Τεμών διαμπάξ…την αδέκαρη δεκάρα

Τα παλιότερα χρόνια με το πλησίασμα των Χριστουγέννων ο Σ. έκανε πάντα  μακρόσυρτες βουτιές στις χάρες των αγορών και στις χαρές του κόσμου .Ήταν μια  συνήθεια κατά το κοσμικό πνεύμα που επικρατούσε ,οι περιστάσεις το υπαγόρευαν και  το αξίωναν οι κοινωνικές υποχρεώσεις .Η συνήθεια ωστόσο χρόνο με το χρόνο βάραινε  στη διάθεση .Η βουτιά στην εθιμοτυπία αποκτούσε χρονική διάρκεια .Καθώς οι αγορές  των αγαθών ασφυκτιούσαν όλο τον υπόλοιπο χρόνο ,οι γιορτές ήταν μια χρυσή ευκαιρία γι’αυτές , να ανακτήσουν κάποια οικονομική ανάδοση με τον ιδεώδη και περιβεβλημένο  την στολή του Σάντα Κλάους καταναλωτισμό. Όσο περισσότερο τα γιορτινά γιορντάνια 

κοσμούσαν βιτρίνες ,δρόμους και πλατείες ,άλλο τόσο κρατούσαν οι εσπερίδες ,τα  κοσμικά γκαλά και τα ρεβεγιόν .Τα Χριστούγεννα κι οι άλλες γιορτές της περιόδου  αυτής, είχαν γίνει τα σύγχρονα Ανθεστήρια ,με οινοχόες να χέουν άφθονο και  τερψιλαρίγγιο οίνο στις παρέες των ευωχουμένων .Ο Σ. είχε περάσει παλιά από πολλά  διασκεδαστήρια και παρωρίτης επέστρεφε στο σπίτι τέτοιες μέρες ,με σκέδαση στο νου  και τρέκλισμα στα πόδια. Περνώντας τα χρόνια η συνήθεια της εορτολαγνείας ξέφτισε.  Οι χυμοί της τρυφής στέρεψαν .Τα λαμπιόνια θάμπωσαν .Όλα τούτα εξέπεμπαν το  λάμπος τους σαν τον φάρο περιοδικά .Κάθε επόμενο τέρμινο το καράβι ξεμάκραινε και η έλλαμψη προς αυτό ολοένα και γινόταν ασθενικότερη .Μέχρι που κάποια στιγμή έσβησε  ολότελα ,μαζί με το ενδιαφέρον του . 

Φέτος την παραμονή των Χριστουγέννων ,στα παιδιά που του χτύπησαν την πόρτα για  τα καθιερωμένα κάλαντα ,αφού τα άκουσε γελαστός και τα χαρτζιλίκωσε αδρά ,ζήτησε  κατόπιν από αυτά να τον ακούσουν να απαγγέλει :*Κι αν δεν μπορείς να κάμεις την ζωή  σου όπως την θέλεις, /τούτο προσπάθησε τουλάχιστον /όσο μπορείς ,μην την εξευτελίζεις/  μες στην πολλή συνάφεια του κόσμου, /μες στες πολλές κινήσεις κι ομιλίες. /Μην την  εξευτελίζεις πηγαίνοντάς την, /γυρίζοντας συχνά κ’ εκθέτοντάς την /στων σχέσεων και  των συναναστροφών /την καθημερινήν ανοησία, /ως που να γίνει σα μια ξένη φορτική .Έτσι  καλάντιζε ο ίδιος και συγχρόνως πίστευε πως έδιδε μια παρακαταθήκη στους μικρούς  ακροατές του ,προκειμένου να εκτρέψουν τη πορεία τους απέναντι στον πειθαναγκασμό  των φραμπαλάδων .Η σκηνή ήταν χαριτωμένη ειδικά όταν κάποια μικρότερα παιδιά τον  ρώτησαν αν έπρεπε να του δώσουν φιλοδώρημα για τα δικά του κάλαντα.  

Τώρα πια ήταν βέβαιος γι’αυτό που του συνέβαινε .Βαθμιαία με την πάροδο του χρόνου απέκτησε την αίσθηση ότι είχε προσδώσει κύρος σε βιωματικά στιγμιότυπα ,χωρίς την  αξιοσύνη αυτά να κατέχουν για μεγάλα στης μνήμης βεληνεκή .Τώρα τα αντιμετώπιζε  ως ευτελή τσίτια του χρόνου .Κι ο χρόνος τα ξέβρασε σαν σκελετούς σ’ερημικές κι  αχαρτογράφητες ακτές ,σαν να μην τα έζησε ποτέ .Κουβαλούσαν όμως πάνω τους όλο  το πλέγμα της αιτιώδους συνάφειας που είχαν παράξει .Ένα εσωτερικό κενό τον  ακολουθούσε .Κατά παράδοξο τρόπο αυτό συμπορευόταν και με την ευχή του συρμού :  «Καλές γιορτές». Σαν να αντιλαλούσε στον απόηχό της ,το στάλαγμα κάθε αδέκαρου, 

όπως το αποκαλούσε ,γλεντοκοπήματος της περιόδου αυτής .Κάποια φορά ,μικρός όταν  ήταν ,είχε βρεί στο δρόμο μια δεκάρα από αυτές που ακόμη κυκλοφορούσαν σαν  νομισματικές υποδιαιρέσεις της δραχμής ,χωρίς ιδιαίτερη αξία .Με κομπασμό την είχε 

δείξει στην μητέρα του θαρρώντας πως κρατούσε θησαυρό. Εκείνη χωρίς να τον  αποπάρει και για να μην του στερήσει τον ενθουσιασμό του θησαυροφύλακα ,του  αντιγύρισε τη σιβυλλική φράση «αδέκαρη δεκάρα» .Κατάλαβε λίγο αργότερα το νόημα  της φράσεως ,όταν διεπίστωσε με απογοήτευση ότι δεν μπορούσε με την δεκάρα 

ν’αγοράσει το αγαπημένο του μικρό ζαχαρωτό . 

Μαζί με την αδιαφορία του για τα γιορτινά πανηγύρια ,ένας κόσμος ολόκληρος είχε  γκρεμιστεί .΄Αφηνε πίσω του τα αδέκαρα βιώματα και μια ανειρήνευτη βία τον κυρίευε  ολοένα ,αποζητώντας έναν άλλο κόσμο ,πιο μεστωμένο ,να γεννηθεί . 

Τα Χριστούγεννα ανακράζουν μια γέννηση .Λίγοι τη ζυγώνουν με ζήλο μαζί με τους  δραμόντες προς αυτήν ποιμένες και μάγους της Ανατολής. Ο χρόνος την βοά δρομαίος  ανά τους αιώνες και την συμπάει σαν την φωτιά στις ψυχές των μικρών και ταπεινών .Κι  αν η φωτιά θεριέψει μέσα τους ,τότε κι ο χρόνος παγώνει εκστατικά καμπυλωμένος κι  άπαντες γονυκλινείς ,εκεί ενώπιον της φάτνης συνυπάρχουν ανταμωμένοι .Τότε ως  διάκοσμος φωτεινός γι’αυτούς δεν λογαριάζεται το φως από τα λαμπιόνια των δήμων,  αλλά ο θεοδρόμος αστέρας .Μουσική δεν λογίζεται το παιάνισμα των φιλαρμονικών,  αλλά η υμνωδία των αγγέλων . 

Όλα τούτα τα είχε ακούσει από μικρός στην ηλικία .Αναζωπυρώθηκαν όμως ξανά μέσα  του όταν η κενότητα τον έκανε να ασφυκτιά .Η ψυχή του ασπαίρουσα ζητούσε οξυγόνο  κι ο νους δεν της το πρόσφερε .Η πίστη ,τού φαινόταν δυσκατάποτη ,ακόμη κι αν όλα πια  γύρω του τα φυσικά ακριτομυθούσαν κάποια προς στις ανθρώπινες αισθήσεις ,Θεού  συμπήκνωση .’Ενας γέροντας στον Άθωνα ,του υπέδειξε να εκφέρει εκφώνως ή μυστικά την ευχή :«Χριστέ μου ,βόηθα με να σε γνωρίσω καλύτερα ,να σ’αγαπήσω περισσότερο,  να σε λατρέψω αληθινά».Αποτελούσε τη βακτηρία του στο νέο στάδιο που ξανοιγόταν  μπροστά του. 

Στο μυστήριο του χρόνου ,που ανέκαθεν τον βασάνιζε ,κάνοντας μια διεισδυτικότερη ενατένιση ,διεπίστωσε πως συγκυριακά στις χριστουγεννιάτικες περιόδους ,τού είχαν  συμβεί γεγονότα των οποίων ο αντίκτυπος έκρουε και την θύρα της εσωτερικής του  αληθείας . 

«Θυμάμαι το θέατρο σκιών που έστησα μικρός κάποια παραμονή Χριστουγέννων για  τους φίλους μου ,έχοντας ρίξει για μπερντέ ένα σεντόνι μπροστά από το τραπέζι της  κουζίνας .Και γω κάτω απ’αυτό με το κερί δίπλα μου να φωτίζει ,χειριζόμουν τις  φιγούρες ,που μου είχαν προσφέρει σαν δώρο οι γονείς μου ,όσο πιο επιδέξια μπορούσα. 

Στο τέλος ιαχές και χειροκροτήματα γέμισαν τον αέρα .»Η θύμησή του αυτή ,ανέσυρε  για πρώτη φορά μια άδηλη στα γεγονότα διαπίστωση ,πως τότε ήταν ακριβώς που  συντελέστηκε η παρθενική του αυθεντική συνάντηση με τους άλλους .Γέφυρα στο  πηγαιμό προς αυτήν, έγινε η μαγευτική ευλυγισία των σκιών .«Η συνάντηση  ανθρώπων» σκέφτηκε επεκτείνοντας τη διαπίστωση, «βρίσκεται υπό την σκιά της  αληθείας της .Εκεί τελεσιουργείται το μυστήριό της κι αναγεννώνται οι μέτοχοί του.  Αρκεί οι ψυχές τους ,ψιχία να κατέχουν από του μικρού παιδιού την αθωότητα.Αυτό  αδέκαρη δεκάρα δεν είναι .» 

«Θυμάμαι λίγα χρόνια αργότερα ,πάλι κοντά στα Χριστούγεννα ,ακόμη παιδί ήμουν,  όταν πληροφορήθηκα τον ξαφνικό θάνατο του φίλου μου Π. Το φαινόμενο του θανάτου  δεν μου ήταν τότε απόλυτα ξεκαθαρισμένο .Η εικόνα του οριστικού αποχωρισμού με  κάποιο πρόσωπο που φεύγει ,αποτελούσε ήδη μέσα μου μια πρόδρομη μορφή θανάτου. 

΄Ομως η ίδια εικόνα ενέπλεκε και τον μετανάστη-ταξιδευτή σε άλλες χώρες ,που δεν  γυρνά ποτέ. Τώρα όμως είχα μπροστά μου ένα σώμα οικείου μου ανθρώπου ,που  ακινητούσε μεταλλικά παγωμένο .Ο θάνατος εισχώρησε βίαια στην αντίληψή μου με  την αίσθηση της αφύσικης υποθερμίας ,μιας παγωνιάς που κατέκλυζε και την ψυχή, 

νύσσοντάς την ακατάπαυστα μέχρι της αναλύσεώς της σε λυγμούς .Φθορά,  προσωρινότητα ,πόνος .Βαρύ ήταν το μείγμα για τις αντοχές ενός μικρού παιδιού .Και  καθώς αναπόφευκτα γινόταν η συνταύτισή μου με τον νεκρό, αναδυόταν με απτό τρόπο  η πραγματικότητα της κοινής μας μοίρας ,που λαχνίζει τυφλά για τον επόμενο εις  θάνατον δαπανώμενο.» Κι όμως τώρα πια ,ο Σ. ενθυμούμενος την σκηνή της μεταφοράς  του νεκρού Π. ,εξορύσσει μια κρύφια πτυχή των φαινομένων της . «Το ξύλινο κιβούρι του  Π. στην κιβωτό του Νώε παραλλάσσει ,παραδέρνοντας μέσα στην πλημμύρα των  δακρύων και στους κοπετούς .Στο δικό της Αραράτ όμως θ’αγκιστρωθεί και νέο κόσμο  θ’αντικρύσει. **Εγώ ειμί η ανάστασις και η ζωή .Ο πιστεύων εις εμέ καν αποθάνη, ζήσεται.  Ο θάνατος είναι το μπουγάζι προς την αθανασία ***… εάν εν τη κυμαινομένη θαλάσση και  τω κλείδωνι των πειρασμών του βίου ο άνθρωπος ευρίσκει λιμένα εύδιον ,ευρίσκει αυτόν  δια της πυξίδος της αθανασίας ,εν η το άκρον αγαθόν.Το άκρον αγαθόν είναι ο πολικός  αστήρ προς ον πας ναυτίλος ατενίζει μετά στοργής και ελπίδος διαπλέων το του βιου  πολυκύμαντον πέλαγος.Το άκρον αγαθόν είναι ο πόθος παντός βροτού ,όστις αισθάνεται  ότι επλάσθη ίνα ευδαιμονή . Κι αυτό αδέκαρη δεκάρα δεν είναι .» 

«Αρκετά χρόνια αργότερα ,μεταξύ Χριστουγέννων και Πρωτοχρονιάς θαρρώ πως ήταν  πάλι ,όταν η συντυχία της διαδρομής μου με αυτήν της κατοπινής μου συζύγου ρύθμισε  έτσι τους καρδιακούς μου παλμούς ,ώστε να χτυπούν έξω από τα μέτρα .Ο θαυμαστός  κόσμος του ελκυσμού ενός άνδρα με μια γυναίκα εισήλθε ραγδαία ,κατακλύζοντας με  χυμούς εκστατικούς όλες τις μέχρι τότε άγνωστες στοές της υπάρξεως .Η αναβίβαση  προς την πληρότητα του ανδρογύνου ήταν πορεία φρενήρης ,αλλά και αζιμουθιακή.  Έθραυε τα κελύφη των μοναδικοτήτων και τις συνέφυρε σε μια εκκολαπτόμενη ερωτική  δυαδικότητα με θείο προορισμό».Θυμήθηκε κάποιες καταγραφές συναισθημάτων  εκείνης της περιόδου ,που είχε καταχωρήσει σ’ένα τετράδιο .Έψαξε στα παλιά του  κιτάπια και το βρήκε .Είχε γράψει ανάμεσα σε άλλα, με την καθάρια της νιότης του  γλώσσα : …εκοίταξες τα μάτια μου βαθειά σπινθιροβόλα /και κεραυνός τοξεύτηκε με το  γλυκό σου βλέμμα /ήταν το μελιστάλακτο της κόγχης τους ποτήρι /ήταν κι αυτό το  λίκνισμα της χρυσαφιάς σου κόμης /ήταν και κείνο το κορμί ,νύμφης νεράιδας  ξόμπλι…Δεν δίνω να μ’ευχαριστήσεις /ούτε αγαπώ ν’αγαπηθώ /πριν να σκεφτώ να  λογαριάσω /αίμ’άλικο δικό σου να γενώ…. Ένα χαμόγελο πρόβαλλε στο πρόσωπό του  και μονολόγησε: «Ο χορός θελγήτρων της νιότης ,κραδαίνει την αρπάγη για ονείρου  αγάπης ,αρπαγή .Και τούτο αδέκαρη δεκάρα δεν είναι». 

«Λίγα χρόνια μετά ,πάλι περί τα Χριστούγεννα ,γεννήθηκε ο γιός μου .Θυμάμαι το μικρό  του πρόσωπο να περκάζει από την πίεση του τοκετού και τον λεπτό του θώρακα  ν’ανεβοκατεβαίνει γοργά εισπράτοντας τις πρώτες ανασαιμιές από τούτο το κόσμο .Και 

μαζί του κοντανάσαινα και γω κι οιστρηλατούσα παραλογιζόμενος .Αντικρύζοντας αυτή  τη νέα φύτρα ,ένοιωσα την απερινόητη εξύψωση του ανθρώπου προς την τάξη του κατά  χάριν συνδημιουργού ζωής .Εισέπραξα την προικοδότηση του Θείου Δημιουργού προς το  πλάσμα Του ,σε υπερουράνια έκταση .Τούτο σίγουρα δεν ήταν αδέκαρη δεκάρα». 

Ήταν αχάραγα ,πρωί των Χριστουγέννων .Είχε φύγει νωρίτερα ,χωρίς να περιμένει τους  άλλους στο σπίτι ,για να προλάβει τον όρθρο .Οι θύμησές του όλες γύρω από τα  Χριστούγεννα ,τον συνείχαν άλλοτε νοσταλγικά κι άλλοτε με πνεύμα μαθητείας στα  κρύφια κι εσχάτως αποκαλυφθέντα σ’αυτόν νοήματα .Η πνευματική του αλλαγή  τροχιοδρομούσε στον διάδρομο αυτών και πολλών ακόμη αποκαλύψεων .Απουσίαζε όμως η άντωση της πτήσεως , στην πορεία από τη γη στον ουρανό .΄Ο,τι το παρελθόν του  απεκάλυπτε ,ήταν αρετουσάριστες στιγμιοτυπίες του διηγηματικού λόγου .Γραμμικές  ιστορικές αναφορές διδακτικού και εμπνευστικού περιεχομένου .Σίγουρα κάτι  περισσότερο θα τον ανέσυρε πάνω από τα διαδοχικά χνάρια που άφηνε στην γη η  χρονικότητα .Ο Σ. έφερε στο νου του ένα κάδρο που περιείχε την κλίμακα των ηλικιών  του ανθρώπου ,από παιδί έως και τα βαθειά του γεράματα .Με μια ματιά στην εικόνα  κωδικοποιούσε ολόκληρη την διαδρομή .«Συμποσούνται άραγε όλες οι δια των βιωμάτων  αποκαλύψεις ,σ’ένα εκφαντορικό κι άπειρης μεστότητας στίγμα ;»,αναρωτήθηκε. 

Ήταν ήδη προ των θυρών του ναού .Καθώς εισερχόταν ,είχε αρχίσει να ψάλλεται ο  ιαμβικός ύμνος :****Απηνές έχθος ,το προς αυτόν Δεσπότης τεμών διαμπάξ ,σαρκός εν  παρουσία κρατούντος ,ώλεσεν ψυχοφθόρον ,κόσμον συνάπτων ταις αϋλαις ουσίαις, τιθείς  προσηνή τον Τεκόντα τη κτίσει .«Αυτό κι αν δεν είναι αδέκαρη δεκάρα» σκέφτηκε ,«είναι η  άντωση για τις υψηλές πτήσεις».  

*Όσο μπορείς ,Κ.Καβάφης 

**Ιωαν.11,26 

***Μελέτη περί της αθανασίας της ψυχής ,Αγίου Νεκταρίου  

**** Από τον όρθρο των Χριστουγέννων 

Ερμηνευτική απόδοση :Ο Δεσπότης (Χριστός) με την σαρκική Του παρουσία ,αφού έκοψε  απ’άκρη σ’άκρη την άσπονδη έχθρα των ανθρώπων προς Αυτόν ,συνέτριψε τον  ψυχοφθόρο (διάβολο).Τον κόσμο συμφιλίωσε με τις άυλες ουσίες και τον Θεό κάνοντας  προσηνή προς την κτίση .

Αφήστε μια απάντηση