Από τα δεκατρία της έστελνε προξενιά ο Ζαχάρης,μα ο πατέρας της Χαρίκλειας όχι έλεγε. Δεν έχω κόρη εγώ για πάντρεμα.
Κάθε χρόνο μέχρι τα δέκα εννιά της δυο φορές τον χρόνο την γύρευε από τον γονιό της κι η απάντηση ήταν όχι.
Άρχισε να το παίρνει προσωπικά εκείνος γιατί του λέγανε όχι. Αυτόν που τον θέλανε όλα τα κορίτσια του χωριού παντρεμένα κι ανύπαντρα;
Αυτόν που έδιωχνε δυο προξενιά την μέρα; Αυτόν που σαν διάβαινε στη ρούγα ανοίγανε πορτοπαράθυρα να τον δούνε; Αυτόν που οι κοπελιές χύνανε μαύρο δάκρυ σαν μαθαίνανε πως η καρδιά του ήταν αλλού;
Όχι; Στον Ζαχάρη που είχε χίλια κεφάλια πρόβατα κι άλλα χίλια κεφάλια γίδια,γελάδια και γουρούνια; Όχι στον πιο περιζήτητο γαμπρό; Βαριά πολύ το πήρε ετούτο και δεν μπορούσε να ησυχάσει ο έρμος. Ύπνος δεν τον κόλαγε.
Να μάθει ήθελε το γιατί και αποφάσισε να ρωτήσει τον κύρη της στα ίσια. Έτσι κάνουν Ζαχάρη μου οι άντρες είπε στον εαυτό του μια μέρα και κίνησε να τον βρει να μάθει γιατί.
Τον καλοδέχτηκε ο Σηφονικολής και θάρρεψε κείνος. Φέρε γυναίκα ρακές και κείνο το τυζοζούλι το φρέσκο να φιλέψουμε τον μουσαφίρη μας. Κι άρχισε να φτερουγάει στα στήθια του η ελπίδα του Ζαχάρη.
Να δεις που θα μου την δώκει σκέφτηκε. Θα μου την δώκει. Φάγανε,ήπιανε και θέλησε ο κύρης της να μάθει τον λόγο της επίσκεψης του.
Σε ρωτώ στα ίσα του είπε,γιατί αρνιέσαι να μου δώσεις το Χαρικλάκι; Άκου λεβέντη μου του είπε. Είσαι καλός και προκομμένος άντρας,με βιος και με φιλότιμο.
Γυναίκα θα βρεις καλύτερη από την κόρη μου να φτιάκεις την φαμίλια που θέλεις. Όχι όμως με την κόρη μου.
Αυτό το γιατί θέλω να μάθω Σηφονικολή του είπε. Αυτό το γιατί που με έκανε κι έχασα τον ύπνο μου και την μπιστοσύνη στον εαυτό μου. Πες μου γιατί,πες τον λόγο και’γω θα τον σεβαστώ και δεν θα ξαναστείλω προξενιό.
Έστριψε το μουστάκι του εκείνος και σκεφτόταν τι να του πει. Απροετοίμαστο τον βρήκε τούτη η επίσκεψη.
Τι να του πει; Και μάνι μανι απάντησε έτσι στα βιαστικά,πως έχω κάποιους λογαριασμούς με τον κύρη σου από παλιά και δεν θέλω να συγγενέψω μαζί του.
Δεν σε πιστεύω τ’απάντησε ο Ζαχάρης. Δεν σε πιστεύω γιατί ο χαιρετισμός σας σαν ανταμώνετε στη στράτα δεν δείχνει να’χετε διαφορές,μα κι ούτε ποτέ ο κύρης μου,μου είπε κάτι τέτοιο.
Δεν σε πιστεύω,και σηκώθηκε να φύγει με την καρδιά κομμάτια ο ερωτοχτυπημένος νέος.
Μαζεύτηκε στα μαντριά του στο βουνο κι έκανε πολύ καιρό να το ξεπεράσει. Τα’βαλε με την καρδιά του που τόσο πολύ αγάπησε. Τα έβαλε με τον εαυτό του που ορκίστηκε να μην ξαναγαπήσει άλλη αν δεν την έκανε γυναίκα του.
Κι όλα στράφι. Στράφι στην άρνηση του κύρη της. Στο χωριό δεν κατέβαινε.. Οι γονείς του μαράζωσαν από την στεναχώρια τους. Έναν γιο είχαν και μια κόρη.
Κατέβα γιε μου στο χωριό που έρχονται και μας γυρεύουν την αδερφή σου και συ λείπεις μα σωστό δεν είναι.
Πρέπει να’σαι και συ σαν έρχονται και μας την γυρεύουν. Να την δώσετε σε όποιον θελήσει εκείνη τους έλεγε μα’γω δεν κατεβαίνω παρά μονάχα στον γάμο της.
Δεν θέλω κανέναν έλεγε η αδερφή του. Αγαπημένα πολύ ήταν τα αδέρφια. Δεν θέλω κανέναν αν δεν δω γαμπρό τον αδερφό μου πρώτα. Είναι μεγαλύτερος κι είναι η αράδα του.
Εγώ μόλις πάτησα τα δέκα πέντε και δεν θα πω το ναι σε κανένα αν δεν πάει εκείνος πρώτα γαμπρός στην εκκλησιά.
Στη βρύση του χωριού συντάντησε μια μέρα την Χαρίκλεια και την ρώτησε γιατί δεν θέλει τον Ζαχάρη τους.
Και κείνη μη ξέροντας τι να πει για τούτη την άρνηση του κύρη της,σήκωσε τις πλάτες της πως τάχα μου δεν ξέρει το γιατί.
Εσύ τον θέλεις; Την ξαναρώτησε η αδερφή του.
Πάλι απάντηση δεν πήρε από το στόμα της,μα είπε μονάχα πως αυτά τα κανονίζει ο κύρης της.
Και την καρδιά σου αυτός την ορίζει Χαρικλάκι; Αυτός; Μα πε μου τον θες η όχι; Γιατί αν εσύ τον θες αλλάζουν τα πράματα.
Εγώ θα θελήσω κείνον που θα παντρευτώ της είπε. Μικρή είμαι ακόμα. Θα παντρευτώ και θα αγαπήσω.Πρώτα θα παντρευτώ και μετά θα αγαπήσω. Έτσι λέει ο πατέρας.
Τι είμαι; Δυο χρόνια μεγαλύτερη από σένα είμαι. Στα δέκα εφτά πια είχε μπει κι όλο όχι έλεγε ο κύρης της σ’όλους τους γαμπρούς.
Κανένας δεν του γέμιζε το μάτι.
Μα ούτε κι αδερφή του Ζαχάρη έλεγε το ναι,ακόμα κι όταν πήγε να την χαλέψει κι αυτός που κρυφά καρδιοχτυπούσε.
Τόση αγάπη είχε για τον αδερφό της. Αν δεν χαρεί αυτός στο πλευρό κείνης που αγαπά,και’γω χαρά δεν θέλω έλεγε.
Πρώτα εκείνος κι ύστερα εγώ. Κι αν ο Στελής με θέλει όσο εγώ, κι όσο ο Ζαχάρης μας την Χαρίκλεια θα’ρχεται να με χαλεύει ώσπου να πω το ναι.
Αν δεν το κάνει τούτο,λίγη είναι η αγάπη του και δεν τον θέλω μα μένα μεγάλη είναι και’γω θα τον καρτέραγα.
Κι αν δει κι από δει κι άλλη θα γυρέψει,δεν ήταν για μένα τούτος ο άντρας.
Έτσι θα πω στην καρδιά μου. Πρώτα ο αδερφός κι ύστερα εγώ. Ο αδερφός της που έμεινε πέντε κόκαλα και μια σκιά να τριγυρνάει στα βουνά χωρίς νου και καρδιά.
Παρακάλαγε κάθε μέρα την Παναγιά να μερέψει την αγάπη του στα στήθια του τα πονεμένα,μα ήταν σαν να της έλεγε φούντωσέ την,δυνάμωσέ την.
Από τον φίλο του τον καρδιακό μάθαινε πως έδιωχνε συνεχώς γαμπρούς ο Σηφονικολής. Μικρή είναι ακόμα τους έλεγε και κείνοι φεύγανε και δεν ξαναπηγαίνανε.
Όμορφη κόρη έχεις και μυαλωμένη μ’αφού δεν την δίνεις να’σαι καλά του λέγανε και δεν ξαναπηγαίνανε.
Αυτά τα χαμπέρια τα μάθαινε από τον φίλο του τον καρδιακό τον Στρατή που και κείνος στεναχωριότανε πολύ.
Πε μου Ζαχάρη μου να την κλέψουμε και θα πάμε τούτη την στιγμή του έλεγε. Εγώ γυναίκα που δεν με θέλει δεν κλέβω του απαντούσε. Δυο λέξεις έγραψε σε ένα χαρτί και τις έδωσε στον φίλο του να της δώσει στο Χαρικλάκι.
Φέρε μου απάντηση του είπε κι όλα από κει θα εξαρτηθούνε. Μια βδομάδα είχε το χαρτί στην τσέπη ο Στρατής. Μια βδομάδα κρατούσε το σημείωμα στην τσέπη του. Δεν την είχε ανταμώσει ακόμα. Ήθελε ο ίδιος να της το δώσει και να πάρει την απάντησή της εκεί την ώρα που θα το διάβαζε. Δυο κουβένετς είχε γράψει ο Ζαχάρης. Ναι,η όχι;
Τίποτα άλλο και κείνη θα καταλάβαινε. Στην δέκατη μέρα πάνω την συνάντησε στη ρούγα. Έβγαλε βιαστικά το χαρτί και της έδωσε λέγοντας να του δώσει απάντηση τώρα.
Όχι του είπε. Αυτά τα αποφασίζει ο πατέρας μου. Πως να την πάει την απάντηση στο φίλο του; Κάτω θα έπεφτε του θανατά. Σάμπως ζούσε κιόλας; Δεν ζούσε.
Δεν ζούνε οι σκιές πανάθεμά τες. Δεν ζούνε. Πήγε με την καρδιά κομμάτια να τον βρει.
Η απάντηση είναι όχι φίλε μου. Όχι. Δεν κάνει αυτή του κεφαλιού της αν δεν το πει ο κύρης της. Έτσι μου είπε,μόνο να το πάρεις απόφαση πως ο γάμος αυτός δεν θα γίνει και τι δεν του είπε ο Στρατής να τον κάνει να την ξεχάσει. Όλα μάταια όμως. Το μυαλό του είχε κολλήσει κι η ρημάδα η καρδιά του χτυπούσε μόνο στο όνομά της.
Ο Στελής ξαναπήγε να την ζητήσει κι η αδερφή του πάλι όχι είπε μα τούτη την φορά του έστειλε και χαμπέρι να την περιμένει. Τις αντοχές του δοκίμαζε κι αυτή.
Κι ο Στελής που την ήθελε δεν είχε παρά να περιμένει. Τα μάτια της είχε σηκώσει στη παζάρι μια φορά και τον κοίταξε. Αυτό ήταν. Ένα μαχαίρι του κάρφωσε η ματιά της στην καρδιά και κέθε που του έλεγε και κείνη όχι του το’μπηγε πιο βαθιά.
Αυτή έκανε κουμάντο στην καρδιά του πια.
Αυτή και θα την περίμενε όσο χρειαζόταν,αρκεί να του πει το ναι και ας αργήσει.Τώρα ήξερε πως κι αυτή τον θέλει αλλιώς δεν θα του έλεγε να περιμένει. Ο Ζαχάρης ένιωσε πως σαλεύει ο νους του με την άρνηση της Χαρίκλειας.
Έχασε όποιο ενδιαφέρον είχε ακόμα και για τα ζώα του.Δεν έπαιρνε μέρος πια στην βοσκή τους ούτε σε ό,τι τα αφορούσε. Έπεσε στο κρεβάτι και δεν σηκωνότανε.
Η μάνα του πήγε κοντά του στο βουνό με γιατροσόφια του σεβντά μα τίποτα δεν τον έκανε καλά.
Φώναξε έναν καλόγερο από’να μοναστήρι εκεί κοντά να τον διαβάσει και να τον κοινωνήσει και σαν να έγινε ένα θαύμα.
Πήρε τα πάνω του κι άρχισε σιγά σιγά να συνέρχεται.
Θαύμα έλεγε η μάνα του.
Θαύμα κι άμα σηκώθηκε από το κρεβάτι ο γιος της σφάξανε το καλύτερο αρνί και φώναξε όλους τους καλόγερους του μοναστηριού να φάνε και να πιούνε στην υγειά του παιδιού τους.
Συνήλθε ο Ζαχάρης μα δεν ήταν όπως πριν.
Φαινόταν να είναι σαλεμένος. Ζούσε όμως κι απέκτησε ξανά ενδιαφέρον για τα ζωντανά τους. Θα την ξεχάσει λέγανε και θα στραφεί σε άλλη.
Άρχισε να πηγαίνει και στο χωριό μα για την Χαρίκλεια δεν μιλούσε. Μια φορά που ο φίλος του έφερε την κουβέντα σκοπίμως σε κείνη να δει την αντίδρασή του,ατάραχος έμεινε.
Λες και δεν ήταν αυτή η αιτία που αρρώστησε και που κόντεψε να πεθάνει.
Μέχρι και στον δρόμο που την ανταμώσανε μια μέρα με τον φίλο του δεν γύρισε το βλέμμα του να την κοιτάξει καθόλου. Και κείνη τους χαιρέτισε και τους δυο λέγοντας τα ονόματά τους.
Ακόμα και τότε δεν την κοίταξε ούτε τον χαιρετισμό της έγειρε πίσω.
Όλα δείχνανε πως την είχε ξεπεράσει και πως ζούσε φυσιολογικά,εκτός από κείνη την μικρή αλλαγή που έμοιαζε λίγο σαν σαλεμένος.
Η αδερφή του είπε το ναι στον Στελή της έπειτα από μια κουβέντα που έκανε μαζί του. Εγώ της είπε δεν θα παντρευτώ κι είναι κρίμα να περιμένεις εμένα. Πάρε κείνον που αγαπάς να κάνεις οικογένεια και μένα θείο. Τον άκουσε κι έγινε ο γάμος της.
Όπως σε λίγο καιρό θα γινόταν κι ο γάμος της Χαρίκλειας. Είχε αποφασίσει να την δώσει ο πατέρας της σε κάποιον έμπορο που πέρασε με την πραμάτειά του από τα χωριά τους κι είχαν αρχίσει οι ετοιμασίες του.
Πατέρα του είχε πει,γιατί δέχτηκες να με δώσεις εγώ δεν θέλω να φύγω από κοντά σας. Δεν θα πας πουθενά της είπε αυτός. Εδώ θα μείνετε κοντά μας.
Το δέχτηκε. Αυτός ήταν και ο όρος που έβαλα και συμφώνησε. Άλλωστε από’δω έχει πρόσβαση σε πολλά χωριά τριγύρω για την δουλειά του,και το παζάρι της περιοχής μας θα τον βοηθήσει πολύ στην δουλειά του.
Όσο οι ετοιμασίες γινότανε ο Ζαχάρης είχε φύγει για το βουνό. Ο Στρατής που πήγε να τον δει μια μέρα θέλησε να τον ρωτήσει να μάθει πως πήρε τον γάμο της. Δεν με ενδιαφέρει του είπε ποιον θα πάρει. Η Χαρίκλεια για μένα έχει τελειώσει όταν μου έφερες την απάντησή της.
Μα σου είχε πει ποτέ πως σε θέλει; Η σου είχε δώσει κάποιο σημάδι;
Όχι του απάντησε. Ποτέ. Μα ήθελα να ελπίζω από την πολλή αγάπη που της είχα αλλά τέλος πλέον σε όλα αυτά. Τέλος,και δεν ξαναμιλήσανε ως τον γάμο της.
Από κοντά τον είχε όμως ο φίλος του. Τον νοιαζότανε κι έμεινε κοντά του μέχρι την προπαραμονή του γάμου της. Θα φύγω Ζαχάρη του είπε. Θα κατέβω στο χωριό μα θα ξανάρθω σύντομα,κι έφυγε.
Ήταν Παρασκευή και οι ετοιμασίες είχαν φτάσει στο τέλος τους και είχε αρχίσει το γλέντι.
Πάγκους είχε στήσει στην αυλή του σπιτιού του ο πατέρας της Χαρίκλειας.
Μια την είχε και της έκανε μεγάλο γλέντι. Θεωρούσε πως έπαιρνε και καλό γαμπρό και ήθελε να αφήσει εποχή ο γάμος της. Αμ,δεν την άφησε; Την άφησε και με το παραπάνω.
Δεν χαίρεσαι και πολύ της λέγανε οι φίλες της με τέτοιον άντρα που παίρνεις. Δεν χαίρεσαι γιατί; Δεν τον θέλεις; Όχι είπε η Χαρίκλεια. Δεν είναι αυτό,δεν είναι πως δεν τον θέλω αλλά να,έχω ένα σφίξιμο στο στομάχι μου και δεν ξέρω γιατί.
Είναι η αγωνία της είπαν οι φίλες της.
Η αγωνία που έχει η νύφη πριν τον γάμο,μα μεθαύριο αυτό όλο θα έχει τελειώσει. Έφτασε η μέρα που φόρεσε το νυφικό κι από βραδίς είχε δει στον ύπνο της πως της το είχαν δώσει δεμένο σφιχτά κόμπο και δεν μπορούσε να το λύσει.
Μα εγώ σκεφτόταν το κρέμασα και ήταν εντάξει,πως μου το φέρνουν να το φορέσω κι είναι δεμένο κόμπο; Πετάχτηκε πάνω στο κρεβάτι της και το είδε να κρέμεται έτοιμο να το φορέσει απλωμένο έτσι όπως το άφησε χωρίς κόμπο.
Εφιάλτης είπε κι έγειρε να κοιμηθεί ξανά. Από κείνη την στιγμή ο κόμπος μεταφέρθηκε στο στομάχι. Όλες οι νύφες τον έχουν της λέγανε οι φίλες της.
Μετά την εκκλησία δεν θα τον έχεις. Το γλέντι καλά κρατούσε κι ήρθε η ώρα η Χαρίκλεια να βάλει το νυφικό της.
Την στιγμή που οι φίλες της την ντύνανε,ένα πουλί μαύρο ήρθε και στάθηκε στο περβάζι του παραθύρου της.
Ήταν καλοκαιράκι και είχε ανοίξει το παράθυρο. Στάθηκε για λίγο έξω κι ύστερα άνοιξε τα φτερά του και μπήκε μέσα στο δωμάτιο της νύφης.
Έκανε δυο τρεις κύκλους και κάθισε στην πλάτη της Χαρίκλειας. Όσοι ήταν στο δωμάτιο μαρμάρωσαν ανατριχιασμένοι.
Ετούτο δεν είχε ξαναγίνει σε καμία ετοιμασία γάμου. Πουλιά πετούσαν έξω από τα σπίτια των ανθρώπων αλλά στης νύφης την κάμαρα δεν είχαν μπει ποτέ,ούτε στην πλάτη της είχαν κάτσει.
Το πουλί έφυγε κι η νύφη έβγαλε το νυφικό της. Δεν πάω στην εκκλησία φώναζε. Δεν θα παντρευτώ.
Όχι σήμερα όχι σήμερα έλεγε κι έκλαιγε,λες και κείνο που είχε γράψει η μοίρα θα ξέγραφε αν δεν γινόταν ο γάμος την μέρα εκείνη.
Με πολλά παρακάλια και με του παπά την βοήθεια και μια διαβασμένη προσευχή από τον ίδιο την καταφέρανε να ντυθεί ξανά και να πάει στην εκκλησιά που περίμενε ο πραματευτής.
Ο γάμος έγινε και βγήκαν στην αυλή να πάρουν τις ευχές τους.
Βγήκαν στην αυλή της εκκλησιάς να μην είναι στριμωγμένοι μέσα μιας κι έξω είχε αεράκι. Την ώρα του Ησαΐα η ραχοκοκαλιά της πάγωσε σαν να της είχαν πετάξει ένα ποτήρι παγωμένο νερό και κύλαγε μέσα της.
Κόντεψε να πέσει κάτω αλλά ο γαμπρός την κράτησε και τελείωσε το μυστήριο.
Όταν άκουσε τον παπά να λέει ας περάσει έξω το ζευγάρι για τις ευχές,ένιωσε μεγάλη ανακούφιση.
Βγαίνοντας έξω το πρώτο που είδε ήταν ένα κορμί νεκρό να κρέμεται από τον μεγάλο πλάτανο που ήταν στην αυλή της εκκλησιάς και το πουλί που ήταν στο παράθυρό της κι έκατσε στην πλάτη ήταν καθισμένο στην πλάτη του κρεμασμένου.
Ο κρεμασμένος ήταν ο Ζαχάρης.
Ο Ζαχάρης που δεν την ξεπέρασε ποτέ και δεν άφησε να φανεί γιατί το έκρυβε καλά έχοντας σχέδιο και παίρνοντας τις αποφάσεις του.
Τα γόνατά της λύγισαν κι έπεσε κάτω χωρίς να ξέρει ποιος ήταν ο νεκρός. Η θέα αυτή την τσάκισε κι ο άντρας της πια δεν μπόρεσε να την κρατήσει. Σωριάστηκε χωρίς να μπορέσει να βγάλει μιλιά.
Τρέξανε κάποιοι προς τον πλάτανο και κόψαν το σχοινί.
Πήγε κι ο πατέρας της νύφης κι όταν είδε το πρόσωπο του κρεμασμένου, έπεσε πάνω του φωνάζοντας γιε μου.
Παιδί μου. Πρώτο μου παιδί που δεν σ’αγκάλιασα ποτέ παρά μονάχα νεκρό.
Παιδί μου που δεν με φώναξες πατέρα όσο κι αν το ήθελα,κι ούτε ποτέ θα το ακούσω.
Στα λόγια τούτα όλοι μουγγάθηκαν.
Ο γάμος της κόρης του που ήθελε να αφήσει εποχή,την άφησε,κι έβαλε το χέρι της η μοίρα γι’αυτό.
Παιδί μου φώναζε και σπάραζε η καρδιά του. Πως να πω ναι όταν μου γύρευες την αδερφή σου; Πως; Γιε μου μαζί σου θα έρθω και’γω.
Τέτοιο σπαραγμό ψυχής δεν είχαν δει ξανά από άντρα. Εκείνος ο άντρας που σπάραζε πάνω από το άψυχο κορμί,σαν ήταν νέος στα δεκάξι του αγάπησε μια κοπέλα.
Αυτός δέκα έξι και κείνη δέκα πέντε. Ενώσανε τα κορμιά τους μέσα από μια αγάπη που έγραψε την κακιά ιστορία της η μοίρα του κρεμασμένου. Ο πατέρας της κοπέλας δεν θα τον ήθελε για γαμπρό του ποτέ. Η φτώχια δεν είναι αποδεκτή για να δώσει την ευχή ο γονιός.
Την κλείδωσε στο σπίτι τους σαν έμαθε πως αγαπιούνται μα κι ο δικός του ο πατέρας δεν τον ήθελε αυτόν τον γάμο. Διαφορές είχαν οι φαμίλιες τους από πάππου προς πάππου και τις μεταφέρανε στις επόμενες γενιές..
Ο γάμος αυτός δεν έγινε ποτέ όσο κι αν αγαπηθήκανε τα δυο μικρά παιδιά.
Εκείνη την παντρέψανε με κάποιον άλλο που την ήθελε πολύ ακόμα κι όταν έμαθε πως στην κοιλιά της είχε το παιδί άλλου. Όταν το έμαθε ο Σηφονικόλής πως η αγαπημένη του είχε το παιδί του στην κοιλιά της το είπε στον δικό του πατέρα παρόλο που ήταν μικρός σήκωσε το ανάστημά του κι είπε πως θα την πάρει και θα φύγουν.
Πώς να την πάρει που την κλείδωσαν στο σπίτι και ήταν έξω από το δωμάτιο πάντα κάποιος. Αδύνατον να γίνει η κλεψιά,αλλά κι ο πατέρας του τον έστειλε μακριά σε άλλο νησί με το ζόρι χωρίς την θέλησή του. Τον πήρε ξανά στο σπίτι όταν είχε παντρευτεί και γεννήσει.
Ο γιος του μεγάλωνε με πολύ αγάπη από τον άλλο του πατέρα κι η κοπέλα που αγάπησε τον παρακάλεσε να σταματήσει εδώ,κι ό,τι έγινε έγινε.
Κανείς δεν έμαθε πως το παιδί ήταν δικό του. Το ξέρανε μόνο οι δυο οικογένειες κι ο άντρας που πήρε και κείνος είπε πως είναι δικό του. Έτσι είχαν τα πράγματα μέχρι που αγάπησε την αδερφή του και την γύρευε από τα δεκατρία της χωρίς να του την δίνουν,και πως να του πουν πως είναι αδέρφια; Νομίσανε πως θα εγκαταλείψει την προσπάθεια και θα πάρει άλλη.
Δεν τα υπολόγισαν όμως καλά,και να τώρα που αγκαλιάζει το άψυχο κορμί του σπαράζοντας την καρδιά του. Τούτος ο γάμος κατέληξε σε κηδεία. Το ένα του παιδί πάντρεψε την μέρα εκείνη και το άλλο το έθαψε.
Ήρθαν οι γονείς του νεκρού και τον είδαν να κλαίει πάνω του. Κάνανε κι αυτοί το ίδιο. Πέσανε πάνω στο νεκρό παιδί τους κι αγκαλιασμένοι και οι τρεις τον κλαίγανε.
Ο πόνος τους έβαλε τον εγωισμό στην άκρη και τις όποιες διαφορές που διαιωνιζότανε και κλάψανε το παιδί τους.
Παιδί μου,λεβέντη μου του φώναζε ο δόλιος. Να σε βρω θα έρθω να σου πω όλα κείνα που δεν σου είπα τόσα χρόνια κι ας σε συναντούσα στο δρόμο. Σεβάστηκα την υπόσχεση που έδωσα στην μάνα σου, την κράτησα κι ας με πονούσε. Εκείνη ήθελα να μην πονάει μα κι ο άντρας της σ’αγάπησε και δεν σε ξεχώρισε από την κόρη που ήρθε μετά.
Θα’ρθω γιε μου. Θα’ρθω. Και πήγε ο Σηφονικολής και τον βρήκε στην εβδομάδα πάνω. Η κόρη του πούλησε τα πάντα και φύγανε με τον πραματευτή για τον τόπο του.
Η κοπέλα που αγάπησε,η μάνα του Ζαχάρη έφυγε από την ζωή και κείνη σε δυο χρόνια. Πρόλαβε και είδε εγγόνια από την κόρη της και τον Στελή.
Όταν πήγαινε στο νεκροταφείο να ανάψει τα καντήλια τους ο άντρας της,πέρναγε κι από το δικό του μνήμα και του το άναβε κι αυτουνού. Ο γιος μας του έλεγε θέλει να μας βλέπει μονιασμένους κι είμαι σίγουρος πως μου προσέχετε την την μάνα του ως που να έρθω και’γω.
Από τα δεκατρία της την γύρευε ο Ζαχάρης.
Η αγάπη τούτη τον έστειλε στον θάνατο και ποτέ του δεν έμαθε πως ήταν αδερφή του. Ετούτο το μυστικό φανερώθηκε με τον θάνατό του,αλλά εκείνος δεν το έμαθε ποτέ.
Ελευθερία Λάππα