Ἡ θαυμαστὴ ἐμφάνιση τῆς Ἁγίας Τριάδος στὸν Ρῶσο ἅγιο Ἀλέξανδρο τοῦ Σβὶρ καὶ ἡ θαυμαστὴ ἀφθαρσία τοῦ ἁγίου του λειψάνου.
Εἰκόνα Ἡ θαυμαστή ἐμφάνιση τῆς Ἁγίας Τριάδος στον Ὃσιο Ἀλέξανδρο τοῦ Σβίρ

«Ἀναδημοσιεύουμε τήν ἀνάρτηση περί τοῦ μεγάλου αὐτοῦ Ὁσίου τῆς Ρωσικῆς Ἐκκλησίας (με ἂφθαρτο λείψανο), ὁ ὁποῖος εἶναι ὁ μόνος μετά τον Πατριάρχη και Δίκαιο Ἀβραάμ πού ἀξιώθηκε θαυμαστῆς ἐμφανείας Τῆς Ἁγίας Τριάδας (ἡ ὁποία καί τόν ἂγγιξε), πού ὃμως εἶναι σχεδόν ἂγνωστος στούς Ἓλληνες, με σκοπό κατά πρῶτον τήν γνωριμία μέ τόν μεγάλο καί θαυματουργό αὐτόν Ὃσιο.

Κατά δεύτερον δέ, στήν ἀναφορά τῆς ἁγιογραφήσεως Τῆς Ἁγίας Τριάδος ὃπως ἐμφανίστηκε στόν Ὁσιο, πού θα ἐπακολουθήσει σε ἐπόμενη ἀνάρτηση, ὃπου θα φανεῖ ὃτι αὐτή ἡ εἰκόνα τῆς Ἁγίας Τριάδας, ἐπιτρέπεται να ἁγιογραφεῖται  και να κοσμεῖ Ναούς και οἰκίες εὐλαβῶν χριστιανῶν», σέ ἀντίθεση με ἂλλες εἰκόνες που φέρουν την ἐπιγραφή «Ἡ  Ἁγία Τριάς», ἀλλά δεν ἐπιτρέπει ἡ ἀληθινή Ἁγία Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία οὒτε τήν ἁγιογραφία τους, οὓτε τήν διακόσμηση μέ αὐτές τίς μή Ὁρθόδοξες εἰκόνες (που ἀπεικονίζουν τόν Θεό Πατέρα σάν ἓναν Γέροντα καί τόν Υἱό σάν νέο και ἀνάμεσά τους τό Ἃγιο Πνεῦμα σάν  περιστέρι ), Ναῶν και οἰκιῶν». 

Δευτέρα 27/11/2023

Ἁγίου Μεγαλομάρτυρος Ἰακώβου τοῦ Πέρσου

και τῶν σύν αὐτῶ.

 π.Νεκτάριος Μοναχός ὁ ἐκ Κορίνθου

Τὸ μέγα αὐτὸ θαῦμα ἔγινε ὡς ἑξῆς:

Τὸ ἔτος 1508 σὲ ἡλικία 60 ἐτῶν ἀφ’ ὅτου ὁ ὅσιος Ἀλέξανδρος ἄρχισε τότε νὰ ἀσκεῖται μὲ ἀγῶνες ποὺ ὑπερβαίνουν τὴν ἀνθρώπινη δύναμη σὲ πείνα, δίψα καὶ στὴν ἀντοχὴ τοῦ ψύχους, ἐλπίζοντας ὅτι μὲ τὸ πρόσκαιρο αὐτὸ ψύχος τοῦ χειμώνα θὰ ἀποφύγει τὴ μέλλουσα αἰώνια κόλαση. Οἱ δαίμονες ὅμως, βλέποντας νὰ καταπολεμοῦνται ἀπ’ τὸν Ὅσιο καὶ καταλαβαίνοντας ὅτι ἐπρόκειτο νὰ ἐξοστρακιστοῦν ἀπ’ αὐτόν, προσπάθησαν ἀπ’ τὴν ἀρχὴ νὰ τὸν τρομοκρατήσουν.

Ἐμφανίζονταν ἄλλοτε μὲν σὰν θηρία καὶ ἄλλοτε σὰν φίδια ποὺ ἔτρεχαν κατεπάνω του μὲ συριγμοὺς καὶ θηριώδη ἀγριότητα καὶ τοῦ προκαλοῦσαν πολλοὺς ἄλλους πειρασμούς.

Μιὰ νύχτα ὁ ὅσιος Ἀλέξανδρος πήγαινε πρὸς τὸ μοναχικὸ ἐρημητήριό του ὃπου συνήθιζε νὰ προσεύχεται μόνος του, ὅταν ξαφνικὰ ἐμφανίστηκε μπροστά του ἕνα ἀναρίθμητο πλῆθος δαιμόνων, σὰν νὰ ‘ταν στρατὸς πολύς, καὶ ἄρχισαν νὰ πηδοῦν κατεπάνω του μὲ μανία, νὰ τρίζουν τὰ δόντια τους, ἐνῶ ἀπ’ τὸ στόμα τους φαινόταν νά  ἔβγαινε μιὰ μεγάλη φλόγα καὶ μὲ λύσσα νὰ τοῦ φωνάζουν:

–         Φύγε, φύγε ἀπ’ αὐτὸν τὸν τόπο, ἀναχώρησε γρήγορα ἀπ’ ἐδῶ, γιὰ νὰ μὴν πεθάνεις μὲ θάνατο κακό.

Ὁ Ὅσιος ὅμως, σὰν καλὸς μαχητὴς τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ ὁπλισμένος μὲ προσευχή, δὲν τρομοκρατήθηκε καθόλου ἀπ’ αὐτούς, γιατί γνώριζε τὴν ἀσθενικὴ δύναμή τους. Καὶ ἡ προσευχή του ἔβγαινε ἀπὸ τὸ στόμα του σὰν πύρινη φλόγα καὶ κατέκαψε καὶ ἀφάνισε ὅλες τὶς ἀνίσχυρες λεγεῶνες τῶν δαιμόνων.

Ὁ Ὃσιος Ἀλέξανδρος συνέχισε τότε τὸ δρόμο του καὶ ἦρθε στὸ μοναχικὸ ἐρημητήριό του ὅπου ἔκανε τὶς συνηθισμένες προσευχές του στὸ Θεό, ὁπότε ξαφνικὰ ἕνας Ἂγγελος μὲ λαμπρὰ ἐνδύματα παρουσιάστηκε μπροστά του. Βλέποντάς τον ὁ Ὅσιος αἰσθάνθηκε φόβο καὶ τρόμο καὶ πέφτοντας στὸ ἔδαφος ἔμεινε ἐκεῖ σὰν νεκρός. Ὁ Ἂγγελος τὸν ἒπιασε ἀπὸ τὸ χέρι καὶ τοῦ εἶπε: «Εἶμαι Ἂγγελος Κυρίου καὶ ὁ Θεὸς μὲ ἔστειλε νὰ σὲ διαφυλάξω ἀπ` ὅλες τὶς ἀπάτες τοῦ πονηροῦ διαβόλου καὶ νὰ σοῦ ὑπενθυμίσω τὰ θεία ὁράματα ποὺ εἶχες δεῖ σ’ αὐτὸν τὸν τόπο ποὺ ἔχεις ἐγκατασταθεῖ – γιατί οἱ ἐντολὲς Του πρέπει νὰ ἐκτελεστοῦν – ὁ Κύριος σὲ ἐξέλεξε νὰ γίνεις ὁδηγὸς σὲ πολλοὺς γιὰ τὴ σωτηρία τους. Σοῦ δηλώνω ὅτι τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ εἶναι νὰ χτίσεις σ’ αὐτὸν τὸν τόπο μιὰ ἐκκλησία στὸ ὄνομα τῆς Ἁγίας Τριάδος, νὰ συγκεντρώσεις ἀδελφοὺς καὶ νὰ ἱδρύσεις μοναστήρι». Κι ἀφοῦ εἶπε αὐτὰ ὁ Ἂγγελος ἔγινε ἄφαντος.

Ὁ Ὃσιος Ἀλέξανδρος ὅμως ἀγαποῦσε τὴν ἡσυχία καὶ ἤθελε νὰ ζήσει σ’ αὐτὴ ὅλες τὶς μέρες τῆς ζωῆς τοῦ – γι’ αὐτὸ προσευχόταν ὅλο καὶ περισσότερο στὸ Θεὸ νὰ τὸν ἐλευθερώσει ἀπὸ κάθε ἀπάτη τοῦ ἐχθροῦ.

Κάποτε ποὺ εἶχε ἀπομακρυνθεῖ ἀπ’ τὴν καλύβα του καὶ ὅπως τὸ συνήθιζε προσευχόταν μερικὲς ὧρες συνέχεια, ξαφνικὰ ἐμφανίστηκε πάλι ὁ Ἂγγελος Κυρίου καὶ τοῦ εἶπε: – «Ἀλέξανδρε, ὅπως σοῦ εἶπα τὴν προηγούμενη φορά, φτιάξε μιὰ ἐκκλησία, συγκέντρωσε ἀδελφοὺς καὶ ἵδρυσε μοναστήρι, γιατί πολλοὶ ποὺ ἐπιζητοῦν νὰ σωθοῦν θὰ ἔρθουν σὲ σένα καὶ πρέπει νὰ τοὺς ὁδηγήσεις “εἰς ὁδὸν σωτηρίας”».

Καὶ λέγοντας αὐτὰ ὁ Ἂγγελος ἔγινε καὶ πάλι ἄφαντος.

Κατὰ τὸ 1508 πάλι, ποὺ ὁ Ὅσιος συμπλήρωνε τὸν 23ο χρόνο σ’ αὐτὴ τὴν ἔρημο κι ἐνῶ ἦταν στὸ ἐρημικὸ κελὶ του μιὰ νύχτα καὶ κατὰ τὴ συνήθειά του προσευχόταν, ξαφνικὰ στὸ σημεῖο ποὺ βρισκόταν ἔλαμψε ἕνα μεγάλο φῶς. Ὁ Ὅσιος ξαφνιάστηκε καὶ σκέφτηκε: «Τί νὰ σημαίνει αὐτό;» Καὶ ἀμέσως εἶδε τρεῖς ἀνθρώπους νὰ ἔρχονται πρὸς αὐτὸν ντυμένοι μὲ λαμπρά, λευκὰ ἐνδύματα. Ἦταν ὡραιότατοι καὶ ἁγνοί, λάμποντας περισσότερο ἀπ’ τὸν ἥλιο καὶ ἀστράφτοντας μὲ μιὰ ἀνέκφραστη Οὐράνια δόξα. Καθένας τους κρατοῦσε στὸ χέρι κι ἕνα σκῆπτρο.

Ὅταν τοὺς εἶδε ὁ Ὅσιος ἔτρεμε ὁλόκληρος, γιατί τὸν κατέλαβε φόβος καὶ τρόμος Καὶ μόλις συνῆλθε λίγο προσπάθησε νὰ τοὺς προσκυνήσει μέχρι τὸ ἔδαφος*. Ἐκεῖνοι ὅμως τὸν ἒπιασαν ἀπ’ τὸ χέρι, τὸν σήκωσαν καὶ τοῦ εἶπαν:  -« Ἔχε ἐλπίδα, μακάριε, καὶ μὴ φοβᾶσαι».

Καὶ ὁ Ἅγιος εἶπε: -«Κύριοί μου, ἐὰν βρῆκα κάποια χάρη ἐνώπιόν σας, πέστε μου ποιοὶ εἶστε πού, ἐνῶ ἔχετε τόση δόξα καὶ λαμπρότητα, καταδεχθήκατε νὰ ἔρθετε πρὸς τὸ δοῦλο σας, γιατί ποτέ μου δὲν εἶδα κανένα μὲ τέτοια δόξα ὅπως σεῖς».

Ἐκεῖνοι τοῦ ἀπάντησαν: -«Μὴ φοβᾶσαι, ἄνθρωπε Θείων ἐπιθυμιῶν, γιατί τὸ Ἅγιο Πνεῦμα εὐαρεστήθηκε νὰ κατοικήσει σὲ σένα γιὰ τὴν ἁγνότητα τῆς καρδιᾶς σου καὶ ὅπως σοῦ προεῖπα πολλὲς φορὲς ἔτσι καὶ τώρα σοῦ λέω ὅτι πρέπει νὰ φτιάξεις ἐκκλησία, νὰ συγκεντρώσεις ἀδελφοὺς καὶ νὰ δημιουργήσεις μοναστήρι, γιατί μὲ σένα εὐδόκησα νὰ σώσω πολλὲς ψυχὲς καὶ νὰ τοὺς φέρω στὴν ἐπίγνωση τῆς ἀλήθειας».

Ἀκούγοντας αὐτὰ ὁ Ὅσιος γονάτισε καὶ πλημμυρισμένος ἀπὸ δάκρυα εἶπε:

 

 – «Κύριέ μου, ποιὸς εἶμαι ἐγὼ ὁ ἁμαρτωλός, ὁ χειρότερος ἀπ’ ὅλους τους ἀνθρώπους, πού θὰ ἤμουν ἄξιος ν’ ἀναλάβω τέτοιες εὐθύνες, σὰν κι αὐτὲς γιὰ τὶς ὁποῖες μοῦ μίλησες; Εἶμαι ἀδύνατος γιὰ ν’ ἀποδεχτῶ τέτοια ἀποστολή. Γιατί ἐγὼ ὁ ἀνάξιος δὲν ἦρθα σ’ αὐτὸν τὸν τόπο γιὰ νὰ κάνω αὐτὰ ποὺ μὲ προστάζεις, ἀλλὰ μᾶλλον γιὰ νὰ κλάψω τὶς ἁμαρτίες μου».

Μόλις εἶπε αὐτὰ ὁ Ὅσιος κειτόταν κάτω στὸ ἔδαφος καὶ ὁ Κύριος τὸν ἐπίασε πάλι ἀπ’ τὸ χέρι, τὸν σήκωσε καὶ τοῦ εἶπε: -«Σήκω ὄρθιος, πάρε θάρρος καὶ δύναμη καὶ κάνε ὅλα ὅσα σὲ πρόσταξα»*.

Ὁ Ὅσιος ἀπάντησε: – «Κύριέ μου, μὴ θυμώνεις μαζί μου πού τόλμησα νὰ σοῦ ἀντιμιλήσω – πές μου, σὲ τίνος τὸ ὄνομα θέλεις νὰ τιμᾶται ἠ ἐκκλησία πού ἡ ἀγάπη Σου γιὰ τὸ ἀνθρώπινο γένος θέλει νὰ χτιστεῖ σ’ αὐτὸν τὸν τόπο;’

Καὶ ὁ Κύριος εἶπε στὸν Ὅσιο: – «Ὅπως βλέπεις τὸν ἕνα νὰ σοῦ μιλάει μὲ τρία πρόσωπα, φτιάξε τὴν ἐκκλησία στὸ ὄνομα τοῦ Πατρὸς καὶ τοῦ Υἱοῦ καὶ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, τῆς Ἁγίας Τριάδος «ἐν μιὰ τῆ οὐσία». Σοῦ ἀφήνω τὴν εἰρήνη Μου καὶ ἡ εἰρήνη Μου πού σοῦ χαρίζω θὰ εἶναι μαζί σου».

Καὶ ξαφνικὰ ὁ Ὅσιος εἶδε τὸν Κύριο μὲ ἁπλωμένα φτερὰ νὰ βαδίζει στὸ ἔδαφος, σὰν νὰ περπατοῦσε μὲ τὰ πόδια, καὶ μετὰ ἔγινε ἄφαντος.

Ὁ Ὅσιος Ἀλέξανδρος ἦταν συνεπαρμένος ἀπὸ πολλὴ χαρὰ καὶ φόβο καὶ εὐχαρίστησε θερμὰ γι’ αὐτὸ τὸ Θεό, ποὺ τόσο ἀγαπάει τὸ ἀνθρώπινο γένος.

Μετὰ ἄρχισε νὰ σκέπτεται πῶς καὶ ποῦ θὰ χτίσει τὴν ἐκκλησία. Ἀφοῦ σκέφτηκε πολὺ καὶ προσευχήθηκε γι’ αὐτὸ στὸ Θεό, ἄκουσε ξαφνικὰ μιὰ μέρα μιὰ φωνὴ νὰ τοῦ μιλάει ἀπὸ ψηλά. Κοιτάζοντας πρὸς τὰ πάνω ὁ Ὅσιος εἶδε ἕναν Ἂγγελο τοῦ Θεοῦ ποὺ φοροῦσε μανδύα καὶ κουκούλι νὰ στέκεται στὸν ἀέρα μὲ ἁπλωμένα φτερὰ καὶ μὲ τὸν ἴδιο τρόπο ποὺ ἄλλοτε ἐμφανίστηκε στὸν μεγάλο Παχώμιο, μὲ τὰ χέρια του τεντωμένα πρὸς τὸν οὐρανὸ νὰ λέει: «Εἷς Ἅγιος, εἷς Κύριος, Ἰησοῦς Χριστός, εἰς δόξαν Θεοῦ Πατρός, Ἀμήν». Καὶ μετὰ εἶπε στὸν Ὅσιο: – «Ἀλέξανδρε, ἃς χτιστεῖ ἢ ἐκκλησία σ’ αὐτὸν τὸν τόπο στὸ ὄνομα τοῦ Κυρίου ποὺ ἐμφανίστηκε σὲ σένα μὲ τρία πρόσωπα, τοῦ Πατρὸς καὶ τοῦ Υἱοῦ καὶ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, τῆς ἀδιαιρέτου Τριάδος».

Καὶ λέγοντας αὐτὰ σημείωσε στὸν τόπο ἐκεῖνο τὸ σημεῖο τοῦ σταυροῦ μὲ τὸ χέρι του καὶ ἔγινε ἄφαντος. Ὁ Ὅσιος εὐφράνθηκε πολὺ μὲ τὸ ὅραμα αὐτό, δοξολόγησε τὸ Θεὸ ποὺ δὲν παρεῖδε τὴ δέησή του καὶ στὸ σημεῖο αὐτὸ τοποθέτησε ἕνα σταυρό.

Πηγή: Ο.Ο.Δ.Ε. (Ορθόδοξη Ομάδα Δογματικής Έρευνας) https://www.oodegr.com/oode/pateres1/alexandros_svir/emfan_ag_trias_1.htm#pano

*Σημείωση ΟΟΔΕ: Εἶναι ἐνδιαφέρον, τὸ ὅτι ὁ ἅγιος ἐμποδίσθηκε τὴν πρώτη φορὰ ποὺ θέλησε νὰ προσκυνήσει τοὺς τρεῖς ἀγγέλους (ἀγγελιοφόρους), ἐνῶ τὴ δεύτερη τὸν ἄφησαν νὰ τοὺς προσκυνήσει. Γιατί ἄραγε; Προφανῶς, τὴν πρώτη φορά, ΠΡΙΝ ἀκόμα μάθει ὅτι ἔβλεπε εἰκόνα τοῦ Τριαδικοῦ Θεοῦ, καὶ ἐνῶ ἦταν ἔντρομος, θέλησε νὰ προσκυνήσει “τιμητικά” τους φοβεροὺς ἐπισκέπτες του, σὰν νὰ ἦταν κτίσματα. Γι’ αὐτὸ καὶ ἐμποδίσθηκε. Τὴ δεύτερη φορὰ ὅμως, προσκυνάει ΛΑΤΡΕΥΤΙΚΑ, γι’ αὐτὸ καὶ τοῦ ἐπιτρέπει ὁ Κύριος νὰ Τὸν προσκυνήσει, ὅπως ἁρμόζει στὸν Θεό.

Ἡ θαυμαστή ἀφθαρσία τοῦ ἁγίου Ἀλεξάνδρου Σβίρ

Ἑορτάζει 30 Αὐγούστου (ἱερή μνήμη του) και 17 Ἀπριλίου (ἀνακομιδή τῶν ἱερών λειψάνων του)

          Ἀναδημοσίευση ἀπό: http://koinoniaagion.blogspot.com/2010/06/30-17.html

Πιστεύεται, ὅτι ὁ Θεὸς διατήρησε τὸ Λείψανο σὲ τόσο θαυμαστὴ κατάσταση ἀφθαρσίας, διότι ὁ Ἅγιος Ἀλέξανδρος εἶναι ὁ μόνος Ἅγιος μετὰ τὸν Πατριάρχη Ἀβραάμ, ὁ ὁποῖος ἀξιώθηκε ἐπισκέψεως τῆς Ἁγίας Τριάδος μὲ μορφὴ τριῶν Ἀγγέλων. Κατὰ τὴν διάρκεια αὐτῆς τῆς ἐπισκέψεως, ἡ Ἁγία Τριὰς μέχρι ποὺ ἄγγιξε τὸν Ἅγιο, καὶ αὐτὸ τὸ ἄγγιγμα προφανῶς ἦταν ποὺ ἔκανε τὸ σῶμα του ἀπρόσβλητο στὴν φθορά. Θαυμαστὸς ὁ Τριαδικὸς Θεός, ὁ ἐνδοξαζόμενος ἐν τοῖς Ἅγιοις Αὐτοῦ!

Ὁ   Ἅγιος Ἀλέξανδρος ἀναχώρησε γιὰ τὴν Οὐράνιο Βασιλεία τὴν 30ή Αὐγούστου τοῦ 1533, σὲ ἡλικία 85 ἐτῶν.

Ὁ   Ἅγιος Ἀλέξανδρος τοῦ Σβὶρ ἐδοξάσθη μὲ θαυμαστὰ σημεῖα καὶ θαύματα κατὰ τὴν διάρκεια τῆς ζωῆς του καὶ μετὰ τὴν Κοίμησή του. Τὸ 1545, ὁ μαθητὴς καὶ διάδοχός του Ἡγούμενος Ἠρωδίων συνέθεσε τὸν Βίο του. Τὸ 1547 ἄρχισε ὁ τοπικὸς ἑορτασμὸς τῆς μνήμης του καὶ συνετέθη ἢ Ἀκολουθία του. Στὶς 17 Ἀπριλίου τοῦ 1641, κατὰ τὴν διάρκεια τῆς ἀνακαινίσεως τοῦ Ναοῦ τῆς Μεταμορφώσεως, ὅπου ὁ Ἅγιος εἶχε ταφῆ, ἀποκαλύφθηκε τὰ ἅγιο Λείψανό του σὲ κατάσταση πλήρους ἀφθαρσίας· ἔκτοτε, ἡ Ἐκκλησία ἑορτάζει τὴν μνήμη του δύο φορές: τὴν ἥμερά της Κοιμήσεώς του, 30ή Αὐγούστου, καὶ τὴν ἡμέρα τῆς ἐπισήμου Διακηρύξεως τῆς Ἁγιότητάς του καὶ τῆς ἀνακομιδῆς τοῦ Ἱεροῦ Λειψάνου του, 17η Ἀπριλίου.

Εἰκόνα: Ὁ Ὃσιος Ἀλέξανδρος τοῦ Σβίρ.

Ὁ   Ἅγιος Ἀλέξανδρος, ὅπως τοῦ ὑποσχέθηκε ἡ Ὑπεραγία Θεοτόκος, ἄφησε πίσω του μεγάλο πλῆθος μαθητῶν, πολλοὶ ἀπὸ τοὺς ὁποίους ἠγίασαν καὶ τιμῶνται μέχρι σήμερα ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία τοῦ Θεοῦ ἐπὶ γῆς ὡς Ἅγιοι.

Ἔκτοτε, τὸ ἀδιάφθορο ἅγιο Λείψανο τοῦ Ἁγίου Ἀλεξάνδρου ἀποτελοῦσε πηγὴ ἁγιασμοῦ, προσκυνήσεως καὶ θεραπείας: οἱ τυφλοὶ ἐλάμβαναν τὸ φῶς τους, οἱ παραλυτικοὶ ἐλάμβαναν τὴν δύναμη τῶν ποδῶν τους, καὶ ὅσοι ἔπασχαν ἀπὸ ὁποιαδήποτε ἀσθένεια, ἐλάμβαναν τὴν πλήρη ἴαση. Οἱ δαίμονες ἔφευγαν ἀπὸ τοὺς δαιμονισμένους καὶ στεῖρες γυναῖκες συνελάμβαναν…..

Θαυμαστὸς εἶναι ὁ Πανάγαθος Θεὸς ἐν τοῖς Ἁγίοις Αὐτοῦ, ὁ Ὁποῖος δόξασε τὸν δούλων Αὐτοῦ σέ αὐτή τὴν ἐφήμερη ζωὴ μὲ θαύματα καὶ σημεῖα, τὰ ὁποῖα ἐγίνοντο διὰ τῶν χειρῶν του. Καὶ μετὰ τὸν θάνατό του ἀκόμη ἀξίωσε νὰ τοποθετηθεῖ τὸ πάντιμο καὶ ἱερὸ Σκήνωμά του στὴν Ἐκκλησία Του, γιὰ νὰ καταυγάζει ἀπὸ ἐκεῖ, ὡς μέγας φάρος, μὲ τὰ πανένδοξα Θαύματά του!…..

Η ΔΕΥΤΕΡΑ ΑΝΑΚΟΜΙΔΗ ΤΟΥ ΙΕΡΟΥ ΛΕΙΨΑΝΟΥ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΥ ΤΟΥ ΖΒΙΡ

Εἰκόνα Το ἀριστερό χέρι ἀπό το ἂφθαρτο λείψανο τοῦ Ὁσίου Ἀλεξάνδρου τοῦ Σβίρ

Τὴν 30ή Ἰουλίου τοῦ 1998, οἱ πιστοί τῆς Ρωσίας ἔσπευσαν κατὰ χιλιάδες νὰ προσκυνήσουν τὸ νεωστὶ ἀνακαλυφθὲν ἱερὸ Λείψανο τοῦ Ἁγίου Ἀλεξάνδρου τοῦ Σβὶρ στὸν Ναὸ τῶν Ἁγίων Σοφίας, Πίστεως, Ἀγάπης καὶ Ἐλπίδος στὴν Ἁγία Πετρούπολη. Μετὰ ἀπουσία περίπου 80 χρόνων, ἕνας ἀπὸ τοὺς πλέον ἀγαπητοὺς Ἁγίους τῆς Θηβαΐδος τοῦ Βορρᾶ ἐπέστρεψε στὸν τόπο τῶν μοναχικῶν του ἀγώνων.

Ὀκτὼ δεκαετίες ἐνωρίτερα, στὶς 5 Ἰανουαρίου τοῦ 1918, οἱ Μπολσεβίκοι κατέλαβαν τὸ μεγαλύτερο τμῆμα τῆς Ρωσικῆς Θηβαΐδος τοῦ Βορρᾶ: τὴν περιοχὴ γύρω ἀπὸ τὸ Ὁλονέτς καὶ τὸ Λοντέϊνογιε Πολιέ.

Τὴν ἀμέσως ἑπομένη ἥμερα οἱ Μπολσεβίκοι ἔκαναν τὴν ἐμφάνισή τους στὸ Μοναστήρι τοῦ Σβὶρ στὴν λειψανοθήκη τοῦ Ἁγίου Ἀλεξάνδρου. Ἕνα τέτοιο ταμεῖο ἁγιότητας ἀποτελοῦσε ἕνα προφανὲς ἐμπόδιο στὸν διάβολο καὶ τὰ ὄργανά του, τὰ ὁποῖα εἶχαν καταλάβει τότε τὴν γῆ τῆς Ρωσίας. Ὅμως, στὴν περίπτωση ἐκείνη ἦταν ἀνεξήγητα ἀνίκανοι νὰ προκαλέσουν κάποια βλάβη στὸ Λείψανο τοῦ Ἁγίου ἢ νὰ τὸ μετακινήσουν. Οἱ Κομμουνιστὲς ἔκαναν ἀκόμη κάποιες ἀπόπειρες καὶ μόνον στὴν ἕκτη τους προσπάθεια, στὶς 20 Δεκεμβρίου τοῦ ἴδιου ἔτους (1918), κατόρθωσαν νὰ μετακινήσουν τὸ ἀδιάφθορο Λείψανο τοῦ Ἁγίου Ἀλεξάνδρου. Τοῦτο ἐγκαινίασε τὴν θλιβερὴ «ἐκστρατεία κατασχέσεως τῶν λειψάνων», ἡ ὁποία συνεχίσθηκε ἀπὸ τὸ 1919 ὡς τὸ 1922, ὁπότε τὰ Λείψανα 63 Ρώσων Ἁγίων ἐκλάπησαν, ὑπεβλήθησαν σὲ «ἐπιστημονικὲς ἐξετάσεις», παρουσιάσθηκαν ὡς «μούμιες», ἢ ἀκόμη καὶ ὡς «κίβδηλα», σὲ ἀντιθρησκευτικὰ μουσεῖα ἢ κατεστράφησαν.

Κατὰ τὴν περίοδο αὐτήν, ὁλόκληρη ἡ βόρεια περιοχὴ τῆς Ρωσίας μετεβλήθη σὲ ἕνα ἀπέραντο στρατόπεδο συγκεντρώσεως. Ἡ  Θηβαΐδα τοῦ Βορρᾶ βεβηλώθηκε καὶ μολύνθηκε, ἀλλὰ ταυτοχρόνως καὶ ἁγιάστηκε, γινομένη ἕνας Γολγοθὰς ἀπὸ τοὺς πολλοὺς στὴν Ρωσία.

Ἡ  Μονὴ τοῦ Ἁγίου Ἀλεξάνδρου τοῦ Σβὶρ δοκίμασε τὴν ἴδια μοίρα τῶν πολλῶν Μοναστηριῶν τῆς περιοχῆς: ἔγινε στρατόπεδο συγκεντρώσεως, γνωστὸ ὡς «Σβίρλαγκ» («Στρατόπεδο τοῦ Σβίρ»).

Ἀργότερα, ἔγινε διαδοχικὰ οἶκος ἀναπήρων πολέμου, οἶκος παιδιῶν, τεχνικὴ σχολὴ καὶ στρατόπεδο. Τελικά, τὸ τμῆμα τῆς Ἁγίας Τριάδος τῆς Μονῆς μετατράπηκε σὲ ψυχιατρικὸ ἄσυλο, ἕνα μέρος τοῦ ὁποίου παραμένει τέτοιο μέχρι σήμερα.

Ἡ Μονὴ ὑπέστη ἄσχημες φθορὲς μὲ τὴν πάροδο τῶν χρόνων.

Ὅμως, ὁ Θεὸς δὲν ἐπέτρεψε νὰ χαθεῖ τὸ Λείψανο τοῦ Ἁγίου Ἀλεξάνδρου. Μετὰ τὴν κατάσχεσή του ἀπὸ τοὺς Μπολσεβίκους, πρῶτα ἐφέρθη στὸ Λοντέϊνογιε Πολιέ. Ἡ  τοπικὴ ἐπιτροπὴ τῶν Τσεκιστῶν ζήτησε νὰ γίνει μία ἔρευνα γιὰ τὴν αὐθεντικότητα τοῦ Λειψάνου.

 Ἐξετάσθηκε ἀπὸ Σοβιετικοὺς ἐπιστήμονες μὲ τὴν ἐλπίδα ἀποδείξεως ὅτι ἦταν κίβδηλο – μία ἀπάτη τῆς Ἐκκλησίας γιὰ τὴν ἀποβλάκωση τῶν πιστῶν. Ὅμως, πρὸς ἀμηχανία τῶν Μπολσεβίκων, τὰ ἀποτελέσματά τους ἐπιβεβαίωσαν ὅσα εἶχαν καταγραφεῖ κατὰ τὴν πρώτη ἀνακάλυψη τοῦ Λειψάνου τοῦ Ἁγίου το 1641· ὅτι δηλαδὴ ἐπρόκειτο πράγματι περὶ τοῦ Ἁγίου Ἀλεξάνδρου καὶ ὅτι τὸ σῶμα του ἦταν, σὲ ἐκπληκτικὸ βαθμό, ἀδιάφθορο. Τὸ δέρμα του ἦταν λευκὸ καὶ ἐλαστικό. Τὰ χαρακτηριστικά τοῦ προσώπου του ἤσαν καθαρὰ διακρινόμενα καὶ ἔφεραν μία ἐντυπωσιακὴ ὁμοιότητα μὲ τὶς εἰκόνες τοῦ Ἁγίου, οἱ ὁποῖες ἁγιογραφήθηκαν μεταξύ τοῦ 16ου καὶ τοῦ 18ου αἰῶνος.

Ἕνας ἀκαδημαϊκός, ὁ Πέτρος Πέτροβιτς Ποκρύσκιν, δὲν φοβήθηκε σὲ ἐκείνη τὴν ἐποχὴ τῶν διωγμῶν νὰ γράψει μία θαρραλέα ἀπάντηση στὴν αἴτηση τῶν Τσεκιστῶν: «Ἀναγνωρίζοντας ὅτι τὸ Λείψανο τοῦ Ἁγίου Ἀλεξάνδρου τοῦ Σβὶρ ἀποτελεῖ ἀναμφισβήτητα ἱστορικὸ γεγονός, ἡ θέση τοῦ ὁποίου πρέπει νὰ εἶναι σὲ μία ἐκκλησία, ζητοῦμε νὰ ληφθοῦν μέτρα γιὰ τὴν διαφύλαξη Αὐτοῦ τοῦ ἐθνικοῦ ἱστορικοῦ θησαυροῦ».

Εἰκόνα ἡ λειψανοθήκη με το ἂφθαρτο λείψανο τοῦ Ὁσίου ΆλεξάνδρουΣβίρ.

Ἀπὸ τὸ Λοντέϊνογιε Πολιὲ τὸ Λείψανο ἐφέρθη στὴν Ἁγία Πετρούπολη (τότε Πέτρογκραντ). Τὴν ἐποχὴ ἐκείνη ἦλθε ἐντολὴ ἀπὸ τὸ Κομμισαριάτο τῆς Δικαιοσύνης νὰ τοποθετηθοῦν ὅλα τά Λείψανα σὲ μουσεῖα. Τὸ Λείψανο τοῦ Ἁγίου Ἀλεξάνδρου ἐφέρθη στὸ ἀνατομικὸ μουσεῖο τῆς πόλεως, τὸ ὁποῖο στεγαζόταν στὴν Στρατιωτικὴ Ἰατρικὴ Ἀκαδημία. Ἐκεῖ το Λείψανο ἐξετέθη ὡς ἔκθεμα, ἀλλὰ ἔμεινε χωρὶς ἐγγραφὴ – μία προφανὴς προσπάθεια ἀπὸ τοὺς ὑπαλλήλους τοῦ μουσείου νὰ ἀποκρυφθῆ. Ταυτόχρονα, ἔγιναν ἀπόπειρες νὰ ἐπιδειχθοῦν ψεύτικα λείψανα τοῦ Ἁγίου στὸ κοινό, τὰ ὅποια δὲν ὁμοίαζαν στὴν ἱστορική του περιγραφή, ὡς μέρος σχεδίου τῶν Κομμουνιστῶν νὰ πλήξουν τὴν Ἐκκλησία, άλλά αὐτὲς οἱ ἀπόπειρες ἀπέτυχαν. Χάρις σὲ ἕναν ἀπὸ τοὺς ἐπιστήμονες, τὸν Β. Ν. Τόνκοβ, ὁ ὁποῖος δὲν ἦταν «στρατευμένος ἀθεϊστὴς» ὅπως οἱ συνάδελφοί του, τὸ Λείψανο παρέμεινε στὴν Στρατιωτικὴ Ἰατρικὴ Ἀκαδημία τῆς Ἁγίας Πετρουπόλεως, ἐξορισμένο στὴν λήθη. Ἐκεῖ ἔμεινε γιὰ περίπου ὀκτὼ δεκαετίες, σὲ ἀναμονὴ τῆς στιγμῆς, κατὰ τὴν ὁποία, Θεία Προνοία, θὰ ἐπέστρεφε στοὺς πιστούς.

Στὶς 14 Ἰουνίου 1997, περίπου ἕξι χρόνια μετὰ τὴν κατάρρευση τοῦ κομμουνιστικοῦ ὁλοκληρωτισμοῦ στὴν Ρωσία, τὸ τμῆμα τῆς Θείας Μεταμορφώσεως τῆς Μονῆς τοῦ Ἁγίου Ἀλεξάνδρου τοῦ Σβὶρ ἐπεστράφη ὁλόκληρο στὴν Ἐκκλησία. Τὸ τμῆμα τῆς Ἁγίας Τριάδος, τὸ ὁποῖο ἀπέχει ἕνα τρίτο μιλίου ἀπὸ τὸ ἕτερο τμῆμα, ἐπεστράφη μερικῶς στὴν Ἐκκλησία στὶς 22 Σεπτεμβρίου 1998.

Ἡ  ἔρευνα γιὰ τὸν Ἅγιο Ἀλέξανδρο ἄρχισε τὸ 1997, μὲ τὴν εὐλογία τοῦ Μητροπολίτου τῆς Ἁγίας Πετρουπολέως Βλαδίμηρου. Τὰ περισσότερα ντοκουμέντα ἀπὸ τὴν σοβιετικὴ περίοδο εἴτε ἐχάθησαν εἴτε κατεστράφησαν, ὅμως οἱ προσευχητικὲς ἐρευνητικὲς προσπάθειες τῶν Ἀδελφῶν τῆς Γυναικείας Μονῆς τῆς Ἁγίας Σκέπης Τερβενίτσι, ὑπὸ τὴν καθοδήγηση τοῦ πνευματικοῦ τους Πατρός, τοῦ Ἡγουμένου Λουκιανοῦ (Κουτσένκο), Προϊσταμένου τώρα τῆς Μονῆς τοῦ Ἁγίου Ἀλεξάνδρου Σβίρ, ἀνταμείφθηκαν τελικά. Τὸν Δεκέμβριο Αὐτοῦ του ἔτους (1997) τὸ Λείψανο τοῦ Ἁγίου εὑρέθη! Ὅταν αὐτὸ ἐξετάσθηκε, ἦταν ἀκριβῶς ἐφάμιλλο πρὸς τὴν ἀρχικὴ περιγραφὴ τῆς πρώτης ἀνακομιδῆς τοῦ Λειψάνου τοῦ 1641. Ἦταν τὸ ἴδιο ἀδιάφθορο ὅσο καὶ πρὶν ἀπὸ τὴν κατάσχεσή του. Σύμφωνα μὲ ἀνθρωπολόγους καὶ ἐθνολόγους εἰδικούς, τὸ Λείψανο ἄνηκε σὲ ἄνδρα τῆς φυλῆς τῶν Βὲπ-μιᾶς πολὺ μικρῆς ὁμάδος Φινλανδικῆς καταγωγῆς, ἡ ὁποία κατοικοῦσε στὴν περιοχὴ ὅπου ὁ Ἅγιος Ἀλέξανδρος γεννήθηκε καὶ ὅπου ἀργότερα ἔκτισε τὴν Μονή του.

Τελικά, μετὰ τὴν ἐκτός πάσης ἀμφιβολίας ἀπόδειξη τῆς ταυτότητος τοῦ Ἁγίου, ὁ Μητροπολίτης Βλαδίμηρος ἔδωσε τὴν εὐλογία του, ὥστε τὸ πλῆρες Θείας Χάριτος Λείψανο νὰ μεταφερθεῖ στὸν Ναὸ τῶν Ἁγίων Μαρτύρων Σοφίας, Πίστεως, Ἐλπίδος καὶ Ἀγάπης γιὰ τέσσερις μῆνες, προκειμένου νὰ τεθεῖ σὲ δημόσια προσκύνηση πρὸ τῆς ἐπιστροφῆς του στὴν Μονὴ τοῦ Ἁγίου. Πρὶν ἀπὸ τὴν μεταφορὰ τοῦ Λειψάνου στὸν Ναό, ἐτελέσθη μία δέηση στὴν αἴθουσα ἐξετάσεων τῆς Ἰατρικῆς Ἀκαδημίας.

Πρὸς ἔκπληξη καὶ πνευματικὴ ἀγαλλίαση τῶν παρόντων, τὰ χέρια καὶ τὰ πόδια τοῦ Ἁγίου ἄρχισαν νὰ ἀναβλύζουν σταγόνες εὐώδους μύρου, σὰν ὁ Ἅγιος νὰ ἔλεγε: «Ναίσς ἀκούω· ἐγὼ εμαι»! Αὐτὴ ἡ ἔκχυση Χάριτος συνεχίσθηκε καὶ ὅταν τὸ Λείψανο μετεφέρθη στὸν Ναό.

Ἡ  ροὴ τοῦ εὐώδους μύρου ἦταν τόσο ἰσχυρή, ὥστε πετοῦσαν  μέλισσες κοντά στα πόδια τοῦ Ἁγίου.

Εἰκόνα Τα κάτω ἂκρα τοῦ ἂφθαρτου λειψάνου τοῦ Ὁσίου Ἀλεξάνδρου τοῦ Σβίρ.

Ὁ   Κληρικὸς Ἀλέξιος Γιανγκ (τώρα Ἱερομόναχος Ἀμβρόσιος) ἦταν στὴν Ἁγία Πετρούπολη ὅταν τὸ Λείψανο εὑρέθη. Περιγράφων τὴν ἐμπειρία τῆς προσκυνήσεώς του, γράφει αὐτὸς ὁ ἀμερικανὸς προσκυνητής: «Μὲ ἔκπληξη εἶδα, ὅτι ὁ Ἅγιος δὲν ἦταν μόνον ἀδιάφθορος, ἀλλὰ τὸ δέρμα του δὲν εἶχε καθόλου σκουρύνει ἀπὸ τὴν πάροδο πέντε περίπου αἰώνων ἦταν τόσο λευκὸ ὅσο κάποιου ποὺ ζεῖ σήμερα. Ἀσπαζόμενος τὰ ἀκάλυπτα πόδια του, μποροῦσα νὰ ἰδῶ τὸν σχηματισμὸ τοῦ θαυματουργοῦ μύρου, σὰν σταγόνες πλουσίου μέλιτος, μεταξύ τῶν δακτύλων».

Εἰκόνες τοῦ Ἁγίου, οἱ ὅποιες εὐλογήθηκαν στὴν λειψανοθήκη, ἄρχισαν ὁμοίως νὰ ἀναδίδουν εἴτε μύρο εἴτε εὐωδία. Ὁ Δόκιμος Ἀλέξανδρος τῆς Μονῆς τοῦ Ἁγίου Ἀλεξάνδρου τοῦ Σβὶρ στεκόταν συνεχῶς στὴν λειψανοθήκη, παρατηρώντας ὄχι μόνον τὴν ποσότητα τοῦ ρέοντος μύρου, ἄλλα καὶ τὶς θαυματουργικὲς θεραπεῖες, οἱ ὁποῖες ἐλάμβαναν χώρα ἐκεῖ. Θεραπεύθηκαν ἄνθρωποι μὲ πολλὲς ἀσθένειες: παραλυτικοί, καρκινοπαθεῖς, πάσχοντες ἀπὸ δερματικὲς παθήσεις ἢ παθήσεις τῶν ὀστῶν καὶ δαιμονισμένοι. Μετὰ τὴν μεταφορὰ τοῦ Λειψάνου στὴν Μονὴ τοῦ Ἁγίου Ἀλεξάνδρου τοῦ Σβὶρ τὸν Νοέμβριο τοῦ 1998, οἱ θεραπεῖες συνέχισαν νὰ συμβαίνουν ἐνώπιόν του. Ἡ  ροὴ τοῦ μύρου ἐπίσης συνεχίσθηκε ἀπαραμείωτα. Παρατηρήθηκε, ὅτι αὐτὸ τὸ θαῦμα αὐξάνει σὲ ἔνταση ὅταν καταφθάνουν στὴν Μονὴ ὁμάδες ἀνθρώπων, στὶς ὁποῖες δὲν συμπεριλαμβάνονται μόνον πιστοί, ἀλλά καὶ ἀμφισβητίες ἐπίσης. Μέχρι καὶ σήμερα ἡ Μονὴ καταγράφει τὰ θαύματα, τὰ ὁποῖα τελοῦνται στὸ Λείψανο τοῦ Ἁγίου τοῦ Θεοῦ.

Ὃσιε τοῦ Θεοῦ πρέσβευε ὑπέρ ἡμῶν.

ΠΗΓΕΣ: http://dosambr.wordpress.com  καιhttp://ahdoni.blogspot.com/2010/06/blog-post_23.htmlΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ ΓΙΑ ΤΟΝ ΑΓΙΟ ΑΛΕΞΑΝΔΡΟ ΒΛΕΠΕ:http://www.synodinresistance.org/Theology_el/3d5033AlexandreSvir.pdf 

Αφήστε μια απάντηση