Το ψωμί της μετάνοιας
Στα χρόνια του αυτοκράτορα Ιουστινιανού, στα δύσβατα βουνά της Μικράς Ασίας, ζούσε ένας ληστής τρομερός. Τον έλεγαν Βαρσαββά. Είχε ληστέψει, κάψει, σκοτώσει. Ο φόβος του είχε απλωθεί σαν σκοτάδι. Κανείς δεν τολμούσε να διαβεί τα στενά όπου εκείνος λυμαινόταν.
Μια μέρα, τόλμησε να ανέβει στο κελί ενός ερημίτη γέροντα, νομίζοντας πως θα βρει κρυμμένα χρήματα. Μπήκε μέσα με το σπαθί στο χέρι, μα δεν βρήκε τίποτα παρά μόνο μια εικόνα της Παναγίας, λίγα παξιμάδια κι έναν γέροντα γονατιστό.
– Δεν έχεις τίποτα; ρώτησε άγρια.
– Τίποτα, παιδί μου, παρά μόνο την ψυχή μου, είπε ήρεμα ο γέροντας. Κι αν θέλεις κι εκείνη, πάρε την.
Ο ληστής ταράχτηκε. Εκείνη τη νύχτα δεν έφυγε. Ο γέροντας του μίλησε για την αγάπη του Θεού, για τον καλό ληστή του Γολγοθά, για την Παναγία που δέχεται και τους πιο αμαρτωλούς. Ο Βαρσαββάς έκλαψε. Δεν είχε κλάψει ποτέ του. Το πρωί άφησε τα όπλα του στο κατώφλι του κελιού.
– Γέροντα, είπε, θέλω να γίνω άνθρωπος.
Έμεινε κοντά του τρεις μήνες. Μάθαινε να προσεύχεται, να νηστεύει, να εργάζεται. Μα το κορμί του δεν άντεξε την αλλαγή. Αρρώστησε βαριά. Ο γέροντας τον περιποιήθηκε, μα η αρρώστια τον έλιωνε μέρα με τη μέρα.
Την έβδομη μέρα της ασθένειας, ο ληστής ένιωσε πως τέλειωνε η ζωή του. Κάλεσε τον γέροντα και είπε:
– Μη με ρωτήσεις αν μετανόησα. Δεν ξέρω αν πρόφτασα. Ξέρω μόνο πως τα χέρια μου είναι γεμάτα αίμα. Μα εσύ μου είπες πως η Παναγία δέχεται και τους τελευταίους. Πες της να με δεχτεί.
Εκείνη τη νύχτα, ένας μοναχός από διπλανό κελί, που κοιμόταν, είδε όραμα. Αντίκρισε το κελί του γέροντα γεμάτο φως. Δαίμονες στεκόντουσαν έξω με χαρτιά μαύρα ήταν οι αμαρτίες του ληστή. Κρατούσαν ζυγαριά. Στον ένα δίσκο έβαζαν τις αμαρτίες του, που κατέβαζαν τη ζυγαριά ως την γη. Οι άγγελοι στεκόντουσαν σιωπηλοί.
– Δεν έχει τίποτα, είπαν οι δαίμονες. Τρεις μήνες μόλις. Πού είναι οι αρετές του;
Και τότε ο φύλακας άγγελος του ληστή, που τον είχε συνοδεύει στα βουνά όσα χρόνια κι αν αμάρτανε, πλησίασε τη ζυγαριά. Κρατούσε κάτι μικρό, σπασμένο, ξερό.
– Τι είναι αυτό; ρώτησε ο άλλος άγγελος.
– Ένα κομμάτι ψωμί, αποκρίθηκε εκείνος. Την τρίτη μέρα της μετανοίας του, είχε μόνο ένα παξιμάδι. Κι ένας φτωχός πέρασε από το κελί. Ο ληστής έσπασε το παξιμάδι στα δύο και του το έδωσε. Αυτό είναι το ψωμί της μετανοίας του. Δεν πρόλαβε να κάνει άλλο καλό. Μα αυτό το έκανε.
Το έβαλε στον άλλο δίσκο της ζυγαριάς, εκείνον που ήταν ψηλά. Τότε έγινε το θαύμα. Το μικρό εκείνο ψωμί βάρυνε τόσο, που η ζυγαριά γύρισε ολόκληρη. Τα χαρτιά των αμαρτιών σκορπίστηκαν σαν φύλλα στον άνεμο.
-Νίκησε το έλεος! φώναξαν οι άγγελοι.
Και πήραν την ψυχή του ληστή και την ανέβασαν εκεί που δεν φτάνουν ούτε τα βουνά που λήστευε, ούτε τα δάκρυα που δεν πρόλαβε να χύσει.
Το πρωί, ο μοναχός που είδε το όραμα πήγε στο κελί. Ο ληστής είχε πεθάνει ήσυχα. Πάνω στο στρώμα του, σφιγμένο στο χέρι του, βρήκαν ένα σπασμένο παξιμάδι. Δεν το είχε φάει. Το είχε κρατήσει για τον πρώτο φτωχό που θα περνούσε.
Και οι πατέρες είπαν: «Μηδενός απελπίζου την σωτηρίαν. Ο Θεός ζυγίζει τις καρδιές, όχι τα χρόνια».
Εκ της συντακτικής ομάδας του Ἱ.Ν Αγ. Κωνσταντίνου Κολωνού+