«Δυό χρόνια, μετά τόν θάνατο τοϋ π. Κοσμά, δηλ. τό 1991 άρρώστησα καί πήγα στό χωριό μου, τήν Κανιάμα, πού άπέχει άπό τό Λουμπουμπάσι, όπου σπούδαζα, 1100 χιλιόμετρα.
Ενα βράδυ είδα στόν ύπνο μου ότι ήλθε κοντά μου ό π. Κοσμάς. Μού είπε:
– Γνωρίζω τήν άσθένειά σου καί ήλθα νά σέ θεραπεύσω.
Έγώ νόμιζα ότι εύρισκόμουν μέσα στήν εκκλησία τοϋ άγίου Γεωργίου Κολουέζι. Καί εκείνος τότε μέ φώναξε:
– Σεραφείμ, έλα έξω καί βγάλε τό πουκάμισο σου.
Βγήκα έξω, τό έβγαλα καί είδα ότι έβγαινε άκαθαρσία άπό τό στήθος μου.
Ξύπνησα καί αισθανόμουν τελείως καλά. Τό είπα στήν γυναίκα μου, τήν Θεμελίνα καί σέ άλλους φίλους καί Χριστιανούς μας. Ολοι δοξάσαμε τόν Θεό καί τόν Αυτού θεράποντα π. Κοσμά γιά τήν παρρησία καί δόξα πού βρήκε ένώπιόν Του. Άπό τότε τόσο βαρειά δέν αρρώστησα πάλι».