Μια φορά κι έναν καιρό, σε ένα ήσυχο μικρό χωριό, ζούσαν δύο γυναίκες πολύ διαφορετικές μεταξύ τους.

mike
By
455 Views
2 Min Read

Η μία ήταν ευλαβής και ταπεινή προσευχόταν καθημερινά, αγωνιζόταν να βλέπει τα δικά της σφάλματα και προσπαθούσε να ζει με αγάπη, υπομονή και συγχώρηση.

Η άλλη, αντίθετα, περνούσε τον χρόνο της με κουτσομπολιά, αναζητώντας τα ελαττώματα των γειτόνων της και κρίνοντας κάθε τους λέξη και πράξη.

Ένα απόγευμα, καθώς περπατούσαν στο ίδιο μονοπάτι, ξέσπασε ξαφνικά δυνατή βροχή.

Η γυναίκα που κατακρίνει έτρεξε πανικόβλητη να προφυλαχθεί, μα τότε η ταπεινή γυναίκα την είδε, τη φώναξε κοντά της και την κάλεσε να σταθεί κάτω από την ομπρέλα της. Χωρίς δισταγμό, τη σκέπασε με καλοσύνη.

Η άλλη ένιωσε την καρδιά της να βαραίνει από ντροπή και τη ρώτησε χαμηλόφωνα:
«Πώς μπορείς να είσαι τόσο ευγενική μαζί μου, ενώ εγώ βρίσκω ελαττώματα σε όλους;»

Και εκείνη της απάντησε ήρεμα:
«Όσο περισσότερο ασχολούμαστε με τα λάθη των άλλων, τόσο πιο βαριά γίνεται η καρδιά μας.

Η αγάπη και η ταπείνωση καθαρίζουν την ψυχή και φέρνουν ειρήνη η κατάκριση, αντίθετα, σκοτεινιάζει ακόμα και τις πιο φωτεινές μέρες. Ο δρόμος είναι επιλογή του καθενός».

Τα λόγια αυτά ρίζωσαν βαθιά μέσα της.

Κι από εκείνη τη μέρα, η γυναίκα άρχισε πρώτα να παρατηρεί τον εαυτό της και να συγκρατεί τη γλώσσα και τη σκέψη της, μαθαίνοντας σιγά σιγά πως η σιωπή και η αγάπη φωτίζουν περισσότερο από κάθε κρίση.

Εκ της συντακτικής ομάδας του Ιερού Ναού Αγίων Κωνσταντίνου και Ελένης Κολωνού

Ιερεας Γκελιας Αρσενιος

add
Share This Article