ΜΟΝΑΧΉ ΑΓΆΘΗ ΗΛΙΈ… Έχασε τα 9 από τα 10 παιδιά της

mike
By
226 Views
12 Min Read

Μοναχή Αγάθη Ήλίε Μοναστήρι Παλαιά Άγαπία (1876-1968)

Μοναχή Άγάθη Ήλιε, την κατά σάρκα μητέρα του μεγαλυτέρου ησυχαστού των νεωτέρων χρόνων στην Ρουμανία, του άρχιμ. όσιου Γέροντος Κλεόπα Ήλίε.

Προέρχεται από την Σουλίτσα του νομού Μποτοσάνι. Ό άνδρας της, Αλέξανδρος, ήταν στην ζωή του έμπορος αγελάδων. Ό Θεός τούς ευλόγησε και απέκτησαν 10 παιδιά.

Από μικρά τα έμαθαν οι γονείς τους ν’ αγαπούν τις εκκλησιαστικές ακολουθίες, τις προσευχές και να αποφεύγουν τούς πειρασμούς στην προσωπική τους ζωή. Λίγο μακριά από το χωριό τους, υπήρχε ή σκήτη Κοζάντσεα, στην οποία αγωνιζόταν ό π. Παΐσιος Όλάρου, ό γέροντας του π. Κλεόπα. Εκεί έτρεχαν συχνά τα παιδιά αυτής της πολύτεκνης οικογένειας για να προσευχηθούν, να ακούσουν διδαχές του Γέροντος Παϊσίου, να βοσκήσουν τα ζώα της σκήτης…

Αλλά ό Καλός Θεός, του οποίου τα κρίματα είναι ωκεανός ανεξερεύνητος, επέτρεψε να πιει αυτή ή ευσεβέστατη οικογένεια πολλά πικρά ποτήρια. Τα παιδιά τους ένα ένα τα έπαιρνε από την ζωή, στο άνθος της νεότητός τους, όπως συνέβη κάποτε και με τα παιδιά του Ιώβ. Μόνο ένα παιδί τους έμεινε κοντά τους.

Αρχίζοντας από το 1915 μέχρι το 1935 άρχιζαν τα παιδιά τους να φεύγουν από την ζωή με το θέλημα του Θεού.

Ό γιός τους Ιωάννης απέθανε σε ηλικία 16 ετών. Μετά από ένα χρόνο απέθανε ή κόρη τους Πορφυρία σε ηλικία 18 ετών. Μετά από δύο χρόνια απέθανε ή Μαρία, σε ηλικία 26 ετών. Ή καημένη ή μητέρα τους, ή κ. Μαρία, έκλαιγε συνεχώς για τα χαμένα παιδιά της. Κάθε φορά πήγαινε στην σκήτη, και ό Γέροντας Παΐσιος την παρηγορούσε λέγοντας της ότι στέλνει αγγέλους στον ουρανό.

Μετά από λίγα χρόνια άρχισε να κλαίει και πάλι ή μητέρα τους Μαρία, διότι τώρα δύο αγόρια της, ό Βασίλειος και ό Γεώργιος έφυγαν για την μονή Συχαστρία να γίνουν μοναχοί.

Το 1931, ήλθε και πάλι στην σκήτη ή κ. Μαρία, διότι έμαθε ότι ό γιός της, ό μοναχός Βασίλειος, απέθανε. Μετά από δύο χρόνια ή ίδια δοκιμασία της συνέβη με τον θάνατο του Γεωργίου, πού είχε γίνει μοναχός και είχε όνομασθή Γεράσιμος. Μετά από ένα χρόνο έτρεχε και πάλι στην σκήτη ή κ. Μαρία να παρηγηρηθή διότι απέθανε ή κόρη της Αικατερίνη. Ήτο 20 ετών και είχε μπει στην μονή Άγαπία σαν δόκιμη μοναχή. Της πέθαναν οκτώ παιδιά και απέμεινε με δύο. «Τα παιδιά σου ψάλλουν τον Θεό σαν άγγελοι στον ουρανό, μάμα Μαρία. Εκεί θα συναντηθείτε», της έλεγε για να την παρηγορήσει κάθε φορά ό π. Παΐσιος Όλάρου.

Το 1949 ήλθε πάλι ή κ. Μαρία στον π. Παΐσιο να τον πληροφορήσει ότι έφυγε για τον Κύριο και ό 9ος γιός της, ό Μιχάλης. Και πάλι ό π. Παΐσιος να την παρήγορη λέγοντας της: «Τα 9 παιδιά σου πήγαν στον Κύριο και έχουν φορέσει εννέα μαρτυρικά στεφάνια».

Μετά από λίγο καιρό απέθανε και ό άνδρας της, ό Αλέξανδρος. Ό τελευταίος υιός της ό Κωστάκης είχε ήδη φύγει για δόκιμος στο μοναστήρι. Είναι ό μετέπειτα μεγάλος Γέροντας της Ρουμανικής Εκκλησίας, ό όσιος π. Κλεόπας Ήλίε. Ή πονεμένη μάνα, Μαρία, ζητεί την συμβουλή του Πνευματικού της, τί να κάνη, διότι ό Δόκιμος Κωστάκης την καλεί να τον ακολουθήσει στον μοναχικό βίο.

-Πήγαινε, μητέρα Μαρία, να γίνεις και εσύ μοναχή και προσευχήσου για ζωντανούς και πεθαμένους.

Έτσι τον χειμώνα του 1946 ή γιαγιά Μαρία, σε ηλικία 70 ετών, επήγε πρώτα στην Συχαστρία να προσκύνηση τούς τάφους των δύο παιδιών της. Κατόπιν με την καρότσα επήγε στην μονή Παλαιά Άγαπία, όπου έμεινε οριστικά. Έγινε μοναχή με το όνομα Άγάθη και έζησε άλλα 22 χρόνια. Βέβαια δεν μπορούσε να διαβάζει βιβλία, ούτε ακολουθίες στην εκκλησία. Δεν ήξερε να διαβάζει. Αυτό πού την χαρακτήριζε ήταν ή καλοσύνη της και ή αθωότητα της ψυχής της.

Είχε μία παιδική ψυχή, χωρίς κακία, χωρίς υπερηφάνεια, χωρίς κακές σκέψεις στο μυαλό της. πίστευε οτιδήποτε της έλεγαν, υπάκουε σε όποιον την διέταζε να κάνη κάτι, αγαπούσε όλους τούς ανθρώπους, χωρίς διακρίσεις, συνομιλούσε με όλους και έκλαιγε μπροστά στην συμφορά και τον πόνο του κάθε άνθρωπου.

-Ποιό διακόνημα κάνεις στο μοναστήρι, Αδελφή Άγάθη;

-Κόβω ξύλα με το πριόνι, φροντίζω για τα λουλούδια και βοηθώ στο μαγειρείο…

Μία άλλη απασχόλησης της ήταν να πηγαίνει ενίοτε στο δάσος για όλη την ήμερα, να συγκεντρώνει ξυλαράκια για το μαγειρείο, να προσεύχεται και το βράδυ να επιστρέφει με την δύσι του ηλίου.

Ένα χρόνο πριν από την όσιακή κοίμησί της, έπαυσε πλέον να ομιλεί για τα παιδιά της. Εάν κάποια μοναχή περνούσε και την ερωτούσε, ή γερόντισσα Άγάθη, στέναζε λιγάκι, αλλά χαιρόταν σαν ένα μικρό παιδί. Και έλεγε:
-Τί καλές είναι αυτές οι αδελφές! Με φροντίζουν σαν μητέρα τους. Ιδού εγώ παρέμεινα μόνη… Κοιμήθηκε και ή ηγουμένη Ολυμπιάδα. Παρέμεινα μόνη μου…

Μόνη παρηγοριά της τώρα ήταν ή εκκλησία και οι αδελφές πού την διακονούσαν στο κελί της. πέρασε τα 22 αυτά χρόνια της μοναχικής της ζωής με ταπείνωση, προσευχή, σιωπή, αγάπη, ησυχία και πνευματική ειρήνη.

Ή Παλαιά Άγαπία ήταν γι’ αυτήν ένα λιμάνι σωτηρίας. Εδώ ή γερόντισσα Άγάθη γνώρισε στα γεράματα της ένα άλλο κόσμο, τον κόσμο του Θεού. Εδώ εύρήκε την αληθινή ειρήνη του Θεού και ήταν ευτυχισμένη. Τα παιδιά της, σχεδόν όλα, τα έστειλε στον ουρανό, πριν να πάη ή ίδια. Δεν τα μόλυνε ή ανομία του κόσμου, δεν τα πότισε το φαρμάκι της κοσμικής ζωής. Δεν υπέφεραν στην ζωή τους. Τώρα ή μητέρα τους προσεύχεται για όλα αυτά. Στο μοναστήρι εύρήκε την ειρήνη και την ελπίδα της σωτηρίας της.

Το καλοκαίρι του 1968 ή μοναχή Άγάθη αισθανόταν μεγάλη αδυναμία. Μόλις πού εξερχόταν για λίγο στον εξώστη του κελιού της να ζεσταθεί από τις ακτίνες του ηλίου. Για μερικές ήμερες έπεσε στο κρεβάτι.

-Γερόντισσα Άγάθη, δεν θα φας λίγο φαγητό; Να μερικά μήλα.

-Μήλα έχω να φάω στον παράδεισο, όπου φεύγω σε λίγο, απήντησε.

-Και πράγματι, στις 15 Σεπτεμβρίου του 1968 πέρασε ή ψυχή της στην άλλη ζωή, στην ηλικία των 92 ετών. Ήλθε και την αποχαιρέτισε όλη ή Αδελφότης της Μονής και την συνόδευαν μέχρι την τελευταία της κατοικία με δάκρυα χαράς, με ψαλμωδίες, με λαμπάδες και θυμιάματα και με το κτύπημα των καμπάνων μέσα στην χαρά και την ειρήνη του Χριστού.!

Από το βιβλίο«Οσιακές μορφές του Ρουμανικού μοναχισμού» Εκδ.»Ορθόδοξος Κυψέλη»/
πηγή: http://www.pentapostagma.gr

Γράφει ό π. Ιωαννίκιος Μπάλαν

.. Ηλθε το καλοκαίρι του 1964. Τα γεγονότα του κόσμου διεξάγοντο με καλές προοπτικές για την ‘Εκκλησια.

Οι άνθρωποι επανέκτησαν τις ελπίδες τους για το αύριον.

Τα Μοναστήρια, τα φρούρια αυτά της δισχιλιετούς ‘Ορθοδοξιας μας, προσηύχοντο σταθερά για την νίκη του Σταυρού του Χριστού.

Οι εκκλησίες ήταν όλες γεμάτες από Πιστούς, τα προσκυνήματα στα Μοναστήρια πολλαπλασιάσθηκαν, ενώ ο Θεός έδειχνε το Πρόσωπό Του σ’ εμάς τους αμαρτωλούς.

‘Ερχομουν από την πόλι Τίργκου Νεάμτς για το Μοναστήρι Συχαστρία, μέσω της Μονής Παλαιά ‘Αγαπια.

Ηθελα να παρηγορήσω λίγο την μητέρα του π. Κλεόπα και να της φέρω κάτι από τα αναγκαία.

Οταν έφθασα στην πύλη της Μονής, η γερόντισσα ‘Αγαθη περίμενε να έλθη κάποιος προσκυνητής για να ομιλήση μαζί του. Οταν έμπαινε κάποιος στην αυλή της Μονής, η Γερόντισσα, χωρίς να τον γνωρίζει, τον ερωτούσε: (« Ακουσε, παιδί μου! Δεν είδες τον Κλεόπα μου;
Οι Πιστοί της έλεγαν:
-« Οχι, αδελφή, δεν τον γνωρίζω!»
Οταν ήρχοντο άλλοι Πιστοί να προσκυνήσουν, η Γερόντισσα τους επλησίαζε και τους ερωτούσε μετά δακρύων:
-«Μήπως είδατε τον Κλεόπα μου;

Και αυτοί της απαντούσαν:
«Δεν γνωρίζομεν, αδελφή, ποιός είναι.
Δεν τον είδαμε!»

Τότε η Γερόντισσα στενάζοντας, εσκούπιζε τα δάκρυά της πηγαίνοντας κάπου πιο πέρα.
Κατανοώντας τον μεγάλο πόνο της, την επλησίασα και της έδωσα λίγα δωράκια και της είπα με πραότητα:
-«Γερόντισσα ‘Αγαθη, μην ερωτάς τους ανθρώπους που είναι ο π. Κλεόπας, διότι αυτοί δεν γνωρίζουν που αυτός ευρίσκεται!

Τότε η Γερόντισσα μου είπε με δάκρυα πόνου:
– Εε, πάτερ ‘Ιωαννικιε, δεν ήσουν ποτέ μητέρα!. . .

Τα λόγια της μ’ εγέμισαν τα μάγουλα δάκρυα και, αφού επροσκύνησα στην εκκλησία, της είπα:
– Αφησε τα δάκρυα, γερόντισσα ‘Αγαθη, διότι ο π. Κλεόπας σε λίγο καιρό θα έλθη στην Συχαστρία!

Μετά ανεχώρησα μέσω των βουνών για το Μοναστήρι μου.

Την δεύτερη ημέρα το απόγευμα η γερόντισσα ‘Αγαθη, κυριευμένη από πόθο να ιδή τον υιόν της, επήρε το ραβδί στο χέρι και, χωρίς να ειπή τόποτε σε κανέναν, εξεκίνησε μέσω του βουνού για την Συχαστρία.

‘Αλλα μόνη της και στην ηλικία των 88 ετών έχασε το μονοπάτι μέσα στο δάσος και το βράδυ συνάντησε ένα άνθρωπο και την έφερε σε ένα ορεινό καταφύγιο.

Δεν εγνώριζε όμως από εκεί ούτε να υπάγη προς την Συχαστρία,
ούτε να επιστρέψη οπίσω στην Μονή της. ‘Εργατες του Καταφυγίου της έδωσαν ένα δωμάτιο να ξεκουρασθή την νύκτα. ‘Εκεινη την ώρα οι καμπάνες της Μονής ‘Αγαπια εκτυπούσαν ακατάπαυστα και όλες οι Μοναχές την αναζητούσαν στο δάσος. Μόλις την δεύτερη ημέρα το απόγευμα την ευρήκαν και την ερώτησαν:
-Πως έφθασες εδώ, αδελφή ‘Αγαθη;
– Ηθελα να υπάγω στην Συχαστρία, να ιδώ εάν ήλθε ο Κλεόπας μου! ‘Αλλα χάθηκα.

Με ωδήγησε ένας άνθρωπος σ’ αυτό το Καταφύγιο και δεν ήξερα κατόπιν που να υπάγω.
– Ελα να σε οδηγήσουμε εμείς, αδελφή ‘Αγαθη!

Φθάνοντας στην Συχαστρία, η αδελφή ‘Αγαθη, επροσκύνησε τους τάφους των κοιμηθέντων παιδιών της Βασιλείου και Γερασίμου και, αφού έκλαυσε μόνη της αρκετά, σηκώθηκε, εφίλησε τον Σταυρό , επροσκύνησε την εκκλησία και είπε στις ‘Αδελφες:
-‘Απο τώρα πια ημπορώ να αποθάνω! ‘Αλλα δεν με αφήνετε να μείνω εδώ;
– Οχι, αδελφή ‘Αγαθη! Αϊντε να πάμε οπίσω στην Μονή μας.
– Αϊντε να πηγαίνουμε. . .

Μετάφρασις-επιμέλεια υπό Μοναχού Δαμασκηνού Γρηγοριάτου
Ιερά Μονή Οσίου Γρηγορίου
Άγιον Όρος Άθω
1999
Αναβάσεις
11 Σεπτεμβρίου 2013

add
TAGGED:
Share This Article
Δεν υπάρχουν Σχόλια

Αφήστε μια απάντηση