Κάποιο μεσημέρι το 1989 ἀνέβηκα στο λεωφορεῖο ἀπό τά γραφεῖα τῆς Μητροπόλεως, γιά νά κατέβω στόν Πειραιά. Ἀφοῦ κάθησα σε κάποιο κάθισμα, ἔλεγα ἀπό μέσα μου τό «Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, ἐλέησόν με». Ὕστερα ἀπό λίγο, κάποιος κύριος, πού καθόταν πίσω μου, ἄρχισε νά γαυγίζη σὰν τὸν σκύλο! Καί τό ἔκανε συνέχεια! καί ἀκόμη περισσότερο, ὅταν ἄρχισα νά λέω: «Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, ἐλέησε τον δοῦλο σου».
Ὅλος ὁ κόσμος γύριζε καί τόν ἔβλεπε μέ ἀπορία, μερικές γυναῖκες ἔκαναν καί τόν Σταυρό τους. Τόσο πολύ δε φοβήθηκαν, πού τραβήχθηκαν ἀπό κοντά του! Καί αὐτός μέ βλέμμα ἀπλανές καί ἀγριεμένο κοιτοῦσε πρός τά ἔξω καί μετά ἀπό δυό-τρεῖς στάσεις, σπρώχνοντας καί μουγκρίζοντας, κατέβηκε ἀπό τό λεωφορεῖο.
Μέ τήν Εὐχή καιγόταν ὁ διάβολος, καί ὁ δυστυχισμένος αὐτός ἄνθρωπος γαύγιζε σάν τόν σκύλο! Οὐρλιάζει, ὁ δαίμονας ἀπό τούς πόνους, γιατί μοιάζει γι’ αὐτόν ἡ Εὐχή σάν τό καυτό λάδι, πού χύνεται ἐπάνω στο σῶμα. Τόσο πολύ καίγεται καί ζεματιέται ὁ διάβολος, ὅταν λέμε τό ὄνομα τοῦ Ἰησοῦ εἴτε κρυφά εἴτε φανερά εἴτε προφορικά εἶτε ἀπό μέσα μας.
Ἄσπονδος ἐχθρός τοῦ σατανᾶ εἶναι ἡ μικρή αὐτή Εὐχούλα: «Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, ἐλέησόν με». Δυστυχῶς ὅμως, ὑπάρχουν χριστιανοί, πού, ὅταν ἀκοῦνε μέσα στο σπίτι ἤ σε ἄλλο χῶρο νά λέγεται ἡ Εὐχή, νευριάζουν, βρίζουν, ἀντιδροῦν ἄσχημα κ.λ.π.
Κάποτε, πρίν πολλά χρόνια, ἡ Πρεσβυτέρα μου πῆγε στήν λαϊκή ἀγορά, σέρνοντας μέ τό ἕνα χέρι τό καροτσάκι καί μέ τό ἄλλο χέρι κρατώντας ἕνα κομποσχοινάκι ἔλεγε ἀπό μέσα της τήν Εὐχή. Καί ξαφνικά τήν πλησίασε μία ἀγριεμένη γυναῖκα καί ἄρχισε νὰ τῆς φωνάζη δυνατά:
– Τί λές, μωρή, μέσα σου συνεχῶς; Τί λές; Τί κρατᾶς στό χέρι σου;
Καί μέ τά μάτια γουρλωμένα συνέχισε:
– Γιατί τὰ ἔχεις μαζί μου; Τί σοῦ ἔκανα; Μέ καῖς…, με καῖς! Τό ξέρεις;
– Ἐγώ!; τῆς ἀπαντᾶ ἡ Πρεσβυτέρα. Οὔτε καν σε ξέρω, ἀδελφούλα μου!
Καί πράγματι, δέν τήν ἤξερε! Καί ἐκείνη τῆς γύρισε τήν πλάτη καί ἀγριεμένη ἔφυγε βρίζοντας… Ὁ Θεός νά τή λυπηθῆ.
Ἔχει, λοιπόν, μεγάλη ἀξία νά προσευχόμαστε συνεχῶς καί ἀδιαλείπτως μέ τό ὄνομα τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ, γιατί μπροστά σ’ αὐτό τό ὄνομα «πᾶν γόνυ κάμψῃ ἐπουρανίων καὶ ἐπιγείων καὶ καταχθονίων» (Φιλ. 2, 10), καί κάθε δυσκολία ἤ ἐμπόδιο πού συναντοῦμε, ὑποχωρεῖ. Καί τότε ἡ ζωή μας ἀποκτᾶ νόημα καί γεμίζει ἀπό φῶς, διότι πλέον τήν κοσμεῖ Αὐτός, πού εἶναι τὸ Φῶς!
Πηγή: «Ἐγὼ φταίω… Ἐσύ;», Πρωτοπρεσβυτέρου Στεφάνου Κ. Ἀναγνωστοπούλου, ἔκδοσις Ἱεροῦ Γυναικείου Ἡσυχαστηρίου «Τὸ Γενέθλιον τῆς Θεοτόκου» Σεργούλα Δωρίδος, Πειραιᾶς 2019, ἔκδοση Γ’, σέλ.272-273