησαν κάποτε να προσευχηθώ γι’ αυτούς.
— Τους θυμάστε όλους;
— Όσο μπορώ.

Εκείνο το βράδυ ο νεαρός έμεινε στο κελί.
Η βροχή χτυπούσε τα τζάμια.

Ο αέρας σφύριζε ανάμεσα στα δέντρα.

Και το μικρό φανάρι έκαιγε έξω, μέσα στην απόλυτη σκοτεινιά του δάσους.

Πριν κοιμηθούν, ο νεαρός ρώτησε:
— Γέροντα, δεν κουράζεστε τόσα χρόνια να ανάβετε αυτό το φως;

Ο γέροντας χαμογέλασε.
— Κάποτε ήμουν κι εγώ μέσα στο σκοτάδι.
— Και ποιος σας βρήκε;
Ο γέροντας κοίταξε την εικόνα της Παναγίας.
— Ο Θεός.
Έπειτα σώπασε.

Το πρωί, όταν ο νεαρός μοναχός ξύπνησε, ο γέροντας είχε ήδη φύγει για την προσευχή.

Πάνω στο τραπέζι υπήρχε μόνο ένα σημείωμα:
«Αν δεις κάποιον να περπατά μόνος μέσα στη νύχτα, μη ρωτήσεις πρώτα ποιος είναι.
Άναψε ένα φως.»

Ο νεαρός κράτησε το χαρτί.

Και από εκείνη την ημέρα, κάθε φθινόπωρο, ένα δεύτερο φως άρχισε να εμφανίζεται στο Άγιον Όρος.

Ήταν λίγο πιο ψηλά από το πρώτο.

Και όταν κάποιος ρωτούσε ποιος το ανάβει, οι μοναχοί χαμογελούσαν.

Γιατί πλέον ήξεραν:
Στο Άγιον Όρος δεν αφήνουν μόνο τα μονοπάτια φωτισμένα.

Αφήνουν και τις ψυχές να βρίσκουν τον δρόμο τους.

Ιερεας Γκελιας Αρσενιος

add
TAGGED:
Share This Article