Ο πρώτος που έφυγε στην κατοχή ήταν ο άντρας της. Από τους πρώτους που αρρώστησε και πέθανε.

mike
By
184 Views
16 Min Read
Ο πρώτος που έφυγε στην κατοχή ήταν ο άντρας της. Από τους πρώτους που αρρώστησε και πέθανε.
Ζωή καλή μαζί του δεν είχε. Να την ξεφορτωθούν οι γονείς της, την δώσανε σε έναν μπεκρή κι ακαμάτη. Έτσι…να λιγοστέψουν τα στόματα που θα ταΐζουν. Η φήμη του είχε απλωθεί σε όλη την περιοχή.
Οι ξεδιαντροπές του, από όπου περνούσε, άφηναν ιστορία. Πριν αρχίσει να πίνει, ήταν όμορφος λέγανε αυτοί που τον ήξεραν.
Στην πορεία τον σακάτεψε το ποτό.
Είχε την ιστορία του, στην καρδιά και στους ώμους του και κείνος, όπως όλος ο κόσμος. Μια γυναίκα αγάπησε. Μια γυναίκα που την κακοποιούσε ο άντρας της.
Πλούσιος με χτήματα. μεγάλη περιουσία, γι’ αυτό και κείνη καθότανε κοντά του.
Τουλάχιστον έτρωγε ξύλο με το στομάχι γεμάτο, και με ρούχα σωικά κι όχι με κουρέλια. Είναι αλλιώς ο ξυλοδαρμός με το στομάχι γεμάτο και με τον κόσμο να σε ζηλεύει για την περιουσία του άντρα σου.
Στην δούλεψή τους τον είχαν τον Κώστα, και πήγαινε συχνά στο σπίτι τους, για θελήματα του αφεντικού του. Έτσι την βρήκε μια μέρα μες τα αίματα ,και την βοήθησε να σηκωθεί.
Αυτή τον παρακάλεσε να μην πει πουθενά τίποτα, και θα του έδινε μια μερίδα καλή φαγητό παραπάνω κάθε μέρα.
Πεινούσαν στο σπίτι του, τα αφέρφια του, μικρός κι αυτός και το δέχτηκε. Περνούσε κρυφά και έπαιρνε την μερίδα του.
Μα σιγά σιγά άρχισε να την βλέπει αλλιώς, και κείνη το ίδιο. Δεν άργησε να γίνει πόθος, πάθος, κι αρρώστια τούτη η σχέση.
Εκείνη κοντά του, ξέχναγε εντελώς το ξύλο, κι αυτός, ήταν η πρώτη του φορά που βρέθηκε με γυναίκα.
Μπροστά στα μάτια του, την σκότωσε ο άντρας της. Σαν θέλησε να μπει στη μέση, έφαγε και κείνος το ξύλο της χρονιάς.
Θα τον σκότωνε κι αυτόν, αλλά σαν την είδε να ξεψυχάει πνιγμένη στα αίματα, τον άφησε και την σήκωσε να την πάει να την πετάξει στην καλύβα με τα ζώα. Μη διαβεί κανείς και την δει καταμεσής στο χωράφι.
Έτσι γλύτωσε, κι έτσι έφυγε από τα μέρη εκείνα. Μα τούτο το κουβάλαγε στους ώμους του και στην καρδιά του.
Στο ποτό το έριξε. Σαν έπιανε δυο φράγκα στο χέρι του, έψαχνε για ποτό να πιει, να ξεχνάει την γυναίκα που αγάπησε και που ξεψύχησε εμπρός του, δίχως να μπορεί να κάνει κάτι να την σώσει. Μεγάλο βάσανο είχε μέσα του.
Έτσι πέρασε κι απ’ τον τόπο της, Ρωξάνης. Έξω από την πόρτα τους τον βρήκαν πεσμένο να μην μπορεί να πάρει τα πόδια του..
Τον τράβηξε μέσα ο πατέρας της, που να’ ταν μαύρη κείνη η ώρα, και τον ξεμέθυσε.
Ήξερε κείνος από τέτοια γιατί το’ τσουζε κρυφά απ’ την μάνα και να μην το καταλάβει ξεμεθούσε με κάτι βοτάνια που τα έκρυβε.
Του πέταξε κι ένα κουβά νερό στα μούτρα κι έτοιμος ο γαμπρός για την Ρωξάνη. Ήταν το πέμπτο τους παιδί.
Τα άλλα τέσσερα αγόρια, μεγαλύτερα. Στη βδομάδα πάνω σε μια γωνιά της αυλής τους που ήταν το κοτέτσι, φτιάξανε ένα δωμάτιο με παλιοσανίδες, που μαζέψανε από γύρω γύρω.
Η αλήθεια, όλοι δώσανε από κείνο που δεν είχαν να στηθεί το ξύλινο καλύβι.. Άλλος ένα καδρόνι, άλλος ένα κομμάτι τσίγκο, άλλος κάνα δυο κεραμίδια, κι ετοιμάστηκε. Έτσι κάνανε εκείνη την περίοδο στους γάμους. Αυτή ήταν η προσφορά στο νέο τους ξεκίνημα. Που λεφτά για δώρα.
Και τούτο μη θαρρείς. πληρωμένο ήταν με μια φτερούγα απ’ τις κότες που σφάξανε για το γάμο.
Πέντε έξι κότες, και μικρά κομμάτια να φτάσει γι’ αυτούς που βοήθησαν με τα σανίδια και τα τσίγκα. Εκεί στεγάστηκαν με τις ευχές της μάνας της και με τις κατάρες του πατέρα που αναγκάστηκε να σφάξει κότες να την παντρέψει.
Εκεί γέννησε και τα δυο πρώτα παιδιά της.
Κορίτσια ήταν και στέρεψε το δάκρυ της να κλαίει για την τύχη που τις περίμενε.
Παντρεύτηκε ο μεγάλος της ο αδερφός και τους έβγαλε από το καλύβι έξω, να μπει αυτός.
Πάρε τον μπεκρή σου και φύγε της είπαν. Ο μπεκρής δεν μπορούσε να πάρει τα πόδια του. Έδεσε σ’ ένα παλιοσέντονο τα υπάρχοντά της, το φόρτωσε στην πλάτης της, πήρε το ένα κορίτσι αγκαλιά και τ’ άλλο από το χέρι και φύγανε.
Για που; Ούτε και κείνη ήξερε. Μόνο περπατούσε όλη μέρα χωρίς να ξέρει για που. Δάκρυα δεν είχε να κλάψει. Είχαν στραγγίξει από καιρό, που γέννησε τις θυγατέρες της.
Μια χούφτα καλαμπόκι άρπαξε φεύγοντας και το’ χωσε στην τσέπη της. Σαν ήρθε μεσημέρι, χινόπωρο ήταν, έκατσε να ξαποστάσει, άφησε το σεντόνι κάτω, έβαλε την μικρή της πάνω, κι είπε στην μεγάλη να την προσέχει.
Λίγο παραπέρα πήγε, να βρει δυο πλάκες να χτυπήσει δυο τρία σπυριά καλαμπόκι να το λιώσει να φάνε οι κόρες της, ανακατεμένο με λίγο νερό. Σαν γύρισε κοντά τους είχαν στα χέρια τους κάτι μεγάλα μυρμήγκια. Τα είχε σκοτώσει η μεγάλη στην χούφτα της και τα τρώγανε.
Μάνα σου φύλαξα και σένα της είπε. Και κείνα τα έρμα τα δάκρυα κίνησαν ξανά. Τις πήρε και πήγανε δίπλα σ ‘ένα λάκκο που διάβαινε με νερό καθαρό. Τους έδωσε να ξεπλύνουν το στόμα,και να φτύσουν ό,τι είχε απομείνει μέσα του.
Τρέχαν ακόμα τα δάκρυα, κι έλεγε η καψερή να παρηγορηθεί, δεν θα πάθουν τίποτα. Δεν θα μου πάθουν, όχι.
Και δεν έπαθαν. Μάθανε όμως πως τα μυρμήγκια ήταν τροφή στα δύσκολά τους στη συνέχεια της ζωής τους.
Ο μπεκρής, είχε απομείνει πίσω, κι όταν ήρθε και είδε πως δεν του άφησε καλαμποκόνερο, την άρπαξε από τα μαλλιά, μπροστά στις κόρες της και την χτύπαγε.
Η μεγάλη ίσα με εφτά χρονών, πήρε ένα ξύλο που βρήκε και ετοιμαζόταν να τον χτυπήσει.
Τ’ άρπαξε η μάνα της. Δεν ήθελε να γίνει τούτο απ’ αυτήν. Δεν ήθελε να θυμάται αργότερα πως χτύπησε τον πατέρα της.
Το πήρε και το φύλαξε, καλό ήταν για άμυνα…τον έσπρωξε με δύναμη και λευτερώθηκε.
Πήρε το παλιοσέντονο στην πλάτη με το βιος της, την μικρή αγκαλιά, την μεγάλη απ’ το χέρι και δρόμο…
Στην αυλή της εκκλησιάς, σε μια γωνιά αγκαλιασμένες τις βρήκε ο παπάς το πρωί. Τις είχε σκεπάσει με τα σκουτιά από το δέμα να μη κρυώσουν. Τις πήρε στο σπίτι του, κι η παπαδιά τις φρόντισε, μ’ ό,τι υπήρχε. Άκουσαν τον πόνο της, και είπαν θα σε βοηθήσουμε όσο μπορούμε, μα τον άντρα σου, να τον δεχτείς ξανά. Θα του μιλήσω είπε ο παπάς, και θα αλλάξει.
Τους βρήκε, τον άκουσε τον παπά ο Κώστας και κάπου μέσα του και κείνος βρήκε τον παλιό του εαυτό και θέλησε να συμμορφωθεί.
Του ξομολογήθηκε πως είχε πόνο μεγάλο που έφυγε έτσι η γυναίκα που αγάπησε, και το έριξε στο ποτό.
Του είπε πως είναι λάθος που ξεσπάει στην γυναίκα του, και πως δεν φταίει αυτή που ζει και που χάθηκε εκείνη. Το προσπάθησε και τα κατάφερε με την στήριξη του παπά.
Δίπλα στην εκκλησιά σ’ ένα χώρο που είχε τ’ άχρηστα της, στήσανε από την αρχή το σπιτικό τους.
Εκεί μεγάλωσε η φαμίλια τους, κάτω από το βλέμμα της Παναγιάς.
Εκεί γέννησε και τα άλλα της παιδιά.
Άλλες τρεις θυγατέρες και έναν γιο. Ο στερνός της ήταν. Άλλο μετά από αυτόν δεν έκανε. Έξι παιδιά.
Πέντε θηλυκά κι ένα αρσενικό. Ο άντρας της πάσκιζε να τα βγάλουν πέρα. Με την βοήθεια του παπά, νηστικοί δεν απομένανε. Μα τούτο δεν έφτανε μόνο.
Τι θα γινόταν; Σε μια αποθήκη εφτά νοματαίοι, με τα απόκερα, με τα μανάλια τα χαλασμένα σε μια άκρη δεν μπορούσαν να ζούνε μια ζωή. Που να φανταστούν πως θα κοιμόταν έξω δεξιά και αριστερά για μεγάλο διάστημα, ώσπου να βρουν ένα μαντρί παρατημένο. Να το κάνουν σπίτι τους.
Που να’ ξεραν πως θα’ ρθει καιρός που θα το αναζητούσαν τούτο το αποθηκάκι. Ο παπάς πέθανε και πήρε την παπαδιά κοντά του σε δυο βδομάδες. Ο νέος που ήρθε δεν είχε την καλοσύνη του, και σ’ ένα μήνα βρεθήκαν στο δρόμο ξανά.
Ετούτο ήταν το πρώτο κακό έπειτα από πολύ καιρό. Το δεύτερο και το χειρότερο ήταν η κατοχή.
Η πείνα, οι ψείρες, η ανέχεια, οι λοιμώξεις.. Άρχισε πάλι να πίνει ο άντρας της.
Λεφτά δεν είχε για τούτο, αλλά όπου του το προσφέρανε, όχι δεν έλεγε. Ξανάπεσε πάλι…δεν ήθελε και πολύ.
Τον λυπήθηκε, του μίλησε, τον στήριξε η δόλια όσο μπόραγε. Μα άδικα.. Πριν φύγει της είπε, πως της άξιζε κάποιος καλύτερος. Εκείνη του απάντησε, καλός ήσουν και συ όταν δεν έπινες. Τι να του πει; Ας πάρει μια καλή κουβέντα μαζί του.
Πείνα, ψείρες και λοιμώξεις, τον στείλανε χτικιασμένο στον άλλο κόσμο. Να πει πως λυπήθηκε που έφυγε; Όχι. Δεν το λέει. Ησύχασε αυτός. Που καιρός για στεναχώριες και μοιρολόγια.
Αλίμονο από κείνους που ζούνε. Ένας ένας πέφτανε σαν τα στάχυα τα σάπια.
Άθαφτα τα κορμιά τριγύρω τους. Μανάδες είχαν αγκαλιά τα νεκρά παιδιά τους, με τον πόνο να σκάβει το πρόσωπό τους.
Ούτε που σκεφτόταν αν κολλήσουν και κείνες, κι έτσι φεύγανε κι αυτές με τα παιδιά τους αγκαλιά.
Ο πρώτος που έφυγε από το σπίτι τους.
Ύστερα φύγαν οι θυγατέρες της. Εκείνες που φάγανε τα μυρμήγκια. Στράγγιξαν τα σκώτια της. Τις έθαψε σε μια γούρνα που έσκαβε μια μέρα με ένα σκληρό ξύλο. Κι άμα τις σκέπασε με το χώμα ,απόμεινε εκεί από πάνω τους να χαϊδεύει το σωρό.
Χάιδευε κι δεν ήξερε τι να πει και τι να κάνει.
Πότε έλεγε, εγώ να είχα φύγει, και πότε έλεγε, αν γινότανε τούτο ποια θα ήταν η μοίρα των άλλων.
Δεν είχε δάκρυα. Δεν ήξερε αν είχε και πόνο. Μόνο νοιάξιμο είχε η δόλια για κείνα που’ χαν απομείνει ζωντανά.
Σαν τα κοίμιζε στο μαντρί, έφευγε μες την νύχτα σαν φάντασμα και πήγαινε στις νεκρές της να τους πει,να τους μιλήσει,να μην φοβούνται, μόνο αυτή ήταν από πάνω τους.
Έτσι την βρίσκανε κάποια πρωινά. Να΄ χε κάνει την αγκαλιά της σκέπασμα στα χώματα.
Κι ύστερα έτρεχε αλαφιασμένη στα ζωντανά. Που την έβρισκε την δύναμη, που ήταν ετούτη η θέληση να συνεχίσει να ζει, δεν ήξερε η καψερή. Ήξερε μόνο πως έπρεπε να βρει λίγο φαΐ.
Και τότε τα έπαινε και τα τρία και φεύγανε μακριά στα χωράφια.
Τα άφηνε να παίζουν κι έψαχνε για τα μεγάλα τα μυρμήγκια.
Σαν τα έβρισκε όλο και κάτι κουβαλούσαν στο στόμα τους. Δουλευταράδικα ήταν και μαζεύανε τροφή για τον χειμώνα. Έτσι μαζί με την τροφή τα πάταγε στα χέρια της και τα’ λιωνε, όπως οι νεκρές της.
Μ’ αυτό ξεπεράσανε την πείνα της κατοχής, με αγριόγκορτσα και με κάτι μικρά βατραχάκια που τα ψάχνανε στα νερά από τους λάκκους. Έτσι έχασε και τις άλλες της κόρες.
Από τα μολυσμένα νερά. Τούτες δεν ήθελε να τις θάψει. Αγκαλιά τις κρατούσε για μέρες. Όχι πως τις αγαπούσε πιότερο από τις άλλες, να φύγει μαζί τους ήθελε.
Μα σαν την τράβαγε το στερνό της από το φουστάνι κι έλεγε πεινάω, πήρε την απόφαση να τις πάει δίπλα από τις άλλες της.
Κι άπλωνε την αγκαλιά της κάθε βράδυ σαν έβαζε τον γιο της να κοιμηθεί, σαν η κότα τις φτερούγες να προστατέψει τα κλωσόπουλα. Πέρασε τούτο το κακό, ετούτος ο χαμός της κατοχής, κι όσοι απομείνανε ζωντανοί, ήταν μονάχα σκελετοί. Πήραν τα πάνω τους σιγά σιγά.
Τα πράγματα φτιάξανε λίγο. Είπαν πως ήρθε και βοήθεια από άλλα κράτη και μοίραζαν συσσίτιο.
Επιβιώσανε. Ορθοποδήσανε. Πήρε και τα κόκαλα από τις νεκρές της και τα’ θαψε όλα μαζί αδερφωμένα. Από το μαντρί κανείς δεν τους έδιωξε. Το κάνανε δυο καμαρούλες νοικοκυρεμένες, και κει μέσα ούρλιαζε η ψυχή της για τα φυντάνια της που τα’ χωσε στο χώμα με τα ίδια της τα χέρια.
Ώσπου μια νύχτα σαν να άκουσε την μεγάλη, να της κρένει. Μάνα πεινάω, κρυώνω, πονάω της έλεγε.
Και βγήκε στους δρόμους αναμαλλιασμένη να δει από που έρχονταν η φωνή. Μα δεν την είδε πουθενά.
Και σαν έκανε να γυρίσει, όλες μαζί την φώναξαν. Μάνα εδώ ,εδώ είμαστε, και δεν ήξερε σε ποια να πρωτοπάει.
Έρχομαι έλεγε η δόλια, έρχομαι,κι έτρεχε στα χωράφια με τα χέρια ανοιχτά σαν να’ θελε να τις αγκαλιάσει. Μάνα εδώ, της κρένανε, και δύναμη δεν είχε άλλη. Την βρήκε όμως και σύρθηκε ως τα κόκαλά τους. Και κει πάνω φώναξε την μάνα την δική της.
Δεν πιάσανε της είπε οι ευχές σου.
Σε μένα έδειξε την δύναμή της η κατάρα του πατέρα. Μέσα στην νύχτα, πάνω από τα κόκαλα, σκίζανε τα σκοτάδια φωνές.
Φωνές θυγατέρων που φώναζαν μάνα, και φωνές μανάδων που λέγανε παιδί μου.
Εκεί την βρήκε ο στερνός της. Την πήρε αγκαλιά, της χάιδευε τα μαλλιά, την μούσκεψε με τα δάκρυά του, λέγοντάς της, μάνα μου, όχι και συ.
Απάντηση δεν πήρε. Είχε φύγει. Είχε κινήσει να βρει τις πεθαμένες της. Την καλούσαν καιρό τώρα, κι η ψυχή της δεν άντεξε.
πέντε. ήταν, και την είχαν ανάγκη. Τι να κάνει;
Μάνα ήταν κι έτρεξε..
Μάνα μου, όχι και συ. Όχι. Μ’ αυτή δεν άκουσε. Είχε φύγει…
Ελευθερία Λάππα
add
TAGGED:
Share This Article
Δεν υπάρχουν Σχόλια

Αφήστε μια απάντηση