Δεν πα να ’χεις κοιμηθεί σε στρώματα και σε σουμιέδες και στα πούπουλα ακόμα!!! Άμα μια φορά κοιμήθηκες «στρωματσάδα» δεν το ’χεις ξεχάσει ποτέ.

mike
By
71 Views
4 Min Read

Στα χρόνια εκείνα τα παλιά, οι άνθρωποι είχανε ένα, άντε δυο, ξύλινα κρεβάτια με τάβλες στο σπίτι τους κι απάνω στις τάβλες ρίχνανε ένα σάισμα ή ένα «στρώμα» παραγεμισμένο με σανό ή φλέτσια καλαμποκιού, στρώνανε πάνω ένα σεντόνι ή μια κουβέρτα κι αυτό ήτανε όλο.

Στα κρεβάτια τούτα κοιμούντανε οι πιο μεγάλοι του σπιτιού (άντε να βολεύανε στο πλάι και κάνα παιδί) και οι άλλοι (που δεν ήτανε και λίγοι αφού οι φαμελιές τότε κάνανε πολλά παιδιά) κοιμούντανε «στρωματσάδα»: Στρώνανε στο πάτωμα ένα σάισμα ή (αν δεν είχανε) μια-δυο κουβέρτες για να μην «πιαστεί» το κορμί, μαξιλάρια από την τρακάδα ή το μπαούλο, κανά σεντόνι υφαντό στον αργαλειό, κουβέρτες και παντανίες ανάλογα με τον καιρό, ξάπλωμα στο πάτωμα, κουκούλωμα και … ύπνος μέχρι το πρωί. Τα παιδιά «τρελαινούντανε» για στρωματσάδα, γιατί το βλέπανε σαν παιχνίδι, ενώ οι μεγαλύτεροι δίπλα τους, από το κρεβάτι, το χαίρονταν κι εκείνοι και νοσταλγούσανε τα χρόνια που ήτανε παιδιά.

Άλλωστε , στο μυαλό και στην ψυχή ενός παιδιού, ακόμα και οι στερήσεις, γίνονται χαρά και ευτυχία. Ήτανε φορές που τα μικρά παιδάκια θέλανε να κοιμηθούνε δίπλα στους γονείς τους και προφασίζονταν ότι φοβόντουσαν τους καλικάντζαρους, το δράκο, τα φαντάσματα … και τότε λέγανε στους γονείς τους: -Δε θέλουμε να κοιμηθούμε μόνα μας απόψε … φοβόμαστε … θέλουμε να κοιμηθούμε μαζί σας .
-Και πώς θα χωρέσουμε όλοι στο κρεβάτι; Εσείς, τώρα, δεν είσαστε τίποτα μπεμπέκια.

Κλαψουρίζανε εκείνα …
-Να … θα στρώσουμε στρωματσάδα εδώ χάμω και θα κοιμηθούμε όλοι μαζί. Εσείς θα πέσετε στις άκρες κι εμείς στη μέση.

Και στο τέλος, βέβαια , πάντα νικάγανε τα παιδιά και τότε κάνανε τον καλύτερο ύπνο της ζωής τους, ευχαριστημένα και γελαστά, κρατώντας σφιχτά το χέρι του μπαμπά και της μαμάς τους.

Η στρωματσάδα ήταν απόλυτη ανάγκη όχι μόνο για τους ανθρώπους του σπιτιού που δε χωράγανε πού να κοιμηθούνε αλλά και για τους επισκέπτες του σπιτιού. Γιατί τότε τα σπίτια μπορεί να ήτανε φτωχά, αλλά ήτανε φιλόξενα και είχανε τις πόρτες τους ανοιχτές για καθένανε που τις χτύπαγε αλλά και για όποιονε είχε ανάγκη, είτε ήτανε φίλος, είτε συγχωριανός, είτε ξένος, περαστικός, φτωχός , άρρωστος, είτε πεινασμένος … Μπορεί οι προγόνοι μας να είχανε πολλά και μεγάλα προβλήματα ζωής, όμως στο θέμα της φιλοξενίας βρίσκανε πάντα, λύσεις. Και μια απ’ αυτές ήτανε και η «στρωματσάδα».

Και μάλιστα, σχεδόν πάντα, κατεβαίνανε οι νοικοκυραίοι απ’ το κρεβάτι τους, για να κοιμίσουνε εκεί τον ξένο, κι αυτοί κοιμόντουσαν στρωματσάδα.

«Ιγώ ήμαν φιλότιμος απού μ’κρό πιδί, όπως κι οι γονέοι μ’. Να τ’ς πάρ’ς τ’ν καρδιά. Ήταν το φιλότιμό μας. Δεν του λέου για παίνιες . Ας ήμασταν φτωχοί, θέλαμαν να έρθουντι ου κόσμους στου σπίτι. Κι έμησκαν ένα βράδυ, για να ξημερώσουν.
Ό,τι είχαμαν να φάμι, θα ’τρωγαν κι οι μ’σαφ’ραίοι. Δεκατρία αδέρφια ήμασταν, δέκα κανονικά κι τρία αλλάδερφα.»

Γράφει ο Βαγγέλης Μητράκος

Ομφαλός της γης

add
TAGGED:
Share This Article
Δεν υπάρχουν Σχόλια

Αφήστε μια απάντηση