Είχε μεταφερθεί ακαριαία στην Κρήτη και είχε επιστρέψει με τον ίδιο τρόπο!

Πολυξένη Ρέρρα

Το πρωί που θα έφευγε από την Κρήτη ο άγιος Πορφύριος για την Αθήνα, κατέβηκε με τον παπα-Γιώργη Χιωτάκη στη στάση του λεωφορείου και ξεκίνησαν για τα Χανιά.

Στη στάση του διπλανού χωριού, άνέβηκε στο λεωφορείο ο αδερφός του παπά Γιώργη, ο π. Παναγιώτης Χιωτάκης, και τον ρώτησε ο Άγιος Πορφύριος :

– Εσύ που πάεις;

– Πάω στα Χανιά, διότι έχω άρρωστη την παπαδιά.

– Τι έχει η παπαδιά σου;

– Έχει πέτρα στο αριστερό νεφρό.

– Όχι, από δεξιά την έχει.

Επέμενε ο παπάς πως είναι από αριστερά, αλλά αποδείχτηκε αργότερα πως ο Άγιος είχε δίκιο.

Όταν ο παπά Γιώργης δέχτηκε το τηλεφώνημα από τον Άγιο ότι θα κατέβει στα Σφακιά, τον είχε ρωτήσει: «Με αεροπλάνο θα κατέβεις η με πλοίο;», αλλά ο Άγιος απέφυγε να απαντήσει.

Κατά ένα εντελώς παράξενο και ανεξήγητο λόγο, δεν είχε ξαναρωτήσει τον Άγιο ούτε πώς ήρθε, ούτε πώς θα έφευγε.

Δεν γνώριζε αν ήρθε με πλοίο ή με αεροπλάνο.

Δεν γνώριζε εάν είχε βγάλει εισιτήριο με επιστροφή και τι ώρα θα ταξίδευε.

Και ενώ φυσιολογικά έπρεπε να δείξει ενδιαφέρον και να τον ρωτήσει, διότι -ένας λόγος παραπάνω- οι Κρητικοί φημίζονται για τη φιλοξενία τους και την εξυπηρέτηση, ωστόσο, χωρίς να το καταλάβει, το είχε ξεχάσει.

Σαν να είχε θολώσει το μυαλό του.

Όταν φτάσανε στον Δημοτικό κήπο των Χανίων, ο Άγιος ζήτησε από τον οδηγό να κάνει στάση και κατέβηκε.

Κατέβηκε πριν να φτάσουνε στον προορισμό τους και πήγε δεξιά, μπήκε σε έναν όμορφο και ιστορικό αύλειο χώρο δίπλα από το Πολεμικό Μουσείο και χάθηκε.

Πού πήγαινε;

Ο παπα Γιώργης ποτέ δεν το έμαθε.

Σαν απολιθωμένος είχε μείνει στη θέση του.

Επέστρεψε στο χωριό του και, μόνο όταν πέρασαν δύο-τρεις η μέρες και ήρθαν πάλι τα γεγονότα στη σκέψη του, άρχισε να φωτίζεται και να αναρωτιέται:

«Μα καλά, τόσο ήλίθιος εστάθηκα.!

Γιατί να μην τον ρωτήσω πώς ήρθε και πώς θα έφευγε; Γιατί να μην κατέβω μαζί του από το λεωφορείο να τον συνοδεύσω;

Πώς τον άφησα να φύγει μόνος του»;

Με έντονες όλες αυτές τις σκέψεις, λίγο καιρό αργότερα, όταν επισκέφτηκε τον Άγιο στην Αθήνα, ρώτησε ένα στενότατο πνευματικό παιδί του Αγίου που του ήταν πιστά αφοσιωμένο, τον κ. Γεώργιο Α., σχετικά με αυτό το γεγονός:

– Πώς ταξίδεψε ο Γέροντας όταν ήρθε στην Κρήτη και πώς επέστρεψε;

– Ούτε όταν έφυγε, ξέρουμε πώς έφυγε, ούτε όταν εγύρισε, ξέρουμε πώς εγύρισε. Εμείς απ’ το κρεβάτι τον εχάσαμε και στο κρεβάτι… τον ξαναβρήκαμε!

Φαίνεται απίστευτο, αλλά είναι αληθινό.

Ο παπά Γιώργης το πίστευε απόλυτα και το έλεγε πολύ συχνά.

Έλεγε πως τον εμώρανε για λίγο ο Θεός, ώστε να μη ρωτήσει τίποτα τον Άγιο γι’ αυτό το θέμα και τον φέρει σε δύσκολη θέση.

Είχε μεταφερθεί ακαριαία στην Κρήτη και είχε επιστρέψει με τον ίδιο τρόπο!
απο το Βιβλίο: ο «Όσιος Πορφύριος, Ο προφήτης, Μαρτυρίες», τόμος β’. Αγιοπαυλίτικο Ιερό Κελλί Αγίων Θεοδώρων, Άγιον Όρος.

pemptousia

Όταν είχε κοιμηθεί ο Γέροντας Πορφύριος, ήρθε μια κοπέλα από την Αυστραλία για να τον επισκεφθεί. Δεν ήξερε ότι είχε πεθάνει.

Όταν ήρθε στο μοναστήρι, είδε ότι έξω υπήρχε κόσμος, βρήκε την πόρτα ανοιχτή και ανέβηκε τροχάδην επάνω στο κελλάκι του.

Είδε παραδόξως, τον Γέροντα να κάθεται στο κρεβάτι, μίλησε μαζί του αρκετή ώρα, είπε ότι ήθελε να πει, πήρε τις απαντήσεις και, πολύ χαρούμενη, κατέβαινε την σκάλα.

Εκείνη την στιγμή εμφανίστηκε μια αδελφή. Εν τω μεταξύ η πόρτα ήταν κλειστή. Της λέει:

-Εσύ πώς βρέθηκες μέσα; Πώς μπήκες;

Και απαντάει η κοπέλα:

-Να. Δεν είχε κόσμο έξω, βρήκα την πόρτα ανοιχτή και ανέβηκα επάνω και μίλησα του Γέροντα. Δεν είχε κανέναν.

Της λέει:

-Μα πώς ; Μίλησες στον Γέροντα;

Λέει:

-Ναι.

-Μα ο Γέροντας, της λέει, έχει πεθάνει.

-Τι λες; Αφού ο Γέροντας είναι επάνω!

Και γυρίζει απότομα πάλι επάνω τροχάδην, να δει τον Γέροντα. Ανεβαίνει επάνω,
άδειο το κελλί, στρωμένο το κρεβατάκι του…

Και τότε ξέσπασε σε λυγμούς, που αυτή είχε δει τον Γέροντα και μίλησε, ενώ ήδη ο Γέροντας είχε κοιμηθεί!.

ekklisiaonline

ΔΌΞΑ ΣΟΙ ΚΎΡΙΕ ΔΌΞΑ ΣΟΙ
ΆΓΙΕ ΤΟΥ ΘΕΟΎ ΠΡΕΣΒΕΥΕ ΥΠΕΡ ΗΜΩΝ ΤΩΝ ΑΜΑΡΤΩΛΩΝ.

Αφήστε μια απάντηση