Ἕνας μικρός, ποὺ δὲν φοβᾶται.

mike
By
164 Views
2 Min Read

Μιὰ νύκτα σκοτεινή, ὁ γέρο – Μᾶρκος ὁ κτίστης, ἐπήγαινε σπίτι του. Στὸ δρόμο ἀντάμωσε ἕνα παιδάκι. Μέσα στὸ σκοτάδι τῆς νύκτας δὲν τὸ ἐγνώρισε. Τὸ παιδάκι ἐγνώρισε τὸ γέρο-Μᾶρκο καὶ τὸν ἐχαιρέτισε :

– Καλησπέρα, παππού!

– Καλησπέρα, παιδί μου. Ποιός εἶσαι; ἐζήτησε νὰ μάθῃ ὁ Μᾶρκος.

– Εἶμαι ὁ Τάσος τοῦ Αὐγέρη, ποὺ μᾶς ἔκτισες τὸν αὐλόγυρο. Δὲν μ’ ἐγνώρισες ἀκόμα; Δὲν μὲ ἐθυμήθηκες;

– Ἅς εἶσαι καλά, παιδάκι μου, εἶπεν ὁ Μᾶρκος. Τὰ μάτια μου δὲν βλέπουν τὴν νύκτα, σὰν τὰ δικά σου, καὶ δὲν σ’ ἐγνώρισα. Ποῦ πηγαίνεις τέτοια ὥρα;

– Πηγαίνω ν’ ἀγοράσω ζάχαρι καὶ ρύζι, ἀποκρίθηκεν ὁ μικρός. Μ’ ἔστειλαν ἀπὸ τὸ σπίτι.

– Καὶ δὲν φοβᾶσαι τέτοια ὥρα στὸ δρόμο μονάχος;

– Γιατί νὰ φοβηθῶ; Ἐγώ, ὅπου μὲ στέλνουν δὲν φοβοῦμαι, εἶπε ξέθαρρα ὁ Τάσος. Κάνω τὴν προσευχή μου καὶ μὲ φυλάγει ὁ φύλακας ἄγγελος.

– Καλὰ κάνεις, ἀγόρι μου, ποὺ κάνεις τὴν προσευχή σου καὶ δὲν φοβᾶσαι. Ἄφοβος νὰ εἶσαι πάντοτε. Ἐσὺ θὰ γίνῃς καὶ στρατιώτης καλός, ποὺ εἶσαι ἄφοβος.

Ὁ παπποὺς μὲ τὸν Τάσο ἐπερπάτησαν μιλῶντας μαζί, ὣς ἐκεῖ, ποὺ ἐχώριζεν ὁ δρόμος. Ὁ γέρο – Μᾶρκος τότε ἔστριψε δεξιὰ καὶ ὁ Τάσος ἀριστερά, γιὰ νὰ πάῃ στὸ παντοπωλεῖο.

– Καληνύκτα, παππού! ἐφώναξεν ὁ Τάσος τὴν στιγμή, ποὺ ἐχωρίσθηκαν.

– Καληνύκτα, ἀγοράκι μου! ἀποκρίθηκε ὁ γέρο – Μᾶρκος, κατευχαριστημένος ἀπὸ τὴν συντροφιὰ τοῦ μικροῦ. Νὰ πῇς χαιρετίσματα στὸν πατέρα σου.

Ἀναγνωστικόν Β’ Δημοτικοῦ

Βασιλική Γ. Οἰκονομίδου

1963

Εἰκόνα: «ἀγόρι μέ ἀναμμένο κερί» ἔργο τοῦ Godfried Schalcken ἀπὸ: wikimedia. commons

facebook.com/groups

add
TAGGED:
Share This Article
Δεν υπάρχουν Σχόλια

Αφήστε μια απάντηση