Η Παναγία ενισχύει τας πρώτας αδελφάς.
Όταν παραλάβαμε την Μονήν δεν βρηκαμε τίποτε. Υπήρχε μόνο σε μία νταμιζάνα λίγο λάδι κάτω-κάτω. Ένα πρωί, μετά την ακολουθία, πήγε η μοναχή κελάρισσα να πάρη το λίγο λάδι που υπήρχε και βρήκε την νταμιζάνα γεμάτη και άρχισε να χύνεται κάτω. Με μεγάλη συγκίνηση έτρεξε και το ανήγγειλε στη Γερόντισσα Μαγδαληνή, η οποία ερχόμενη είδε το παράδοξο θαύμα και με δάκρυα και δοξολογία ευχαρίστησε την Υπεραγία Θεοτόκο γιά την μητρική της φροντίδα.
Μᾶς εἶχε συνηθίσει ἡ Γερόντισσά μας, ὅταν ἄρχιζε ἡ Ἁγία Τεσσαρακοστή, τὸ πρῶτον Σάββατον νὰ μᾶς κάμνῃ σπανακόπιτα.
Ἐπλησίαζε τὸ Σάββατο καὶ λέγει ἡ μαγείρισσα στὴν Ἡγουμένη: Γερόντισσα σπανάκι δὲν ἔχομεν, δὲν θὰ κάμωμεν ἐφέτος σπανακόπιτα; Ἡ Γερόντισσα ἀπήντησε: Κάμετε προσευχὴ καὶ ἐὰν ἡ Κυρία μας Θεοτόκος τὸ ἐπιτρέψῃ θὰ ἔλθῃ καὶ τὸ σπανάκι. Ἡ μαγείρισσα, ὀλίγον στενοχωρημένη, ἀπήντησε: Εὐλογημένον, θὰ περιμένωμεν.
Τὸ ἀπόγευμα τῆς ἰδίας ἡμέρας κτυπᾶ ἡ ἐξώθυρα καὶ μπαίνει μία γνωστὴ καὶ ἀγαπητή μας γυναῖκα, Θεώνη λεγομένη, ἀπὸ ἕνα μακρυνὸ χωριό, κρατῶντας ἕνα μικρὸ μπουκαλάκι στὸ χέρι καὶ ἕνα σακκὶ στὸν ὦμο. Ἐπλησίασε τὴν Γερόντισσά μας καὶ τῆς εἶπε: Γεροντισσοῦλα μου ἐσκέφθηκα τὶς ἀγαπημένες καλογρηές σου καὶ σᾶς ἔφερα λίγο σπανάκι καὶ λίγο λαδάκι νὰ κάμουν μιὰ σπανακόπιτα.
Πράγματι εἰς ἐκείνους ποὺ ἀγαποῦν τὸν Θεὸν καὶ φυλάσσουν τὰς ἐντολάς Του ὅλα συνεργοῦν εἰς τὸ καλόν.
Μια άλλη φορά στην απόδοση της Κοιμήσεως της Θεοτόκου το 1975 εφθάσε στην ίδια μονή κάποιος φορτωμένος με ένα βαρύτατο δέμα. Και διηγήθηκε τα εξής: Μίαν νύκτα είδα στο όνειρό μου μίαν ωραία γυναίκα και με ρώτησε αν την γνωρίζω και απάντησα ότι δεν την γνωρίζω. Εγώ όμως σε γνωρίζω, κάθεσαι στη πόλη και εὔκολα ψωνίζεις ο,τι θέλεις, ενώ εγώ κάθομαι στα ψηλά βουνά και δεν μου είναι εύκολο να ψωνίσω ο,τι μου χρειάζεται. Αμέσως τότε κατάλαβα ότι ήταν η Παναγία μας και γι᾿ αυτό αποφασίσαμε να σας φέρουμε λίγα τρόφιμα. Με δάκρυα ευχαρίστησαν την οικογένεια ευχόμενες ‘’την παρά της Κυρίας Θεοτόκου πλουσίαν μισθαποδοσίαν.’’