Ιωσήφ Βατοπαιδινός: Ο τέλειος σύζυγος

Θα σας πω για ένα χαρακτήρα πραγματικού συζύγου, που πάρα πολύ δύσκολα τον συναντούμε στις μέρες μας. Εμείς γνωρίσαμε όμως έναν. Κατά πάντα τέλειος χαρακτήρας, χριστιανός, πλήρως κοινωνικός. Άργησε να παντρευτεί, σχεδόν στα τριάντα του, όχι γιατί αποστρεφόταν, αλλά νόμιζε ότι έτσι έπρεπε.

Και τότε έκανε την προσευχούλα του με πίστη και βρήκε μια κορούλα και παντρεύτηκε. Η κορούλα ήταν μικρή, δέκα χρόνια μικρότερη απ’ αυτόν. Μόλις την παντρεύτηκε άρχισε αυτή να κάνει αταξίες. Έκανε πως δεν έβλεπε αυτός, νόμιζε πως είναι κορούλα του και αυτός πατέρας της. Είχαν όμως επιχειρήσεις μεγάλες στο εξωτερικό και έπρεπε κατ’ ανάγκην να πάνε εκεί, έστω και προσωρινά. Την παίρνει λοιπόν και έφυγαν. Όταν πήγαν εκεί αυτή πείσμωσε. Λέει: «Για να με χωρίσει από το περιβάλλον μου το ‘κανε. Εγώ θα τον αφήσω». Λοιπόν, τον παρατάει και έφυγε.

Έρχεται στην Ελλάδα και πού πάει; Σ’ ένα από αυτά τα «καζίνα» και ζούσε ως ελεύθερη γυναίκα επί αμοιβή. Αυτός, από την ημέρα που έφυγε δεν έπαυε κάθε μέρα να κάνει προσευχή με δάκρυα και να επιμένει, να εκβιάζει τον Θεό: «Πανάγαθε δεν υποχωρώ, δεν θα Σ’ αφήσω, Εσύ μου έδωσες τη γυναίκα μου. “Παρά Κυρίου αρμόζεται ανδρί γυνή”. Θέλω τη σύζυγο μου. Εάν πλανήθηκε η κορούλα πρέπει να χαθεί; Γιατί ήρθες Εσύ στη γη; Δεν ήρθες να ανεύρεις το απολωλός, να θεραπεύσεις τον άρρωστο, να αναστήσεις τον νεκρό; Δεν υποχωρώ, δεν θα Σ’ αφήσω ήσυχο. Θέλω τη γυναίκα μου, να μου τη φέρεις πίσω!» Έκλαιε επί δύο χρόνια.

Επέδρασε η προσευχή και τελικά ήρθε στον εαυτό της. «Πω, πω», ομολογούσε, «πρέπει να κάνει ο Θεός άλλη κόλαση, γιατί αυτή είναι για μένα μικρή!». Πιάνει και του γράφει ένα γραμματάκι και του λέει: «Δεν τολμώ να σε ονομάσω, δεν έχω θέση. Αν επιστρέψω, με δέχεσαι σαν υπηρέτρια;» Απαντάει αυτός: «Αγάπη μου, γιατί είπες αυτή τη λέξη και με πλήγωσες; Δεν σε έστειλα για διακοπές και περιμένω με λαχτάρα την αγάπη μου να ‘ρθει στην αγκαλιά μου;» Πήγε λοιπόν, την περίμενε στο αεροδρόμιο, όπως συννενοήθηκαν. Όταν βγήκε αυτή έξω και τον είδε έπεσε κάτω και άρχισε να χτυπιέται με κλάματα. Την πήρε στην αγκαλιά του. «Αγάπη μου, γιατί κάνεις έτσι και με πληγώνεις; Σε περίμενα με λαχτάρα. Πάμε στο σπίτι μας, δεν χωρίσαμε ποτέ. Πάντοτε μαζί σου ήμουν.»

Με αυτή τη στοργή και τρυφερότητα έφτασε η νύκτα. Μόλις έκλεισε τα μάτια του, ο ήρωας αυτός της αυτοθυσίας και της αγάπης, «ηρπάγη εις θεωρίαν και ανήλθε μέχρι τρίτου ουρανού». Δεν μπορούσε να περιγράψει και να διηγηθεί όσα η θεία Χάρις τον αξίωσε. Είδε τις χορείες των αγίων, τα «μένοντα αγαθά των σεσωσμένων» και όλη τη θεία αγάπη που τον κρατούσε σε έκσταση.

Τότε πραγματικά ελεεινολόγησα την αθλιότητά μου και είπα: καυχάσαι μάταια, καλόγερε, για τη ζωή σου, ενώ αυτός με μία θυσία ανέβηκε μέχρι «τρίτου ουρανού». Ιδού ένα παράδειγμα και μία εικόνα του πραγματικού συζύγου και ανδρός. Και απεδείχθη υστέρα ότι έγινε πιστή σύζυγος αυτή η κορούλα. Αυτή είναι η θέση του άνδρα, του συζύγου. Άμα οι σύζυγοι είναι τέτοιοι, δείξε μου ποια γυναίκα είναι κακή;

Γέροντος Ιωσήφ Βατοπαιδινού.

Το Μέγα Γεροντικό

Αφήστε μια απάντηση