Ὁ Ἅγιος Ἱερώνυμος ὁ Σιμωνοπετρίτης, ἡ «κλέφτρα» καὶ τό χρυσό σταυρουδάκι

mike
By
10 Views
4 Min Read

«Θὰ μοῦ δώκεις κάτι;»

Ὁ Ἅγιος Ἱερώνυμος ὁ Σιμωνοπετρίτης κοίταξε τὴ γυναίκα πού στεκόταν ἀπέναντί του, σταμάτησε κι ἔψαξε τίς τσέπες του.

«Δὲν ἔχω σήμερα!» τῆς εἶπε μὲ εἰλικρίνεια.

Ἡ γυναίκα δὲν τὸ περίμενε. Μῆνες τώρα, ἐρχόταν καθημερινά στὸν Ἅγιο καὶ τοῦ γύρευε λεφτά. Καὶ κεῖνος κάθε μέρα τῆς ἔδινε ἀπὸ δέκα δραχμές.

«Γέροντα, σᾶς ἐκμεταλλεύεται!» τοῦ εἶπε κάποιος ποὺ ἔτυχε νὰ εἶναι μπροστά. «Ξέρετε τί ἔκανε μόλις πρὶν ἀπὸ λίγο; Πῆγε στὸν κυρ Μίμη τὸν ψιλικατζὴ καὶ ἀγόρασε ἕνα πακέτο “Καρέλια”. Ἂν πεινοῦσε πραγματικά, δὲν θὰ ἀγόραζε τσιγάρα!»

Ὁ Γέροντας δὲν ἀπάντησε.

«Τις προάλλες ποὺ πῆγα σ’ ἕνα μνημόσυνο σὲ μιὰν ἐκκλησιὰ τοῦ Βύρωνα, τὴν εἶδα ἀπέξω νὰ ζητιανεύει. Ποιός ξέρει πόσα βγάζει τὸν μήνα!» συνέχισε ἐκεῖνος.

Ὁ Γέροντας οὔτε τότε ἀποκρίθηκε. Ἡ ζητιάνα ὅλη αὐτὴ τὴν ὥρα ἤτανε παράμερα καὶ περίμενε. Μόλις, ὅμως, ὁ Ἅγιος προχώρησε δύο βήματα, ἦρθε πάλι κοντά του.

«Δώσε μου κάτι! Πεινάω» τοῦ ‘πε παρακαλεστά. Την κοίταξε ἐκεῖνος, ἀναστέναξε κι ἔβαλε τό χέρι στὸν λαιμό του. Ἔβγαλε ένα χρυσό σταυρουδάκι καὶ τῆς το πρότεινε.

«Τί εἶναι αὐτό; Τί νὰ τὸ κάνω;» ἀντέδρασε ἐκείνη.
«Πάρε τον. Θὰ σοῦ χρειαστεῖ…» τῆς εἶπε ἤρεμα.

Δὲν πέρασαν λίγες μέρες καὶ στὸ μοναστήρι ἔφτασε ἕνας ἄνδρας. Πήγε κατευθείαν στὸν Γέροντα καὶ δίχως νὰ τοῦ πεῖ κουβέντα, ἄνοιξε την παλάμη του. Μέσα ἦταν ἕνα χρυσό σταυρουδάκι.

Ξαφνιάστηκε ἐκεῖνος. Ἀποκλείεται νὰ εἶναι ἄλλο, σκέφτηκε. Μά, πῶς βρέθηκε στὰ χέρια του;

Ὁ ἄνδρας χαμογέλασε καὶ τοῦ λέει: «Τὶς προάλλες ἐρχόμουν ἐδῶ, ὅταν ἔξω ἀπὸ τὴν πόρτα βρήκα μιά ζητιάνα ποὺ περιεργαζόταν ἕνα χρυσό σταυρουδάκι. Πλησιάζοντας, κατάλαβα ἀμέσως ὅτι εἶναι ὁ σταυρὸς ποὺ σᾶς ἔχω χαρίσει, Γέροντα. “Πόσα θέλεις γιὰ νὰ τὸ ἀγοράσω;” τῆς λέω. Τῆς ἔδωσα ὅσα μοῦ εἶπε καὶ σᾶς τὸ ἔφερα. Ἐκείνη ἐπέμενε: “Δὲν τὸ ἔκλεψα, ἀλήθεια σοῦ λέω!”»

«Ἀλήθεια ἔλεγε» τοῦ ἀπάντησε. «Ἐγώ τῆς τὸ ἔδωσα».

«Λές, Γέροντα, νὰ τὸ κάνουμε σὰν τὸν Ἅγιο Ἰωάννη καὶ τὸ πάπλωμα;» (1) εἶπε χαμογελώντας ὁ ἄνδρας, γνωρίζοντας τὴν ἀπέραντη ἀγάπη καὶ τὴ φιλανθρωπία του.

Καὶ δὲν ἀπεῖχε πολὺ ὁ Ἅγιος Ἱερώνυμος ἀπὸ τὸν Ἅγιο Ἰωάννη. Δέν κρατοῦσε δραχμή. Τὰ σκόρπιζε ὅλα στοὺς φτωχούς. Σάν ἐκοιμήθη, βρῆκαν σ’ ἕνα συρτάρι στὸ κελάκι του μόνο ἑπτὰ δραχμές! Δὲν εἶχε προλάβει, ὡς φαίνεται, νὰ τὶς προσφέρει…

(1) Ὁ Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Ἐλεήμων, Πατριάρχης Άλεξανδρείας, ἦταν ἐξαιρετικά ὀλιγαρκής. Κάποιος πλούσιος ἀγόρασε ἕνα πάπλωμα καὶ τὸν παρακάλεσε να το δεχθεῖ. Ὁ Ἅγιος τὸ δέχθηκε, ἀλλὰ δὲν μποροῦσε νὰ ἡσυχάσει στη σκέψη ὅτι ὑπάρχουν τόσοι φτωχοί που ὑποφέρουν ἀπὸ τὸ κρύο καὶ τὴν πείνα. Ἔτσι πούλησε τὸ πάπλωμα σ’ ἕναν ἔμπορο καὶ μὲ τὰ χρήματα πού πῆρε ἐλέησε πολλούς φτωχούς. Περνώντας ὁ πλούσιος ἀπὸ τὸν ἔμπορο εἶδε τὸ πάπλωμα, τὸ ἀναγνώρισε καὶ τὸ ξαναγόρασε μὲ τὴν παράκληση πρὸς τὸν Ἅγιο, αὐτὴ τὴ φορά νὰ τὸ κρατήσει. Ὁ Πατριάρχης τὸ πούλησε ξανά καὶ ἐλέησε ἄλλους τόσους φτωχούς. Αὐτὸ ἔγινε ξανά καὶ ξανά. «Γιὰ νὰ δοῦμε» εἶπε ὁ Πατριάρχης στον πλούσιο, ὅταν συναντήθηκαν, «ποιός ἀπὸ τοὺς δυό μας θὰ κουραστεῖ καὶ θὰ παραιτηθεῖ πρῶτος! Ἐσὺ νὰ τὸ ἀγοράζεις καὶ νὰ μοῦ τὸ στέλνεις ἢ ἐγὼ νὰ τὸ παίρνω καὶ νὰ τὸ πουλῶ;»

Πηγή: «Γεροντικὸ Σύγχρονων Ἁγίων», Συγγραφέας Νίκη Κατσιάπη, Ἐπιμέλεια Χριστιανικὴ Φοιτητικὴ Δράση, Ἐκδόσεις Ἔαρ, 2026, σέλ.52-54

Συντάκτης

filippiaven

add
Share This Article