Άι Τασία σκώσου. Σκώσου να λουστείς, να παστρευτείς. Σάββατο σήμερα κι αύριο έχει εκκλησιά. Να πάρεις και τ’ αντίδωρο.
Άι σκώσου,και βγάλε το σκέπασμα να πάρει λίγο αέρα.
Κόντευε τα εβδομήντα η Τασία.
Σηκώθηκε, πήρε το φουστάνι της, το φόρεσε, έπιασε τις κοτσίδες της, τις έφερε μια γύρα στο κεφάλι, έβαλε την ξύλινη φουρκέτα να τις πιάσει κι έτοιμη.
Ο Σωτήρης την είχε φέρει από το παζάρι ετούτη την φουρκέτα. Να πιάνεις τα μαλλιά σου Τασία μου της είχε πει, να μην σε παιδεύουν που πέφτουν και νευριάζεις.
Έριξε το σκέπασμά της στη θημωνιά να πάρει αέρα. Της είχαν κοπεί τα σχοινιά που άπλωνε τα σκουτιά της, και τ’ άπλωσε στα ξύλα. Αέρα να πάρει, κι ας είναι και κει.
Παράγγειλε κείνη με τον ταχυδρόμο που έρχεται κάθε μήνα να της φέρει μια χοντρή τριχιά. Θα την δέσει σφιχτά στα καδρόνια που κρατάνε το χαγιάτι να κάνει την δουλειά της.
Εμ, δεν είναι κατάσταση ετούτη. Μια βελέντζα να ρίξεις στο σχοινί
και σπάει λες κι είναι ψεύτικο.
Κι όχι τίποτα άλλο, μόνο πέφτει κι η βελέντζα στο σιάδι. Και στο’ λεγα Σωτήρη μου. Δέσε μια τριχιά κάτω από το χαγιάτι, αλλά εσύ τίποτα. Δεν θέλω να διαβαίνω και να με χτυπάν τα σκουτιά στα μούτρα έλεγες. Λες και σου’ πα εγώ να διαβαίνεις από κει που θα’ ναι αυτά απλωμένα.
Ξεροκέφαλος μια ζωή ήσουν. Και πότε μ’ άκουσες; Ποτέ. Αχ, μωρέ Σωτήρη μου. Στα δύσκολα όμως, ερχόσουνα καθόσουν πλάι μου, και γύρευες την γνώμη μου και τούτο μέτραγε, κι ας μην μ’ άκουγες σε μικροπράγματα.
Σάββατο σήμερα και θα πάει να του καθαρίσει κι αυτουνού το μνήμα του. Κάθε μέρα πάει και του κουβεντιάζει, μα το Σάββατο που τον παστρεύει κι αυτόν, δεν του κρένει.
Μόνο καλημέρα του λέει κι αρχίζει να τον νοικοκυρεύει. Τασία δεν έχει κουβεντολόι σήμερα; Έχω δουλειά. Έτσι μου’ λεγες και συ σαν εγώ σου’ πιανα την κουβέντα.
Ε. Έχω δουλειά και δεν σου κρένω σήμερα. Ακόμα και πεθαμένος που ήταν η Τασία του’κανε πείσματα σαν εκείνα όσο ζούσε.
Όταν τελείωνε, άναβε το καντηλάκι του, στεκόταν λίγο όρθια, κοίταζε την φωτογραφία του, είχε ξεβάψει από τον ήλιο και του’ λεγε. Γαμπρό σ’ έκανα.
Γαμπρό. Μα κοίτα κακομοίρη μου, να’σαι φρόνιμος εκεί κάτω, γιατί σαν θα’ρθεις να σου ψαλιδίσω το μουστάκι σου, θα μου ξεφύγει το ψαλίδι και θα σου χαλάσω την μόστρα.
Άι. Πάω τώρα. Αύριο θα’ρθω να σου πω τα νέα, να σου κρατώ κι αντίδωρο. Καλημέριζε όσους έβρισκε στη στράτα της, άλλαζε και δυο τρεις κουβέντες, και πήγαινε στο σπίτι της.
Εβδομήντα χρόνια σε τούτους τους τοίχους. Εδώ γεννήθηκε, εδώ μεγάλωσε. Από δω βγήκε νύφη, κι εδώ ξαναγύρισε.
Σώγαμπρος ήρθε ο Σωτήρης. Εδώ αποχαιρέτισε τους γονείς της. Εδώ και τον Σωτήρη της.
Κάποτε τούτη η αυλή δεν τους χώραγε.
Εννιά νοματαίοι. Ο ένας έμπαινε κι ο άλλος έβγαινε. Μάνα ο ένας, Τασία ο άλλος, θυγατέρα οι γονείς της. Και κείνη όλους τους προλάβαινε. Τους κουμαντάριζε. όλους.
Η στρογγυλή τάβλα που τρώγανε, δεν τους χώραγε όλους να κάτσουν σιάδι γύρω γύρω. Κι ο Σωτήρης, έφτιαξε μια μακρόστενη, σαν τραπέζι χαμηλό. Πριν την φτιάξει, μας έβαλε όλους και κάτσαμε στο σιάδι σαν να τρώγαμε.
Έτσι πήρε τα μέτρα. Έκοψε ένα κομμάτι τριχιά από το σαμάρι του γαϊδάρου, και μέτρησε το μάκρος.
Με τούτο αγόρασε τις τάβλες και μαστόρεψε την μακρόστενη. Ο κάθε ένας μας είχε την θέση του. Στην μια κορφή καθόταν ο πατέρας της, στην άλλη ο Σωτήρης.
Από τη μια πλευρά καθόταν η μάνα της, με τους τρεις γιους τους. Κι από την άλλη εκείνη με τις δυο θυγατέρες τους. Πέντε παιδιά είχαν. Το’να καλύτερο από το άλλο.
Όταν το τέλειωσε τούτο το τραπέζι και τ’ ακούμπησε σιάδι, και κάτσαμε γύρω γύρω όλοι μαζί, ήταν μεγαλύτερο από τα μέτρα που΄χε πάρει. Άι μωρέ Σωτήρη, λάθος έκαμες τα μέτρα;
Όχι Τασία μου. Δεν λάθεψα.
Μα λησμόνησες πως τα παιδιά θα μεγαλώσουν; Τι; Να στριμώχνονται θες; Να μη μπορούν να κουνάν τα χέρια τους; Και κει που περισσεύει; Εκεί θα κάθεται η αδερφή σου με τον άντρα της σαν έρχονται Τασία μου. Να μωρέ γιατί τον αγαπούσε τόσο! Γιατί για όλα φρόντιζε.
Πέρασε καλά μαζί του. Δεν ήταν έρωτας ο γάμος της. Προξενιό ήταν. Ο Σωτήρης έστειλε το προξενιό. Την είδε στο διάβα του από το χωριό της. Την είδε στην βρύση που’χε πάει με τις άλλες κοπέλες να φέρουν νερό. Εκείνος σταμάτησε σε μια άκρη να γεμίσουν κι ύστερα ζύγωσε να πιει.
Αυτή είχε γιομίσει την στάμνα της κι έσκυψε να δροσίσει το πρόσωπό της. Το ίδιο κάνανε και οι άλλες σαν απογιομίζανε. Μα καμιά όμως δεν σκέφτηκε να μην σκύψει γυρνώντας τα οπίσθιά τους προς αυτόν. Μόνο η Τασία το’κανε ετούτο.
Γύρισε από την άλλη μεριά, έριξε νερό με την χούφτα της, στο πρόσωπο, πήρε την στάμνα της κι έφυγε χωρίς να τον κοιτάξει.
Ενώ οι άλλες σαν πέρασαν από δίπλα του, τον κοίταξαν.
Κακό δεν ήταν. Μα αυτός εκείνη ξεχώρισε. Εκείνη που δεν τον κοίταξε. Κι έστειλε το προξενιό.
Είπε το ναι η Τασία. Ήταν ώρα να κάνει οικογένεια. Η αδερφή της είχε παντρευτεί στο δίπλα χωριό, με προξενιό και κείνη, και με προκοπή στο γάμο της. Όταν ήρθε να κόψουν τις κουβέντες για τον αρραβώνα τον είδε. Λεβέντης ήταν.
Λεβέντης με λόγια ξεκάθαρα, και ετούτο της άρεσε πολύ. Εγώ φτωχός είμαι είπε στον πατέρα της. Φτωχός και μόνος, χωρίς γονικά. Τους έχασα και τους δυο.
Την θυγατέρα σου θα την τιμήσω και θα την ζήσω με τα δυο μου χέρια. Έχω μπιστοσύνη σε δαύτα και μ’ ότι καταπιαστώ τα βγάζω πέρα. Προίκες δεν θέλω.
Μόνο την θυγατέρα σας, μα είμαι ικανός κι άξιος να την ζήσω. Κι αν θέλει ο θεός και μας δώσει παιδιά, και κείνα θα τα ζήσω, αλλιώς δεν θα λογίζομαι για άντρας. Ετούτα άρεσαν και στον κύρη της.
Έγινε ο γάμος τους, κι ήρθε σώγαμπρος.
Όλα τα όνειρα, τα έκανε μαζί του. Μαζί τα κάνανε. Πριν τον γνωρίσει δεν είχαν τα όνειρα πρόσωπό. Τώρα έχουν το δικό του! Είχαν φαμίλια, είχαν πίστη, αφοσίωση και προκοπή.
Πρόσωπο δεν είχαν. Μέσα στο γάμο όμως όλα ετούτα, πήραν θέση δίπλα του.
Είχαν το δικό του πρόσωπο. Γιατί μωρέ; Τούτος δεν είναι έρωτας;
Τι σημασία έχει αν δεν χτύπησε η καρδιά της πριν τον παντρευτεί; Χτύπησε μετά, και τούτοι οι χτύποι κράτησαν μια ζωή ολόκληρη. Ακόμα και τώρα που του παστρεύει το μνήμα, χτυπάει η καρδιά της. Γι’ αυτό του λέει να να’ ναι φρόνιμος.
Γι’ αυτό του λέει θα του χαλάσει τη μόστρα. Να μην αρέσει σ’ άλλες. Μόνο σε κείνη.
Ετούτη η αυλή γνώρισε πράματα και θάματα! Χαρές, πίκρες, ερχομούς, φυγές. Να εκεί τα αράδιαζε και τα πέντε της παιδιά. Εκεί στο τοιχάκι, που ήταν από την μια άκρη της αυλής ως την άλλη. Εκεί τα έβαζε στην αράδα και τα συμβούλευε, να γίνουν καλοί άνθρωποι και χρήσιμοι στην κοινωνία. Να έχουν πόνο στην ψυχή τους για τον συνάνθρωπο, και σεβασμό στους μεγαλύτερους. Μα πάνω από όλα τους έλεγε, να’ χετε πίστη στον εαυτό σας!
Να τον πιστεύετε και να τον ακούτε. Εκείνος θα σας πάει εκεί που θέλετε να πάτε. Ανθρώπους σωστούς σας θέλω. Ακούτε; Γνωστικοί να γίνετε. Να’ χετε τα μυαλά σας μέσα στο κεφάλι. Κι αν η ζωή σας πάρει μακριά μας, να μην μας ξεχάσετε.
Να’ ρχεστε να σας βλέπουμε. Κι αν απομείνει κάποιος μας μονάχος του, να’ χετε μια γωνιά να τον βάλετε να μην καταπίνει τα δάκρυά του. Ακούτε; Κι αν δεν θέλει ν’αφήσει το κονάκι του με το ζόρι να τον πάρετε. Με το ζόρι. Εκεί τα αράδιαζε να τα μαλώσει όταν δεν την άκουγαν.
Που είναι τώρα να τα βάλει στην αράδα να τα μαλώσει; Τον πιστέψανε τον εαυτό τους, και τους πήγε εκεί που ήθελαν.
Όλα φευγάτα είναι. Όλα στην Αυστραλία πήγαν.
Κι αυτή κάθεται στο τοιχάκι μόνη της και μαλώνει με το σχοινί, που σπάει και πέφτουν οι βελέντζες σιάδι. Μαλώνει τον Σωτήρη να μην γαμπρίζει στον κάτω κόσμο, και τα βάνει με την μοίρα της, που κάθεται στην τάβλα μοναχή της σαν το κούτσουρο και βάνει μια χαψιά στο στόμα της.
Κι άμα δεν ξαλαφρώνει με τα παραπάνω, τα βάζει και με την χαψιά της που δεν κατεβαίνει κάτω.
Που είστε μωρέ όλοι σας τους φώναξε μια μέρα μες τα δάκρυα. Που είστε; Τι την θέλω ετούτη την τάβλα την μακρόστενη την άδεια; Αχ μωρέ Σωτήρη. Ούτε η αδερφή μου έρχεται. Μαζί σου τρώει κι αυτή. Μαζί με σένα και τους γονείς μας.
Θα την βγάλω και θα την φυλάξω. Δεν θέλω τάβλες εγώ, χωρίς εσάς. Στο σκαμνί θα κάθομαι και θα βάζω το πιάτο μου στα γόνατα. Εκεί θα τρώω. Με τα δάκρυα να πέφτουν στο πιάτο. Να μην βάζω κι αλάτι.
Ήρθε ο ταχυδρόμος κι έφερε την τριχιά που’χε παραγγείλει. Μα έφερε κι ένα γράμμα από τα παιδιά της. Όλα μαζί της γράφανε στο ίδιο γράμμα. Μαζί ήταν στα ξένα.
Όλα μαζί κι αγαπημένα. Έρχονταν τα βλαστάρια της. Πότε ο ένας, πότε ο άλλος. Μα δεν ήταν και κοντά να γένεται συχνά ετούτο.
Θα σε πάρουμε μαζί μας της έλεγαν κάθε που έρχονταν. Δεν σ’ αφήνω Σωτήρη του έλεγε. Δεν πάω πουθενά.
Τι με κοιτάς είπε στον ταχυδρόμο. Άνοιξέ το να μου το διαβάσεις. Αυτός της τα διάβαζε τα γράμματα κι αυτός της έγραφε απάντηση.
Τ’άνοιξε,μα τούτη την φορά δεν έλεγε πολλά. Μάνα είμαστε όλοι καλά, σε σκεφτόμαστε και σε νοιαζόμαστε.
Μην μας απαντήσεις, μόνο ετοιμάσου. Θα έρθω να σε πάρω. Ο στερνός σου, σου γράφει τούτη την φορά, και δεν δέχεται κι αντίρρηση καμιά. Στα τέλη του Οκτώβρη, θα’μαι εκεί. Θα’ ρθω να σε πάρω. Παίρνει το γράμμα από τα χέρια του ταχυδρόμου. Άι. Στο καλό να πας. Δεν θα μου γράψεις σήμερα.
Το φύλαξε μαζί με τα άλλα, και πήρε την τριχιά να την δέσει στα καδρόνια που στηρίζαν το χαγιάτι. Μα δύναμη δεν είχε. Της κόπηκαν τα χέρια και τα γόνατα. Ακούς αντίρρηση δεν δέχεται;
Και ποιος μωρέ θα παστρεύει τον πατέρα σας;
Ποιος θα μπαινοβγαίνει στην αυλή; Ποιος θα σας βάζει στην αράδα πάνω στο τοιχάκι;
Ακούς δεν θέλει απάντηση; Στα τέλη του Οκτώβρη θα’ρθω της έγραφε. Και τώρα κοντεύει να σωθεί ο Σεπτέμβρης. Σ’ ένα μήνα θα’ρθει ο στερνός της. Και θα πρέπει να’ ναι έτοιμη.
Σαν τι ετοιμασίες να κάνει; Στους γάμους ετοιμάζονται. Στους θανάτους όχι. Έρχεται ο χάρος και σε παίρνει χωρίς ειδοποίηση.
Ετούτος τουλάχιστον την ειδοποίησε.
Τελεσίγραφο της έστειλε. Αντίρρηση καμία. Κι είχε πείσμα ο στερνός της. Πείσμα και αγάπη για την μάνα του!
Κάθε μέρα τον ρώταγε. Σωτήρη τι να κάνω; Τι λες και συ; Να πάω; Δεν είσαι και δω να μου σφίξεις την τριχιά. Γεράσανε κι οι τοίχοι μωρέ Σωτήρη. Θα πέσουν καμιά μέρα και θα με πλακώσουν. Φύγανε και κάποια κεραμίδια απ’ την τσιατή.
Καλά ντε. Μη φωνάζεις. Το ξέχασα. Ξέχασα πως τους έβαλες στηρίγματα πριν φύγεις.
Μα άκου να σου πω. Εγώ δεν θέλω θα πάω. Δεν θέλω να σ’ αφήσω. Μα αν επιμένει ο στερνός μας θα πάω. Θα πάω Σωτήρη. Θα πάω και θα πληρώσω την καντηλανάφτισσα να σε παστρεύει κάθε Σάββατο. Πέντε παιδιά έχομε στα ξένα.
Και πέντε οι νυφάδες με τους γαμπρούς δέκα. Βάλε και τα εγγόνια μας από τρία το κάθε ένα, δέκα πέντε.
Είκοσι πέντε νοματαίοι με καρτερούν. Και’γω κάθομαι και τρώω στο σκαμνί. Κυριακή ήταν. Σκώθκε η Τασία, πλύθκε, έβαλε την φουρκέτα στα μαλλιά, φόρεσε τα καλά της, ξύπνησε το στερνό της να πιει τον καφέ του, κι έφυγε για την εκκλησιά.
Όλα τα είχε έτοιμα ο γιος της. Είχε τα εισιτήρια βγαλμένα, την είχε πάει σε γιατρούς να εξετάσουν την καρδιά της για το ταξίδι. Μια μέρα και μια νύχτα με το αεροπλάνο. Μια χαρά είναι η μάνα σου του είπε. Έτοιμη για το ταξίδι.
Μπορεί να ταξιδέψει μια χαρά! Την ψυχή της όμως δεν την έβλεπε. Σ’ αυτήν δεν έκανε εξετάσεις. Ας είναι. Ο στερνός της αντιρρήσεις δεν ήθελε. Και σαν της είπε, πως ποτέ δεν ξεχάσανε τις συμβουλές της, κι ήρθε να την πάρει με το ζόρι, τι να του πεί; Σε κανέναν δεν είπε πως θα φύγει.
Τελείωσε η λειτουργία, πήγε φίλησε το εικόνισμα της Παναγιάς. Να την ευχαριστήσει που θα την αξίωνε να πάει κοντά στα παιδιά της. Πήρε το αντίδωρό της, πήρε και του Σωτήρη της και πήγε στο μνήμα να τον χαιρετίσει.
Φεύγω καλέ μου. Φεύγω. Μα σε ταχτοποίησα εγώ. Μη μου κακιώνεις. Εσύ δεν ήσουν εγωιστής. Περήφανος ήσουν. Μπορώ και μόνος μου Τασία. Μπορώ μου έλεγες σαν ήθελα να σε βοηθήσω. Μη μου ζητάς να μείνω. Μπορείς και μόνος σου.
Είκοσι πέντε νοματαίοι με καρτερούν. Έβγαλε το αντίδωρο από την τσέπη της,τ’ ακούμπησε δίπλα από το αναμμένο καντήλι, πήρε την ξεθωριασμένη φωτογραφία και την φίλησε.
Έσκυψε πήρε λίγο χώμα από τον τάφο του, και το’ δεσε σφιχτά σ’ ένα μαντηλάκι να το πάρει μαζί της.
Φεύγω Σωτήρη μου. Άι. Καλή αντάμωση. Πόσο θα ζήσω ακόμα;
Ο στερνός της την περίμενε να φύγουν. Πάμε μάνα της είπε. Πάμε. Προχώρα κι έρχομαι. Κοντοστάθηκε κι έριξε μια γρήγορη ματιά στο σπίτι, στην αυλή και στην ζωή της.
Και σαν να τον πήρε το μάτι της, να δένει την τριχιά στα δοκάρια, για να μη φύγει…
Ξανακοίταξε και τον ξανάδε. Του χτύπαγαν τα σκουτιά τα μούτρα καθώς έκανε να πάει κοντά της.
Πάμε είπε στον γιο της. Πάμε. Είκοσι πέντε νοματαίοι με καρτερούν. Πόσο θα ζήσω ακόμα;
Ελευθερία Λάππα