Προδοσία κατὰ τῆς Ἐκκλησίας καὶ τοῦ Χριστοῦ.
Στυλιανός Μπούρης
Testimonianza Ortodossa
Ἡ Ἱερουσαλήμ, ἡ Ἁγία Πόλις, ὅπου τὸ Αἷμα τοῦ Χριστοῦ ἐλύτρωσε τὸν κόσμο καὶ ὅπου ὁ Πανάγιος Τάφος φυλάσσει τὸ Μυστήριον τῆς Ἀναστάσεως καὶ τὸν Γολγοθᾶ. Καὶ ὅμως, εἰς τὸν ἅγιον τοῦτον τόπον ἐπραγματοποιήθη μία πράξις ποὺ προδίδει τὸν ἴδιον τὸν Χριστόν: ἡ ἀναγνώρισις ἑνὸς ἀνυποστάτου ἱερωσύνης, ἐκείνης μιᾶς γυναικὸς καὶ μάλιστα αἱρετικῆς, ἡ ὁποία ἐγένετο δεκτὴ ὡς «ἀρχιεπίσκοπος».
Τοῦτο ἀποτελεῖ τραῦμα διὰ τὴν Ἐκκλησίαν, παραβίασιν τῶν Ἀποστολικῶν Κανόνων, οἵτινες ἀπὸ τοὺς πρώτους αἰῶνας διεφύλαξαν τὴν καθαρότητα τῆς Πίστεως. Ἐὰν ἕνας Ποιμήν –κληθεὶς νὰ εἶναι «στῦλος καὶ ἑδραίωμα τῆς ἀληθείας» (Α΄ Τιμ. 3,15)– ἀναγνωρίζῃ ὡς ἔγκυρον μίαν ἱερωσύνην τὴν ὁποίαν ἡ Ἐκκλησία οὐδέποτε ἐχορήγησε, τότε δὲν περιπίπτει μόνον εἰς αἵρεσιν, ἀλλὰ προδίδει καὶ τὸν ἴδιον τὸν Χριστόν, ὁ Ὁποῖος εἶναι ἡ Ἐνσάρκωτος Ἀλήθεια (Ἰω. 14,6).
Ἡ Ἱερωσύνη εἶναι θεῖον δῶρον, καὶ ἡ Ἐκκλησία οὔτε ἀναγνωρίζει ἱερωσύνην εἰς τοὺς αἱρετικούς, οὔτε δέχεται γυναικείαν ἱερωσύνην.
Ἡ Ἐκκλησία εἶναι τὸ Μυστικὸν Σῶμα τοῦ Χριστοῦ (Α΄ Κορ. 12,27), καὶ ἡ Ἱερωσύνη εἶναι σφραγὶς ἐκτυπωθεῖσα διὰ τοῦ Μυστηρίου τῆς Ἱερωσύνης, μεταδιδομένη διὰ τῆς ἀδιακόπου Ἀποστολικῆς Διαδοχῆς.
Ἡ πατερικὴ διδασκαλία καὶ οἱ ἱεροὶ Κανόνες τῆς Ἐκκλησίας πάντοτε ἐθεώρησαν τὴν Ἱερωσύνην ὡς προορισμένην διὰ τοὺς ἄνδρας, συμφώνως πρὸς τὴν πράξιν τῶν Ἀποστόλων, οἵτινες ἐξέλεξαν μόνον ἄνδρας μεταξὺ τῶν Δώδεκα, καὶ διότι ἡ Ἐνανθρώπησις τοῦ Λόγου ἐπραγματοποιήθη ἐν ἀνδρικῷ σώματι. Αὕτη εἶναι ἡ σταθερὰ διδασκαλία τῆς Ἐκκλησίας. Ἐὰν μία γυνὴ «χειροτονηθῇ», ἡ πράξις εἶναι ἄκυρος· δὲν ὑφίσταται ἱερωσύνη, ἀλλὰ προσποίησις. Καὶ ὅποιος ἀναγνωρίζει ὡς ἔγκυρον μίαν ἄκυρον ἱερωσύνην, καθίσταται συμμέτοχος τῆς πλάνης.
Οἱ Ἀποστολικοὶ Κανόνες ἀποτελοῦν τὸ θεμέλιον τῆς ἐκκλησιαστικῆς πειθαρχίας, καὶ ἡ παραβίασίς των δὲν εἶναι ἁπλῶς πειθαρχικὸν παράπτωμα, ἀλλὰ ἁμάρτημα κατὰ τῆς Ἀληθείας, ἥτις εἶναι ὁ Χριστός.
Ὁ 46ος Ἀποστολικὸς Κανὼν διακηρύσσει σαφῶς: «Ἐπίσκοπον, ἢ πρεσβύτερον, αἱρετικῶν δεξάμενον βάπτισμα, ἢ θυσίαν, καθαιρεῖσθαι προστάσσομεν. Τίς γὰρ συμφώνησις Χριστῷ πρὸς Βελίαρ; ἢ τίς μερὶς πιστῷ μετὰ ἀπίστου;» (βλ. Β΄ Κορ. 6,15).
Ὁ Κανὼν οὗτος δὲν καταδικάζει μόνον τὴν αἵρεσιν καθ’ ἑαυτήν, ἀλλὰ καὶ πᾶν πρόσωπον ποὺ τὴν νομιμοποιεῖ. Ἐὰν ἐπίσκοπος δεχθῇ τὴν θυσίαν (τὴν Θείαν Εὐχαριστίαν) ἢ τὸ βάπτισμα ἀπὸ αἱρετικόν, χάνει τὸ ἀξίωμά του. Κατὰ τὸν αὐτὸν τρόπον, ὅποιος δέχεται καὶ ἀναγνωρίζει ὡς ἔγκυρον μίαν ἱερωσύνην τὴν ὁποίαν ἡ Ἐκκλησία πάντοτε ἀπέρριπτε, ἐκτίθεται εἰς καθαίρεσιν.
Ὁ Μέγας Βασίλειος διδάσκει: «Τῶν ἐν τῇ Ἐκκλησίᾳ πεφυλαγμένων δογμάτων καὶ κηρυγμάτων, τὰ μὲν ἐκ τῆς ἐγγράφου διδασκαλίας ἔχομεν, τὰ δὲ ἐκ τῆς τῶν Ἀποστόλων παραδόσεως ἐν μυστηρίῳ παραδεδομένα ἐδεξάμεθα· ἄμφω δὲ τὴν αὐτὴν ἰσχὺν ἔχει πρὸς τὴν εὐσέβειαν.» (Περὶ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, 27).
Ἡ Ἱερουσαλήμ εἶναι τὸ σύμβολον τῆς ἀκλονήτου Πίστεως. Ἐδῶ ὁ Ἅγιος Πέτρος ἐκήρυξε τὴν πρώτην Πεντηκοστήν (Πρ. 2), ἐδῶ ὁ Ἅγιος Ἰάκωβος προήδρευσε τῆς πρώτης Ἀποστολικῆς Συνόδου (Πρ. 15), ἐδῶ ὁ Χριστὸς ἔχυσε τὸ Αἷμά Του διὰ τὴν Ἐκκλησίαν.
Ἐὰν ἕνας Πατριάρχης –διάδοχος τῶν Ἀποστόλων– ἀπομακρύνεται ἀπὸ τὴν διδασκαλίαν ποὺ παρεδόθη εἰς τὸν ἅγιον τοῦτον τόπον, προδίδει τὴν ἀποστολήν ποὺ τοῦ ἐνεπιστεύθη ἡ Ἐκκλησία καὶ προδίδει καὶ ἀρνεῖται τὸν Χριστόν.
Ὁ Ἅγιος Παῦλος προειδοποιεῖ: «Ἀλλὰ καὶ ἐὰν ἡμεῖς ἢ ἄγγελος ἐξ οὐρανοῦ εὐαγγελίζηται ὑμῖν παρ’ ὃ εὐηγγελισάμεθα ὑμῖν, ἀνάθεμα ἔστω.» (Γαλ. 1,8).
Τὸ Πατριαρχεῖον Ἱεροσολύμων ἠρνήθη τὸν Χριστόν, διότι τοῦτο συνιστᾷ ἁμάρτημα κατὰ τοῦ Θεοῦ.
Ὁ Χριστὸς εἶναι ἡ αὐτὴ Ἀλήθεια (Ἰω. 14,6). Ὅποιος ἀρνεῖται τοὺς Κανόνας, ἀρνεῖται τὸν Χριστόν. Ὁ Ἅγιος Εἰρηναῖος Λουγδούνου γράφει:
«Ἡ Ἐκκλησία, καίπερ διεσπαρμένη εἰς ὅλην τὴν οἰκουμένην μέχρι περάτων τῆς γῆς, παραλαβοῦσα παρὰ τῶν Ἀποστόλων καὶ τῶν μαθητῶν αὐτῶν τὴν πίστιν ταύτην… φυλάσσει αὐτὴν ἐπιμελῶς, ὡς ἐν μιᾷ οἰκίᾳ κατοικοῦσα.» (Κατὰ Αἱρέσεων Α΄, 10,2).
Ἐὰν ἐπίσκοπος νομιμοποιῇ μίαν ἱερωσύνην τὴν ὁποίαν ἡ Παράδοσις πάντοτε ἀπέκλεισε, τίθεται ἐκτὸς τῆς ἐκκλησιαστικῆς κοινωνίας ποὺ θεμελιώνεται εἰς τὴν αὐτὴν ὁμόφωνον πίστιν.
Ὁ 46ος Ἀποστολικὸς Κανὼν τὸ διακηρύσσει μὲ δύναμιν: δὲν δύναται νὰ ὑπάρχῃ κοινωνία μεταξὺ φωτὸς καὶ σκότους (Β΄ Κορ. 6,14).
Αἱ κανονικαὶ συνέπειαι, συμφώνως πρὸς τὴν πειθαρχίαν τῆς Ἐκκλησίας, διὰ ὅποιον δέχεται τὴν θυσίαν ἢ τὸ βάπτισμα τῶν αἱρετικῶν εἶναι ἡ καθαίρεσις (Ἀποστ. Καν. 46). Ἡ λειτουργικὴ καὶ κανονικὴ παράδοσις τῆς Ἐκκλησίας διαφυλάσσει τὴν Ἱερωσύνην διὰ τοὺς ἄνδρας, εἰς συνέχειαν τῶν Ἀποστόλων.
Ὁ Ἅγιος Κυπριανὸς Καρχηδόνος, διδάσκων περὶ τῆς ἐνότητος τοῦ ἐπισκοπάτου, τονίζει ὅτι ἡ ἐκκλησιαστικὴ κοινωνία θεμελιώνεται εἰς τὴν πιστότητα πρὸς τὴν πειθαρχίαν τῆς Ἐκκλησίας· ὅποιος ἀπομακρύνεται ἀπ’ αὐτήν, χωρίζεται ἀπὸ τὸ Σῶμα ποὺ αὐτὴ διαφυλάσσει (πρβλ. De unitate Ecclesiae).
Ἡ Ἱερουσαλήμ εἶναι ἡ καρδία τῆς Πίστεώς μας, καὶ ἐὰν ὁ Ποιμήν της ἀπομακρύνεται ἀπὸ τὴν παραδοθεῖσαν Ἀλήθειαν, εἴμεθα κεκλημένοι νὰ ἀγρυπνοῦμε.
Ὁ Ἅγιος Παῦλος μᾶς προτρέπει: «Ἐπαγωνίζεσθε τῇ ἅπαξ παραδοθείσῃ τοῖς ἁγίοις πίστει.» (Ἰούδα 3).
Δὲν εἶναι σχίσμα, ἀλλὰ πιστότης πρὸς τὴν Μίαν, Ἁγίαν, Καθολικὴν καὶ Ἀποστολικὴν Ἐκκλησίαν, τὸ νὰ διαφυλάττουμε τὴν Ἱερωσύνην ὅπως παρελήφθη ἀπὸ τοὺς Ἁγίους Ἀποστόλους.
Εἴθε ὁ Θεὸς νὰ μᾶς χαρίζῃ τὴν δύναμιν νὰ παραμένουμε πιστοί, ἀκόμη καὶ ὅταν οἱ Ποιμένες πλανῶνται.
«Ὁ ἀγαπῶν Με, τὰς ἐντολάς Μου τηρήσει.» (Ἰω. 14,15).