Θαυμαστά περιστατικά από το Άγιον Όρος

Η ενοίκηση του Αγίου Πνεύματος σε Αγίους του Θεού εκδηλώνεται με πολλούς και διάφορους τρόπους. Ένας από αυτούς είναι και η ίαση σωματικά και ψυχικά ασθενώνβάση της εξουσίας που έδωσε ο ίδιος ο Χριστός προς τους μαθητές Του ώστε να εκβάλλουν τα δαιμόνια και να θεραπεύουν νόσους πνευματικές και ψυχικές[1].

Η εφαρμογή της εντολής αυτής βρίσκει φυσικά εφαρμογή και στους αγιορείτες πατέρες στα πλαίσια της ποιμαντικής τους μέριμνας με απώτερο σκοπό την πνευματική ωφέλεια και πρόοδο του ανθρώπου. Έτσι λοιπόν μπορούμε να αναφέρουμε μερικά γεγονότα θαυμαστών παρεμβάσεων αγιορειτών πατέρων της σύγχρονης εποχής καθώς στο σύνολο τους τα καταγεγραμμένα περιστατικά είναι αναρίθμητα και ξεπερνούν τα όρια της παρούσας εργασίας.

Ο Γέροντας Δανιήλ ο Κατουνακίωτης αποκάλυψε τον δαιμονισμό λαϊκού από τη Βόρεια Ήπειρο ο οποίος με τις μυθοπλασίες του κατόρθωνε να παραπλανεί ακόμη και τους επισκόπους, απάλλαξε από δαιμόνιο έναν δάσκαλο από την Κέρκυρα στον οποίο εμφανίζονταν ο δαίμονας με τη μορφή του Αγίου Σπυρίδωνα, καθώς και έναν πυροβάτη από τα Καλάβρυτα ο οποίος γνώριζε από στήθους το Ευαγγέλιο[2]. Θεραπεία δαιμονισμένων πραγματοποιούσε και ο «παπά Σάββας ο πνευματικός» ακόμη και εξ’ αποστάσεως, σε ανθρώπους που αδυνατούσαν να βρεθούν στο Άγιο Όρος, σκορπίζοντας πάντοτε τη χαρά της θεραπείας[3], όπως και ο διάδοχός του ο παπά- Ιγνάτιος ο Πνευματικός[4].

Ο Θεός χαρίζοντας απλόχερα τα σημεία της αγάπης του αναστέλλει τους φυσικούς νόμους σε πολλές περιπτώσεις αγίων ανθρώπων στους οποίους συνέβησαν γεγονότα υπερφυσικά. Ένα από αυτά περιγράφεται στον βίο του αγιορείτη Ισαάκ του Διονυσιάτη (1850-1932), ο οποίος παγιδεύτηκε εν μέσω χιονοθύελλας (σχεδόν σκεπάστηκε) και ενώ η νύχτα πλησίαζε. Όλα έδειχναν ότι η κατάληξη θα ήταν τραγική καθώς τρόπος διαφυγής και σωτηρίας δεν υπήρχε με βάση τις επικρατούσες συνθήκες και τη λογική. Ο Ισαάκ ύψωσε τα χέρια του στον ουρανό και ζήτησε από τον Χριστό και τον Τίμιο Πρόδρομο να τον σώσουν. Τη στιγμή εκείνη κάποια αόρατη δύναμη τον άρπαξε και τον μετέφερε με ορμή έξω από τη μονή Διονυσίου κάνοντας τον πορτάρη να απορήσει βλέποντάς τον μπροστά του και χωρίς να υπάρχουν ίχνη πεζοπορίας. Ο Ισαάκ απέδωσε τη σωτηρία του στην υπακοή που έκανε στον πρωτεπιστάτη της Ιεράς Κοινότητας που τον είχε στείλει εν μέσω κακοκαιρίας να λάβει την αλληλογραφία από τις Καρυές. Επίσης, στον βίο του Ισαάκ του Διονυσιάτη, περιγράφεται η δυνατότητα των αγιασμένων ανθρώπων να ζήσουν την προπτωτική κατάσταση τότε που ο άνθρωπος με τα ζώα είχαν αγαστή συνύπαρξη. Έτσι και ο Ισαάκ ζούσε μαζί με ένα φίδι (ελαφιάτη), κοιμόταν στο κρεβάτι του, και αυτό για διακόνημα, στο αρτοποιείο της μονής τον απάλλασσε από την παρουσία τον τρωκτικών[5].  Τέλος, αξίζει να αναφέρουμε ενδεικτικά και ένα περιστατικό από τους πλέον συγχρόνους αγιορείτες αγίους τον Εφραίμ τον Κατουνακιώτη, ο οποίος μέσω της προσευχής και μετά από αίτημα εργατών από την Μεγάλη Παναγία Χαλκιδικής, σταμάτησε η βροχή αποκλειστικά και μόνο για το χρονικό διάστημα που χρειάζονταν για να ολοκληρώσουν τις εργασίες τους στην Μονή της Σιμωνόπετρας[6].

Ιδιαίτερα θαυμαστά είναι τα περιστατικά που αποτελούν αποτέλεσμα της υψηλής πνευματικότητας, όπως οι περιπτώσεις όπου το άκτιστο Φως εμφανίζεται σε αγιασμένα πρόσωπα για να ομολογήσει την αποδοχή τους από τον Θεό ή εμφανίζεται μέσω αυτών των προσώπων ώστε να ωφεληθούν οι πιστοί. Τα πρόσωπα αυτά είναι οι «φίλοι του Θεού», οι θεούμενοι, αυτοί που πέτυχαν την τελείωση του ανθρώπου[7]. Είναι αυτοί οι οποίοι έχουν επιλέξει με τον τρόπο και τα μέσα που χρησιμοποιεί η Εκκλησία, να διέλθουν των δύο πρώτων ασκητικών σταδίων. Πρώτον, της κάθαρσης από τα πάθη και δεύτερον, του φωτισμού του νοός όπου ο άνθρωπος φωτίζεται, γνωρίζει τους λόγους των όντων που με τη σειρά τους τον οδηγούν στον Θεό Λόγο[8], ώστε να φτάσουν στο τρίτο και ποθούμενο για τον κάθε ασκητή (αλλά και κάθε πιστό) στάδιο. Αυτό είναι η κατά χάρη θέωση, δηλαδή η πορείας της «ατελεύτητου τελειότητος» του ανθρώπου και της θέας της δόξας του Θεού, ως καρπού της δεκτικότητας και του επίπονου ασκητικού αγώνα του ασκούμενου[9].

Τέτοιες καταστάσεις συναντούμε στον βίο πολλών αγιορειτών μοναχών. Μια τέτοια περίπτωση είναι η λάμψη του προσώπου του παπά-Ιγνάτιου του Πνευματικού, ο οποίος κοντά στο τέλος της ζωής του και ενώ συλλειτουργούσε σε ένα μνημόσυνο στη Σκήτη της Μικράς Αγίας Άννης, εξερχόμενος του ιερού για να θυμιάσει εμφανίστηκε με πρόσωπο αλλοιωμένο, ολοφώτεινο και δοξασμένο με θεϊκή χάρη, αστράφτοντας σαν πρόσωπο αγγέλου και σκορπώντας στους παριστάμενους ψυχική χαρά και αγαλλίαση αλλά και την ακράδαντη πεποίθηση περί της αγιότητας του[10].

Εμπειρίες της θέας του ακτίστου φωτός συναντάμε και στους πλέον σύγχρονους ασκητές, όπως στις ενδεικτικές (εκ των αμέτρητων) περιπτώσεις κατά τις οποίες στον γέροντα Ιωσήφ τον Ησυχαστή ο οποίος βυθιζόμενος στη θεωρία του ακτίστου φωτός αντίκρυσε και συνομίλησε με την Παναγία[11]. Στον Όσιο Παΐσιο περιγράφετε η επίσκεψη του ακτίστου φωτός, η οποία έγινε μέσα στο κελί του στα Κατουνάκια, ξημερώματα, και ενώ έλεγε τη μονολόγιστη ευχή, κάνοντάς τον να χάσει την αίσθηση των γήινων πραγμάτων και να ζήσει διάφορες ουράνιες εμπειρίες μη έχοντας αίσθηση του χρόνου,[12] ενώ ο Σωφρόνιος (Σαχάρωφ) ο οποίος χαρακτηρίστηκε και ως «θεολόγος του ακτίστου φωτός» εξ’ αιτίας του πλήθους των σχετικών εμπειριών που είχε[13], στο έργο του «Οψόμεθα τον Θεόν Καθώς Εστί»,[14] περιγράφει με κάθε λεπτομέρεια τον τρόπο που βιώνεται το Άκτιστο Φως και πώς διακρίνεται ώστε να μην πλανηθεί κάποιος από τον Πονηρό.

Κοινά χαρακτηριστικά και στους τρεις ότι η θεωρία του Ακτίστου Φωτός συνέβη σε νεαρή ηλικία θέλοντας να καταδειχθεί ότι επρόκειτο να υπάρξει μετέπειτα μεγάλη πνευματική εξέλιξη και ότι υπήρξαν σκεύη εκλογής από τον Θεό. Επίσης, και οι τρείς προαναφερθέντες που έζησαν την κορυφαία ασκητική εμπειρία ασκούσαν με μεγάλη ένταση την προσευχή, την υπακοή σε πνευματικό πατέρα, τη σκληρή άσκηση και την ταπείνωση ώστε μέσω αυτών να επιτύχουν την κάθαρση των παθών αλλά και να καταδείξουν ότι ο δρόμος είναι τραχύς και δύσκολος[15].

Επίσης, παρατηρούμε σε πολλές αγιασμένες αγιορείτικες μορφές στις οποίες ενοικούσε το Άγιο Πνεύμα να λαμβάνουν με θαυμαστό τρόπο πληροφορίες για την επερχόμενο κοίμησή τους, ώστε να προετοιμαστούν πνευματικά, ενώ πολλές φορές εμφανιζόταν η ίδια η Θεοτόκος ή κάποιοι άγιοι να τους προετοιμάσουν για το γεγονός. Ένα τέτοιο παράδειγμα συναντάμε στον βίο του παπά – Τύχωνος στον οποίο εμφανίστηκε η Παναγία συνοδευόμενη με τον Άγιο Σέργιο και τον Άγιο Σεραφείμ, ανακοινώνοντάς του  ότι το τέλος της επίγειας ζωής του θα επέρχετο μετά την πανήγυρη του Γενεθλίου της Θεοτόκου (7 Σεπτεμβρίου) πράγμα που συνέβη στις 10 Σεπτεμβρίου του 1968[16]. Ομοίως καταγράφεται από τον Όσιο Παΐσιο το γεγονός της πληροφόρησης του θανάτου δυο αγιορειτών του παπά-Ιωακείμ και του παπά-Μεθόδιου. Στο περιστατικό αυτό ο δεύτερος πληροφόρησε τον πρώτο ότι πρέπει να προετοιμαστεί διότι την επαύριον επρόκειτο να αποχωριστούν τα γήινα και οι δύο μαζί την ίδια ώρα όπως και έγινε![17]

Άλλη μια απόδειξη της ότι η εν Χριστώ ζωή κάνει τον άνθρωπο να ζει εν Αγίω Πνεύματι αποτελούν τα οράματα τα οποία αποκαλύπτουν ουράνια μηνύματα. Τέτοια οράματα βίωσε και ο Γέροντας Ιωσήφ ο Ησυχαστής τα οποία ήταν σε απόλυτη αρμονία με οράματα που συναντούμε τόσο στην Παλαιά όσο και στην Καινή Διαθήκη χωρίς όμως να παραγνωρίζουμε το γεγονός ότι ο Γέροντας ήταν ολιγογράμματος και ενδεχομένως και να μην είχε πρόσβαση στα δύσκολα αυτά χωρία, κάτι που ενισχύεται και από το ότι ο Γέροντας σπανίως χρησιμοποιούσε χωρία από την Αγία Γραφή. Έτσι, συνοπτικά, όπως περιγράφεται στη σκηνή της κλήσεως του Ησαΐα στο προφητικό αξίωμα από τον Θεό, βλέπουμε τον Θεό να κάθεται σε υψηλό θρόνο και ο οίκος Του να πλημμυρίζει από τη δόξα Του, αντιστοίχως, οραματικά ο Γέροντας Ιωσήφ αναβιβάζεται στον επουράνιο ναό, οπού αντικρίζει  τον ενανθρωπίσαντα Λόγο στην αγκαλιά της Θεοτόκου. Στο όραμα του Ησαΐα ένας άγγελος παίρνει με τη λαβίδα του ένα κάρβουνο και το ακουμπά στο στόμα του προφήτη με αναφορά από τους Πατέρες ότι πρόκειται για την προτύπωση του μυστήριου της Θείας Ευχαριστίας. Στον Γέροντα Ιωσήφ μετά από μία στιγμή έντονης εν μετανοία προσευχής και αυτομεμψία, διότι θεωρούσε ότι είναι ανάξιος να μεταλάβει την επομένη, εμφανίστηκε ένας άγγελος ο οποίος του «μετέδωσε» μερίδα Δεσποτικού Σώματος (βλ. πάνω δεξιά και κάτω αριστερά εικόνας 14 του παραρτήματος).

Αντιστοίχως από την Καινή Διαθήκη στο όραμα του Γέροντος Ιωσήφ, περιγράφετε μια οραματική ανάβασή του σε μυστηριώδες πνευματικό όρος, αντικρίζοντας μια απέραντη πεδιάδα η οποία καταλήγει στα τείχη της επουράνιας πόλης του Θεού. Σε συνδυασμό με το γεγονός της συχνή θέας του Ακτίστου Φωτός στις πνευματικές εμπειρίες του Γέροντα Ιωσήφ (που όπως λέγεται «λούζονταν» συχνά από το Άκτιστο Φως), το όραμα αυτό μας παραπέμπει στη Μεταμόρφωση του Χριστού στο όρος Θαβώρ, όπου υπήρξε η πνευματική ανάβαση των μαθητών του Χριστού και η θέα του Ακτίστου Φωτός, ενώ το όραμα της μητέρας του Γέροντος Ιωσήφ, Μαρίας[18], και ο διάλογός της με Άγγελο για τη μέλλουσα κλήση του υιού της στον μοναχισμό, μας θυμίζει έντονα τον Ευαγγελισμό της Θεοτόκου[19].

Τέλος, ιδιαίτερα παρηγορία και ενίσχυση δίνεται στους πιστούς με τις εμφανίσεις των αγίων που γίνονται μετά τον θάνατό τους. Τέτοια παραδείγματά έχουμε με την εμφάνιση του γέροντα Ιωσήφ του Ησυχαστή σε μια γνωστή του γερόντισσα στην Θεσσαλονίκη ανήμερα της κοίμησής του, στην οποία της ανακοίνωσε το γεγονός (της κοίμησής του)[20].

Διαβάστε ολόκληρη τη μελέτη εδώ

pemptousia.gr

Αφήστε μια απάντηση