Συνεδριάζει εκτάκτως, σήμερα στις 12 το μεσημέρι (ώρα Ελλάδας), το Διοικητικό Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (ΕΚΤ), για να συζητήσει την αναταραχή στις αγορές ομολόγων, υπογραμμίζοντας την ανησυχία της για την έκρηξη του κόστους δανεισμού ορισμένων χωρών της Ευρωζώνης.
«Το Διοικητικό Συμβούλιο θα έχει μία ad-hoc συνεδρίαση την Τετάρτη για να συζητήσει τις τρέχουσες συνθήκες της αγοράς», δήλωσε εκπρόσωπος της ΕΚΤ. Δεν είναι σαφές, όμως, αν θα υπάρξει κάποια ανακοίνωση, σύμφωνα με αρκετές πηγές με γνώση του θέματος.
Την τελευταία φορά που η ΕΚΤ συνεδρίασε εκτάκτως, εν μέσω πιέσεων στην αγορά, ανακοίνωσε το έκτακτο πρόγραμμα αγοράς ομολόγων για την πανδημία (PEPP), ύψους 1,7 τρισ. ευρώ, το οποίο ήταν το κύριο εργαλείο της κατά τη διάρκεια της πανδημίας.
Η συζήτηση στην ΕΚΤ θα πραγματοποιηθεί την ίδια ημέρα που η κεντρική τράπεζα των ΗΠΑ (Fed) αναμένεται να αυξήσει τα επιτόκια, με τους επενδυτές να έχουν αυξήσει δραματικά τα στοιχήματά τους για μία αύξηση κατά 75 μονάδες βάσης (τρία τέταρτα της ποσοστιαίας μονάδας). Η αλλαγή αυτή στις προσδοκίες προκάλεσε μαζικές πωλήσεις στις παγκόσμιες αγορές.
Η είδηση για τη συνεδρίαση της ΕΚΤ οδήγησε σε ενίσχυση του ευρώ περισσότερο από 0,5% στo 1,0487 δολάριo και τις αποδόσεις των 10ετών ιταλικών ομολόγων να υποχωρήσουν 22 μονάδες βάσης, ενώ οι προθεσμιακές τιμές των ιταλικών μετοχών αυξήθηκαν σημαντικά.
Νωρίτερα, η απόδοση των 10ετών γερμανικών ομολόγων, που είναι και ο δείκτης αναφοράς για την Ευρωζώνη, είχε φθάσει στο 1,77%, το υψηλότερο επίπεδο από τις αρχές του 2014, ενώ το spread των ιταλικών 10ετών ομολόγων είχε αυξηθεί στις 240 μ.β., το υψηλότερο επίπεδο από τις αρχές του 2020.
«Δεν θα ανεχθούμε αλλαγές στις χρηματοδοτικές συνθήκες που κινούνται πέρα από τους θεμελιώδεις παράγοντες και απειλούν τη μετάδοση της νομισματικής πολιτικής», δήλωσε η Σνάμπελ, προσθέτοντας ότι δεν υπάρχουν όρια στη δέσμευση της ΕΚΤ να αποτρέψει τον κατακερματισμό.
Η ίδια υποστήριξε ότι, ως πρώτη γραμμή άμυνας, η ΕΚΤ θα μπορούσε να χρησιμοποιήσει τα χρήματα από τα ομόλογα που λήγουν στις αγορές που βρίσκονται υπό πίεση και, αν χρειαστεί, η τράπεζα μπορεί να σχεδιάσει ένα νέο μέσο.
Ωστόσο, η Σνάμπελ τάχθηκε κατά της προληπτικής ανακοίνωσης ενός τέτοιου εργαλείου καθώς αυτό θα έπρεπε να προσαρμοστεί στην ειδική κατάσταση με τους όρους, τα όρια και τις ασφαλιστικές δικλείδες να διαμορφώνονται κατά περίπτωση.