Λάθη κατά τήν ἐξομολόγήση καί ποιά ἡ σωστή προετοιμασία της

«Μετανοεῖτε» εἶπε ὁ Κύριος.

Μετανοεῖτε συνεχῶς ἐξακολουθητικά… ἀλλάζετε, διορθώνεσθε, προοδεύετε στήν ὁμοίωση μ΄ Ἐμένα, πορεύεσθε πρός τή Βασιλεία Μου…

«Μετανοεῖτε»…

Ὄχι μετανοῆστε μία φορά μόνο, ὄχι μία ὥρα, ὄχι μία ἡμέρα, ὄχι ἕνα μῆνα, ὄχι ἕνα χρόνο, ἀλλά συνεχῶς.

«Μετανοεῖτε»

Ὄχι μόνο ἐξομολογηθεῖτε, ὄχι μόνο διηγηθεῖτε τά λάθη σας, ὄχι μόνο ἀπαριθμεῖστε ψυχρά τίς πτώσεις σας, ὄχι μόνο καταθέστε τήν ἁμαρτωλότητά σας, ἀλλά πονέστε, κλάψτε, ἀλλάξτε νοῦ, μεταβληθεῖτε, μεταποιηθεῖτε, ἀποφασεῖστε καλλίτερα νά πεθάνετε παρά νά ξανααμαρτήσετε…

«Πολλοί ἐξομολογοῦνται ἀλλά λίγοι μετανοοῦν» ἔλεγε κάποιος.

Ἐξομολογούμαστε ἐνδεχομένως τακτικά, συχνά…

Πόσο ὅμως μετανοοῦμε;

Ποσό «ὁλόκληρωμένη» εἶναι ἡ μετάνοιά μας;

Πόσο ἀνάλογη στό μέγεθος τῆς ἁμαρτωλότητάς μας;

Πόσο «ἐπίπονη» εἶναι ἡ ἀναζήτηση τῆς καρδιᾶς μας γιά τόν Κύριο;

Πόσο συντριμμένη καί τεταπεινωμένη καρδιά διαθέτουμε;

Πόσο ἀλλάζουμε μετά ἀπό κάθε ἐξομολόγηση;

Πόσο διορθωνόμαστε;

«Ἀρκετοί πιστοί ἀνταποκρίνονται θετικά στήν πρόσκληση τοῦ Πανάγαθου Θεοῦ γιά μετάνοια, ἐξομολογοῦνται εἰλικρινά καί μέ αἰσθήματα πραγματικῆς ἀγάπης πρός τόν Κύριο ἐναποθέτουν ὅλα τά ἁμαρτήματά τους ἐνώπιον τοῦ Πνευματικοῦ. Παρουσιάζονται σ’ αὐτόν ὡς μιά «ἐπιστολή… γινωσκομένη καί ἀναγινωσκομένη» (Β΄ Κορ. 3, 2). ῎Εχουν τήν ὀρθή πεποίθηση καί βαθιά πίστη πώς ὅσα ποῦν θά συγχωρηθοῦν, θά σβησθοῦν, θά ἐξαφανισθοῦν, ὡσάν νά μήν συνέβησαν ποτέ στή ζωή τους…..
Γι’ αὐτό μέσα στό Ἐξομολογητήριο ὁμολογοῦν μέ ταπείνωση καί συντριβή τήν ἐνοχή τους καί ἐξομολογοῦνται πλήρως καί τελείως ὅλα τά σφάλματά τους. Τοιουτοτρόπως λαμβάνουν τήν ἄφεση ὅλων τῶν μετά τό Ἅγιο Βάπτισμα ἁμαρτιῶν τους καί ἐπανέρχονται στήν κατάσταση τῆς Χάριτος πλησίον τοῦ Θεοῦ εἰρηνικοί καί ἀναπαυμένοι.

Ἡ δύναμη τοῦ Μυστηρίου τῆς Ἐξομολογήσεως χαρίζει στόν καθένα πού εὐσυνείδητα ἐξομολογεῖται, τήν ἐσωτερική πληροφορία ὅτι εἶναι φίλος τοῦ Θεοῦ καί ἀγαπητός ἀδελφός τῶν Ἁγίων. Ἀποκτᾶ δέ τήν παρρησία πρός τόν Θεό, τό βασικό γνώρισμα τῶν Ἁγίων.

Βέβαια ὑπάρχουν καί ἀρκετές περιπτώσεις, ὅπου οἱ πιστοί ἀντιμετωπίζουν ἐπιπόλαια τό Μυστήριο τῆς Ἱερᾶς Ἐξομολογήσεως. Ἐπιδιώκουν γνωστά ὀνόματα Πνευματικῶν, ὄχι γιατί εἶναι ἔμπειροι καί διακριτικοί καί θά τούς βοηθήσουν στή σωτηρία τῶν ψυχῶν τους, ἀλλά γιά νά καυχῶνται μετά πώς εἶναι πνευματικά τέκνα γνωστῶν ἐκκλησιαστικῶν Πατέρων, μιμούμενοι τοιουτοτρόπως τούς ἀκάρπους Ἑβραίους, οἱ ὁποῖοι περιορίζονταν νά λένε ὅτι εἶναι τέκνα Ἀβραάμ. Φεύγουν ἀπό τό Ἐξομολογητήριο περισσότερο λυπημένοι, δύσθημοι καί στενοχωρημένοι παρά ἀναπαυμένοι. Δέν φταίει ὅμως γι’ αὐτό τό Μυστήριο, ἀλλά οἱ ἴδιοι οἱ ὁποῖοι προσέρχονται τυπικά καί κατ’ ἔθιμο μόνο στίς μεγάλες ἑορτές τῆς Ἐκκλησίας, χωρίς τήν ἀπαραίτητη προετοιμασία καί ἔμπρακτη ἐκδήλωση μετανοίας»[1].

Πολλοί ἄνθρωποι ὄχι μόνον δέν ἐξομολογοῦνται ἀλλά καί μισοῦν τούς Πνευματικούς Πατέρες.. «Οι άνθρωποι» γράφει ὁ π. Σωφρόνιος Σαχάρωφ «ηγάπησαν το σκότος, εν τω οποίω ενοικεί ο θάνατος, και απορρίπτουν το Φως  Όπερ είναι ζωή, και πρόσκαιρος και αιώνιος. … Δια τον λόγον ότι οι πνευματικοί φέρουν το φως της ζωής, πολλοί άνθρωποι μισούν τους λειτουργούς του Χριστού, καθώς και πρότερον εμίσησαν και Αυτόν τον Κύριον: «… Ει εμέ εδίωξαν και υμάς διώξουσιν …» }222}»[2]

῞Οταν ὁ πονηρός δέν κατορθώσει νά ἀποτρέψει τούς ἀνθρώπους μέ τίς συνεχεῖς ἀναβολές τίς ὁποῖες τούς ὑποβάλλει γιά νά μήν πλησιάσουν τόν Πνευματικό, τότε προσπαθεῖ νά ἐκμηδενίσει τήν πνευματική ὠφέλεια τοῦ Μυστηρίου ὑποβάλλοντας στόν προσερχόμενο στό Ἐξομολογητήριο νά μήν ἐξομολογηθεῖ θεαρέστως τίς ἁμαρτίες του.

Ἔτσι βλέπουμε ἀρκετούς ἐπειδή προσέρχονται ἐπιφανειακά στό Μυστήριο, νά ἔχουν τή ψευδαίσθηση ὅτι πηγαίνουν γιά συζήτηση καί προσωπική προβολή. Δέν προηγεῖται καμιά προσευχή, περισυλλογή καί αὐτοκριτική. Τό ὅλο παρουσιαστικό τους καί ὁ τρόπος τῆς ὁμιλίας τους, κάθε ἄλλο παρά μετάνοια φανερώνουν. Κυριευμένοι ἀπό τό κοσμικό φρόνημα, ἐπιτηδεύονται, προσποιοῦνται, θέλουν νά ἐντυπωσιάσουν. Σκοπός τους δέν εἶναι νά σώσουν τίς ψυχές τους, ἀλλά νά ἀποκτήσουν τήν εὔνοια τοῦ Πνευματικοῦ, ὥστε στό μέλλον νά τούς διευκολύνει στήν πραγματοποίηση ὑλικῶν στόχων καί προσωπικῶν συμφερόντων.

Κατά τή διάρκεια τοῦ Μυστηρίου, διακρίνονται γιά τόν ἐγωϊσμό τους, ὁ ὁποῖος ἐκδηλώνεται μέ αἴσθημα ὑπεροχῆς. Δέν διστάζουν νά ὑποκρίνονται καί νά παρουσιάζονται ὡς δῆθεν εὐσεβεῖς. Προβάλλουν ἀνύπαρκτες ἀρετές τους καί καταγγέλλουν ἤ κατηγοροῦν τούς συνανθρώπους τους. Μιλοῦν μέ γενικότητες καί ἀοριστολογίες καί καταφεύγουν σέ ἄσχετες ἱστορίες, οἱ ὁποῖες τείνουν νά συγχύσουν καί νά παραπλανήσουν τόν Πνευματικό καί νά ξεθωριάσουν τήν ἱερότητα τοῦ Μυστηρίου.

Ὅταν ἀποφασίσουν νά μιλήσουν γιά τόν ἑαυτό τους, ἐκφράζουν παράπονα γιά νά αὐτοδικαιωθοῦν ἤ νά δικαιολογηθοῦν. Ὅταν ἐπιτέλους μιλήσουν γιά τίς δικές τους ἁμαρτίες, περιορίζονται στά μικρά καί ἀσήμαντα καί ἀποκρύπτουν μέ ἐπιμέλεια τά μεγάλα καί σοβαρά, δῆθεν γιά νά μήν ἐκτεθοῦν στόν Πνευματικό καί χάσει τήν καλή ἰδέα πού ἔχει γι’ αὐτούς. Ἀρέσκονται νά ὑπεισέρχονται σέ περιττές λεπτομέρειες, ὄχι γιατί θέλουν νά διαφωτίσουν καί νά διασαφηνίσουν, ἀλλά γιά νά συσκοτίσουν ἀποκρύπτοντας τήν ἀλήθεια ἀπό τόν Πνευματικό. Αὐτό γίνεται ἀντιληπτό γιατί ἡ οὐσία τῆς ἁμαρτίας ἀποφεύγεται οἱ δέ ἐξομολογούμενοι λόγῳ τῆς ἀνειλικρίνειάς τους, φεύγουν ἀσυγχώρητοι καί λυπημένοι.

Ἄλλοι, πάλι, γιά νά ἐντυπωσιάσουν, κατά τήν ἐσφαλμένη γνώμη τους, τόν Πνευματικό, ὅτι τάχα ἔχουν φθάσει σέ μεγάλα ὕψη ἀρετῆς, μιλοῦν γιά ὁράματα καί ὀπτασίες. Στήν ὑπόδειξη τοῦ Πνευματικοῦ νά μήν δίνουν σημασία καί νά μήν ἐπιζητοῦν αὐτά, διαμαρτύρονται καί ἐξανίστανται παρακούοντας τίς συμβουλές του, ἤ κατακρίνοντάς τον ἐσωτερικά ὅτι δέν ἔχει ὁ ἴδιος παρόμοιες δῆθεν πνευματικές ἐμπειρίες, γινόμενοι ἔτσι παίγνιο τῶν πονηρῶν πνευμάτων»[3].

Εἶναι πολύ δύσκολη ἡ διάκριση τῶν ὁραμάτων. «Ο πνευματικός» γράφει ὁ π. Σωφρόνιος Σαχάρωφ «κατά την συνάντησιν αυτού μετά προσώπων άτινα διηγούνται εις αυτόν περί των οράσεων αυτών μεριμνά πρωτίστως όπως ασφαλώς διακρίνη την αληθή πηγήν της οράσεως εάν είναι αύτη όντως δεδομένη Άνωθεν, ή μόνον αποκύημα διεγηγερμένης φαντασίας, ή συνέπεια επιρροής των εχθρικών πνευμάτων. Το έργον είναι ενιότε δύσκολον και άκρως υπεύθυνον. Εάν το παρά του Θεού δοθέν επιγράψωμεν εις εναντίαν δύναμιν τότε κινδυνεύομεν να εμπέσωμεν εις βλασφημίαν κατά του Πνεύματος του Αγίου. Και αντιθέτως: Εάν δεχθώμεν δαιμονικήν επίδρασιν ως εκ του Θεού προερχομένην τότε ωθούμεν τον εμπεπιστευμένον εις ημάς εξομολογούμενον εις την λατρείαν των δαιμόνων. Συνεπώς είναι απαραίτητος εις πάντας ανεξαιρέτως τους πνευματικούς η θερμή και διηνεκής προσευχή εν γένει και εν εκάστη ιδιαιτέρα περιπτώσει, όπως Αυτός ο Κύριος διαφυλάξη αυτούς από σφαλμάτων εν τη διακονία αυτών»[4].

Κάποτε μπορεῖ ὁ Πνευματικός νά χρησιμοποιήσει μία μέθοδο γιά νά διαπιστώσει ἄν ὑπάρχει ὑπερηφάνεια ἤ ταπείνωση στήν ψυχή αὐτοῦ πού διηγεῖται τήν ὅραση.

«Όταν η κατάστασις των πραγμάτων δεν είναι σαφής» γράφει ὁ π. Σωφρόνιος «εις τον πνευματικόν δύναται ούτος να καταφύγη εις την «ψυχολογικήν μέθοδον»: Προτείνει εις τον εξομολογούμενον να μη εμπιστεύηται εις ιδιότυπα φαινόμενα παντός είδους. Εάν η όρασις είναι αληθώς εκ του Θεού, τότε εν τη ψυχή του εξομολογουμένου θα επικρατή ταπείνωσις και ησύχως θα δεχθή την συμβουλήν να ευρίσκηται ούτος πάντοτε εν νήψει. Εις την αντίθετον περίπτωσιν είναι δυνατόν να αντιδράση αρνητικώς ο εξομολογούμενος επιμένων να αποδείξη ότι η όρασις δεν ήτο δυνατόν να προέρχηται άλλοθεν ει μη εκ του Θεού. Τότε έχομεν λόγον να αμφιβάλλωμεν περί αυτού. Βεβαίως η τοιαύτη μέθοδος }223} δεν είναι ει μη καταπραϋντικόν τι, και δεν πρέπει να προσφεύγωμεν εις αυτήν ευκόλως. Η πείρα κατέδειξεν ότι, όταν πειράζη τις τον αδελφόν αυτού ωθεί αυτόν εις θυμόν και πικρίαν»[5]. Ἐπίσης εὔστοχα ἐπισημαίνει: «Η υπερηφανία συνιστά τον πυρήνα της πνευματικής πτώσεως. Δια της υπερηφανίας οι άνθρωποι αποβαίνουν όμοιοι προς τους δαίμονας. Ίδιον εις τον Θεόν είναι η ταπεινή αγάπη, … }210}»[6]. Ἴδιον τοῦ ὑπερήφανου εἶναι τό ἴδιον θέλημα.

«Αὐτοί πού ἐπιπόλαια ἐξομολογοῦνται» παρατηρεῖ ὁ ἐπίσκοπος Παῦλος «δέν γνωρίζουν τί σημαίνει ἐλεύθερη ὑπακοή, γιατί πρώτιστο μέλημά τους εἶναι ἡ ἐκτέλεση τοῦ ἰδίου θελήματος. Ἐφαρμόζουν δικό τους πρόγραμμα πνευματικῆς ζωῆς καί δέν ἐπιδέχονται καμιά νουθεσία. Ὁ Πνευματικός, τούς ἀκούει κατά τήν διάρκεια τῆς ἐξομολογήσεώς τους μέ προσοχή καί προσευχή καί ἀντιλαμβάνεται τήν ἀμετανοησία τους καί τήν ἔλλειψη ἀγαθῆς διαθέσεως ἐκ μέρους τους. Ὅταν ἀρχίσει νά τούς νουθετεῖ τόν διακόπτουν. Ὅταν μέ ταπείνωση τούς παρατηρεῖ καί ὑποδεικνύει τά σφάλματά τους, ἐξανίστανται καί δέν θέλουν νά τά παραδεχθοῦν. Μάλιστα δέ αἰσθάνονται καί προσβεβλημένοι, ὄχι γιατί τούς ἔθιξε, ἀλλά γιατί εἶναι γεμάτοι ἀπό ἐγωϊσμό. Γιά νά γίνουν πιό πειστικοί, ἰδιαιτέρως ἄν εἶναι γυναῖκες πού ἐξομολογοῦνται, ἔχουν πρόχειρα τά δάκρυα στά μάτια μόνο, ὄχι δέ καί στήν ψυχή. Γιατί οὔτε ταπεινωμένοι εἶναι οὔτε συντετριμμένοι, ἀλλά αὐθάδεις καί προπετεῖς. Γι’ αὐτό τά δάκρυά τους δέν εἶναι δάκρυα μετανοίας, ἀλλά ἐπιφανειακά, ψεύτικα καί ὑποκριτικά, τά ὁποῖα ὑποδηλώνουν πληγωμένο ἐγωϊσμό καί ὄχι συντετριμμένη καρδιά»[7].

Δυστυχῶς οἱ ὑπερήφανοι-ἐγωισταί προσέρχονται στό μυστήριο τῆς Ἐξομολογήσεως-Μετανοίας-Πνευματικῆς Πατρότητας ὄχι γιά νά μάθουν τό θέλημα τοῦ Θεοῦ ἀλλά γιά νά κάνουν μία «συζήτηση», νά πάρουν καί τή «γνώμη-ἄποψη τῆς Ἐκκλησίας». Πολύς ἐγωισμός συνήθως ὑπάρχει στούς μορφωμένους σέ ἀντίθεση μέ τούς ἀμόρφωτους πού εἶναι κατά κανόνα πιό ταπεινοί.

«Οι πεπαιδευμένοι άνθρωποι» σημειώνει ὁ π. Σωφρόνιος «κρατούν ισχυρώς άλλην αρχήν: την ιδίαν αυτών σύνεσιν. Πας λόγος του ιερέως δι’ αυτούς είναι απλώς ανθρώπινος, και ως εκ τούτου υποκείμενος εις κριτικήν συζήτησιν. Να ακολουθήση τις αδιακρίτως την υπόδειξιν του πνευματικού θα ήτο δι’ αυτούς μωρία. Εκείνο όπερ βλέπει και φρονεί ο πνευματικός τούτο ουδόλως αποδέχεται ο ψυχικός άνθρωπος και απορρίπτει διότι ζη εις άλλο επίπεδον. Και εγώ ο ίδιος, συναντώμενος μετ’ ανθρώπων οίτινες κατευθύνονται υπό των προσωπικών αυτών παρορμήσεων και απορρίπτουν τον λόγον, τον διδόμενον υπό του ιερέως κατόπιν προσευχής, αρνούμαι να εκζητήσω παρά του Θεού, όπως αποκαλύψη εις τους προσερχομένους το άγιον και παντέλειον Αυτού θέλημα. Δια της οδού ταύτης δεν θέτω αυτούς εις κατάστασιν πάλης μετά του Θεού, αλλά λέγω εις αυτούς την προσωπικήν μου μόνον γνώμην, ήτις στηρίζεται επί των Έργων των αγίων Πατέρων ή της Αγίας Γραφής, και αφήνω αυτούς ελευθέρους από της Θεομαχίας, και τρόπον τινά εις το δικαίωμα να αποκλίνουν αναμαρτήτως από της συμβουλής μου, ως εξ ανθρώπου μόνον προερχομένης. Βεβαίως τούτο μακράν απέχει του ζητουμένου αφ’ ημών εν τοις μυστηρίοις της Εκκλησίας»[8].

Ἡ διάκριση τοῦ Πνευματικοῦ πρέπει νά εἶναι πολύ μεγάλη ὥστε νά ὁδηγήσει στήν Πνευματική θεραπεία τόν ἐξομολογούμενο. «Καλείται (ο πνευματικός)» γράφει ὁ π. Σωφρόνιος «προς υψίστην δημιουργίαν, εις ασύγκριτον τιμήν: να δημιουργήση θεούς δια την αιωνιότητα εν τω Ακτίστω Φωτί». Αὐτή ἡ δημιουργία ἀπαιτεῖ ὄχι μόνο τήν διάκριση τοῦ Πνευματικοῦ ἀλλά καί τήν συνεργασία τοῦ μετανοοῦντος-ἐξομολογουμένου.

Οἱ ταπεινοί ἄνθρωποι, σέ ἀντίθεση μέ τούς ἐγωιστές, εἶναι αὐτοί πού ἀναπαύουν τόν Θεό ἀλλά καί τόν Πνευματικό. Αὐτοί καί ὁδηγοῦνται στή θεραπεία. « Συνήρπαζεν εμέ» γράφει πάλι ὁ π. Σωφρόνιος « η θέα των εκλεκτών του Θεού, των κεκρυμμένων υπό την ταπεινήν αυτών εμφάνισιν. Ενίοτε οι ίδιοι φυλασσόμενοι υπό του Θεού, δεν κατενόουν οπόσον πλουσία ευλογία επανεπαύετο εν αυτοίς. Εις αυτούς κατ’ εξοχήν εδόθη να διαισθανθούν την ανεπάρκειαν αυτών κατά καιρούς δε εις τοιούτον βαθμόν, ώστε τρόπον τινα να μη τολμούν και να σκεφθούν ότι ο Θεός επαναπαύεται εν αυτοίς και ούτοι εν Αυτώ. Τινές εξ αυτών ωδηγήθησαν εις την θεωρίαν του Ακτίστου Φωτός, αλλά δεν εγνώριζον περί αυτού του γεγονότος, εν μέρει διότι ήσαν ολίγον μόνον οικείοι προς τα Έργα των αγίων Πατέρων, οίτινες περιγράφουν το είδος της χάριτος ταύτης. Η άγνοια εφρούρει αυτούς εξ ενδεχομένης κενοδοξίας»[9].

Κι ἐνῶ οἱ ταπεινοί ἁγιάζονται δυστυχῶς ὑπάρχουν καί κάποιοι τόσο ὑπερφίαλοι καί ὑποκριτές πού νομίζουν ὅτι μποροῦν νά ἐμπαίξουν τόν Θεό, τόν Πνευματικό καί τό μυστήριο. Ἐξομολογοῦνται ἁπλῶς γιά νά τακτοποιήσουν κάπως τή συνείδησή τους ἤ καί γιά «νά φανοῦν στούς ἀνθρώπους» ὅτι εἶναι «ἄνθρωποι τῆς Ἐκκλησίας».

«Ἀποκορύφωμα τῆς ὑποκρισίας αὐτοῦ πού ἰσχυρίζεται ὅτι δῆθεν ἐξομολογεῖται» παρατηρεῖ ὁ π. Παῦλος «εἶναι ὁ ἐμπαιγμός τοῦ Μυστηρίου τῆς Ἱερᾶς Ἐξομολογήσεως. Προσποιεῖται τόν εὐσεβῆ. Πηγαίνει δῆθεν γιά νά καταθέσει τίς ἁμαρτίες του αλλά δέν ἀνέχεται τίς παρατηρήσεις καί δέν ἀκολουθεῖ τίς ὁδηγίες τοῦ Πνευματικοῦ.

Ἐπειδή ὁ ἐξομολογούμενος ἀπωθεῖ τά αἰσθήματα τῆς ἐνοχῆς, μή θέλοντας νά παραδεχθεῖ τά σφάλματά του, τά μεταβιβάζει στούς ἄλλους καί ἐκφράζει προσωπικά παράπονα πού ἔχει γι’αὐτούς ἀλλά καί γιά τόν ἴδιο τόν Πνευματικό. Τολμᾶ μάλιστα νά ἐλέγχει τόν Πνευματικό γιά τίς ἀπόψεις καί τίς θέσεις του πάνω σέ διάφορα θέματα, τά ὁποῖα εἶναι ἄσχετα μέ τό Μυστήριο τῆς Ἐξομολογήσεως. Ἐάν δέ τύχει, λόγῳ θέσεως νά ἐπηρεάζει μιά ὁμάδα ἀνθρώπων, τότε τούς ἐπιστρατεύει καί αὐτούς, ὥστε καί ἐκεῖνοι, ἐν εἴδει κασέτας μαγνητοφώνου νά ἐπαναλαμβάνουν τά ἴδια παράπονα ἐν ὥρᾳ ὑποτίθεται ἐξομολογήσεώς τους»[10].  Πολλοί κατηγοροῦν τόν Πνευματικό γιά σκληρότητα, αὐστηρότητα καί ἔλλειψη διάκρισης. Ὑπόβαθρο ὅλων αὐτῶν συνήθως εἶναι ἡ ἔλλειψη ἀληθινῆς μετάνοιας καί διάθεσης γιά θεραπεία ἀπό τήν πλευρά τοῦ ἐξομολογουμένου.

«Η ψυχολογία των μοναχών» γράφει ὁ π. Σωφρόνιος πού πρίν μεταβεῖ στήν Εὐρώπη ἦταν Πνευματικός σέ πέντε Ἁγιορείτικα μοναστήρια «η υπομονή και η αντοχή αυτών υπερέβαινον τοσούτον πάντας και πάντα (όσα εν Ευρώπη συνήντησα), ώστε δεν εύρισκον ούτε λόγους, ούτε εξωτερικούς τρόπους επικοινωνίας. Εκείνο όπερ οι μοναχοί αποδέχονται μετ’ ευγνωμοσύνης, εν Ευρώπη συνέτριβε τους ανθρώπους. Πολλοί απεστρέφοντο εμέ ως ασυνήθως σκληρόν, και δη σκληρόν μέχρι διαστροφής του Ευαγγελικού πνεύματος της αγάπης. Και εγώ κατενόουν τας κρίσεις ταύτας αντιλαμβανόμενος ότι τα «μέτρα» των μοναχών και τα μέτρα των ανθρώπων του δυτικού πολιτισμού διέφερον βαθέως. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι ο πλέον αφύσικος, ουχί μόνον δια τος ανθρώπους των καιρών του «Μεγάλου Ιεροεξεταστού», αλλά και δια τους συγχρόνους ημών θα ήτο ο Χριστός. Τις δύναται να ακούση του Χριστού ή έτι μάλλον να ακολουθήση Αυτόν; Εκείνο όπερ εδίδετο εις τους μοναχούς μετά παρέλευσιν δεκαετιών πένθους, οι σύγχρονοι άνθρωποι θέλουν να λάβουν εις σύντομον χρονικόν διάστημα, και μάλιστα κατά την διάρκειαν ολίγων ωρών ευχαρίστου «θεολογικής» συζητήσεως. Οι λόγοι του Χριστού – έκαστος λόγος Αυτού – ήλθον εις τον κόσμον τούτον Άνωθεν. Ανήκουν εις την σφαίραν άλλων διαστάσεων και δεν αφομοιούνται άλλως, ει μη δια της οδού της επί μακρόν προσευχής μετά πολλών δακρύων. Άνευ της προϋποθέσεως ταύτης θα παραμένουν εσαεί ακατανόητοι εις τον άνθρωπον, τον οσονδήποτε «πεπαιδευμένον» έστω και θεολογικώς (ΟΥΧΙ ΙΟΥΔΑΪΚΩΣ)»[11].

Τό ἔργο τοῦ Πνευματικοῦ γίνεται πολύ δύσκολο ὅταν συκοφαντεῖται ἤ διαβάλλεται ἀπό τά ὑποτιθέμενα πνευματικά του παιδιά:

«Οὐδόλως εἶναι ἁπλοῦν εἰς τὸν μοναχὸν» παρατηρεῖ ὁ π. Σωφρόνιος Σαχάρωφ «νὰ βαστάση τὸν κόπον τῆς πνευματικῆς πατρότητος. Καὶ τοῦτο διότι εἶναι μὲν εὐεργετικὴ εἰς αὐτὸν προσωπικῶς ἡ περὶ αὐτοῦ λίαν ἀρνητικὴ γνώμη τῶν ἀνθρώπων … ὅμως … πᾶς ἀρνητικὸς λόγος περὶ αὐτοῦ ἐμπνέει δυσπιστίαν εἰς τοὺς ἀνθρώπους οἱ ὁποῖοι ἔχουν ἀνάγκην καθοδηγήσεως, παρηγορίας καὶ στηριγμοῦ. Ἡ λύπη αὐτοῦ γίνεται διπλῆ: Λυπεῖται δι’ ἑαυτόν, διότι ζῆ ἀναξίως πρὸς τὴν κλῆσιν αὐτοῦ, λυπεῖται καὶ διὰ τὴν ζημίαν, τὴν ὁποίαν ὑφίσταται ὅλη ἡ Ἐκκλησία, ὅλη ἡ ἀνθρωπότης, ὅταν καταστρέφηται τὸ κύρος τῶν ἱερουργῶν. Ἡ ἀνυπακοὴ εἰς τὸν λόγον τῶν πνευματικῶν πατέρων εἶναι ἰσοδύναμος πρὸς τὴν ἀπόρριψιν τοῦ λόγου τοῦ Ἰδίου τοῦ Χριστοῦ: «Ὁ ἀκούων ὑμῶν Ἐμοῦ ἀκούει καὶ ὁ ἀθετῶν ὑμᾶς Ἐμὲ ἀθετεῖ»[12].

Πολλές φορές ἐπίσης τά πνευματικά παιδιά μέ μεγάλη εὐκολία ἐγκαταλείπουν τόν Πνευματικό τους Πατέρα.« Πρὸς τὸν ἱερέα» παρατηρεῖ ὁ π. Σωφρόνιος «συμπεριφέρονται οἱ ἄνθρωποι, ὡς καὶ πρὸς τὸν Θεόν: Ἀπορρίπτουν αὐτὸν μετὰ φοβερᾶς εὐκολίας ὡς τι τὸ ἄχρηστον, μετὰ τῆς βεβαιότητος ὅτι εὐθὺς ὡς θὰ ἔχουν τὴν ἀνάγκην αὐτοῦ, θὰ καλέσουν αὐτὸν καὶ οὗτος δὲν θὰ ἀρνηθῆ νὰ ἔλθη»[13]. }215}

Ἄλλοτε τά Πνευματικά παιδιά πού προηγήθηκαν στή γνωριμία μέ τόν Πνευματικό ἐμποδίζουν τά πνευματικά Παιδιά πού προσέρχονται ἀργότερα καί βάζουν προσκόμματα στόν ἴδιο τόν Πνευματικό ἐν ὀνόματι δῆθεν τῆς «ἀγάπης» καί τῆς «περιφρούρησης» τοῦ Πνευματικοῦ

«Εἷς ἐπίσκοπος ὅστις μετὰ θέρμης παρέδωκεν ἑαυτὸν εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τῶν πασχόντων … ἔγραψεν εἰς ἐμέ: «Ἤρχισα νὰ φοβοῦμαι τὴν ἀγάπην». Βραδύτερον κατενόησα τοὺς λόγους αὐτοῦ ὡς ἑξῆς: Ἐκεῖνοι, οἵτινες ὠφελήθησαν ὑπ’ αὐτοῦ, προσεκολλῶντο εἰς αὐτόν, καὶ κατ’ ἀρχὰς ἐβοήθουν αὐτὸν ἐν τῇ ἁγίᾳ αὐτοῦ διακονία· ἐν συνέχειᾳ ὅμως κερδήσαντες τὴν ἐμπιστοσύνην αὐτοῦ καὶ γενόμενοι ἀπαραίτητοι δι’ αὐτόν, ἐπεβουλεύοντο τὴν ἐλευθερίαν αὐτοῦ παρεμβάλλοντες πανταχοῦ δυσκολίας, ὅτε οὗτος παρέδιδεν ἑαυτὸν εἰς τοὺς ἐσχάτως προσερχομένους. Κατ’ ἐκεῖνον τὸν καιρόν, ὅτε παρέλαβον τὴν ἐπιστολήν, δὲν κατενόουν εἰσέτι τὸ φοβερὸν νόημα τῶν λόγων αὐτοῦ. Διηνοίχθη εἰς ἐμὲ τοῦτο κατὰ τοὺς χρόνους τῆς διακονίας μου ἐν Εὐρώπη»[14].

Ἴσως ἡ πιό δύσκολη περίπτωση γιά τόν Πνευματικό  εἶναι ὅταν ὁ τάχα ὑποτακτικός-πνευματικό παιδί ἔχει «κλειδωθεῖ» στίς ἀντιλήψεις του καί βλέπει διαμετρικά ἀντίθετα τά πράγματα ἀπ’ ὅτι εἶναι στήν πραγματικότητα. Τότε παρεξηγεῖ κάθε ἐνέργεια τοῦ Πνευματικοῦ του καί τό κατακρίνει γιά ὅλα.

«Εἶναι ἀδύνατον νὰ ἐννοήση τις τοὺς ἀνθρώπους» παρατηρεῖ ὁ π. Σωφρόνιος, καὶ συνεχίζει:«Οὗτοι εἴτε εἶναι τυφλοὶ καὶ «οὐκ οἴδασι τί ποιοῦσι», εἴτε πάσχουν ὑπὸ πνευματικοῦ καὶ νοεροῦ δαλτωνισμοῦ (πάθησις ὀφθαλμῶν μὴ ἐπιτρέπουσα τὴν διάκρισιν τῶν χρωμάτων). Συχνάκις βλέπουν τὰ πράγματα εἰς διαμετρικῶς ἀντίθετον φωτισμόν, ὁμοίως πρὸς τὸ ἀρνητικὸν φωτογραφίας … Νὰ γνωρίση τις τότε τὴν πραγματικὴν ἀλήθειαν τῆς ζωῆς ἀποβαίνει πλέον ἀδύνατον. Ἐν τοιαύτῃ καταστάσει δὲν ἀπομένει χῶρος δι’ οὐδένα λόγον. Οὗτοι διάκεινται ἐχθρικῶς πρὸς τὰς κινήσεις τῆς ἁγίας ἀγάπης. Ἡ ὑπομονητικὴ ταπείνωσις ἐκλαμβάνεται ὡς ὑποκρισία. … διά τοῦ ὅλου κλίματος ὅπερ δημιουργοῦν διὰ τῆς στάσεως αὐτῶν, δυσχεραίνουν τὴν παρουσίαν τοῦ ἱερέως καὶ ἐν ταυτῷ κατακρίνουν αὐτὸν ὅτι ἀποφεύγει τὴν ἐπικοινωνίαν μετ’ αὐτῶν ὑπὸ παρομοίας συνθήκας, καὶ τῶν τοιούτων οὐκ ἔστι τέλος»[15].

Ἡ σωστή προετοιμασία
«Ὁ προσερχόμενος στό μυστήριο δέν πρέπει νά ἔρχεται ἀπροετοίμαστος. Πρέπει νά ἔχει προηγηθεῖ ἡ μετάνοιά του, δηλ. ἡ συναίσθηση τῶν ἁμαρτιῶν του καί ἡ ἀπόφαση ἀλλαγῆς του, ἡ ὁποία θά καταλήξει στήν ὁμολογία τῶν ἁμαρτιῶν ἐν ταπεινώσει ἐνώπιον τοῦ ἱερέα. Ὁ ἱερέας ἔχει τήν ἐξουσία ἀπό τόν Χριστό καί τήν ᾽Εκκλησία νά γίνεται ὄργανο τοῦ Χριστοῦ γιά τήν παροχή τῆς χάρης τῆς ἀφέσεως. Ὁ ἱερέας ἔτσι δέν εἶναι οὔτε εἰσαγγελέας οὔτε δικαστής. Εἶναι ὁ μάρτυρας τῆς μετανοίας τοῦ πιστοῦ, πού χαίρεται γι᾽ αὐτήν ἀκριβῶς τή μετάνοια, ὅπως ἀκριβῶς χαίρεται ὁ Θεός καί ὅλος ὁ οὐράνιος κόσμος γιά τόν ἴδιο λόγο. ῎Αλλωστε καί ὁ ἴδιος ἐξομολογεῖται σέ ἄλλον ἱερέα.

Ὁ μετανοημένος λοιπόν πιστός ἔχει ἐξετάσει τόν ἑαυτό του 

α) ὡς πρός τή σχέση του μέ τόν ἴδιο τόν Θεό: ἄν Τόν ἀγαπᾶ, ἄν συνεπῶς Τόν σκέπτεται, ἄν προσεύχεται, ἄν ἐκκλησιάζεται, ἄν προσπαθεῖ γενικῶς νά τηρεῖ τό ἅγιο θέλημά Του.

β) ὡς πρός τήν σχέση του μέ τό συνάνθρωπο: ἄν καί αὐτόν τόν ἀγαπᾶ καί τόν σέβεται, ἄν δέν τόν κατακρίνει, ἄν δέν τόν ὑβρίζει, ἄν δέν σκέπτεται πονηρά γι᾽ αὐτόν κλπ.

γ) ὡς πρός τόν ἑαυτό του: ἄν σέβεται καί τό σῶμα του καί τήν ψυχή του ὡς εἰκόνα τοῦ Θεοῦ, ἄν δέν τόν καταστρέφει καί τόν φθείρει μέ ποτά, τσιγάρα κ.ἄ., ἄν ἔχει τήν πίστη στή ζωή του πού ζητᾶ ὁ Θεός.

Μέ ἄλλα λόγια τό βασικό κριτήριο μέ τό ὁποῖο ἐλέγχει τή ζωή του εἶναι ἡ ἀγάπη, ἀπό τήν τήρηση τῆς ὁποίας ἐξαρτᾶται ἡ ζωντανή σχέση μέ τόν Θεό ἤ ὄχι. Γι᾽ αὐτά ὅλα μετανοεῖ καί παρακαλεῖ τόν Θεό νά τόν συγχωρήσει καί νά τόν βοηθήσει νά μήν τά ἐπαναλάβει. ῎Αν τυχόν ἀργότερα γιά λόγους ἀδυναμίας ἁμαρτήσει καί πάλι, καί πάλι θά ἀκολουθήσει τήν ἴδια διαδικασία. Ὁ Θεός δέν ῾βαριέται᾽ νά μᾶς συγχωρεῖ, γιατί μᾶς ἀγαπάει. Εἶναι ὁ Πατέρας μας»[16].

hristospanagia3.blogspot.com

Αφήστε μια απάντηση