Από μικρά όλη μέρα μαζί. Παιδιά δυο γειτόνων. Αχώριστα. Όλα μαζί τα κάνανε. Στο σχολειό μαζί, στα παιχνίδια μαζί.
Ακόμα και τις δουλειές που τους αναθέταν οι γονείς τους, μαζί τις κάνανε. Ήτανε τα καμάρια του χωριού.
Τέτοια φιλία δεν είχαν δει ξανά, γι’ αυτό πήγανε να πάρουν ευχή. Να τους κρατήσει για πάντα. Πολλές φορές τους πειράζανε λέγοντάς τους, τις γυναίκες σας θα τις μοιράζεστε;
Κι αυτοί γελούσανε. Μόνο αυτό δεν θα μοιραζόμαστε. Όλα τα άλλα ναι. Μαζί στο στρατό, μαζί και στο απολυτήριό τους.
Σαν αποστρατευτήκανε, οι γονείς τους τους είπανε, πως τώρα πρέπει να κάνουν οικογένεια.
Θα γίνει λέγανε. Θα γίνει, σαν έρθει ο έρωτας. Από προξενιό εμείς δεν θα παντρευτούμε. Να νιώσουμε θέλουμε κείνο το καρδιοχτύπι που σε παραλύει. Κείνο που σ’ αφήνει άγρυπνο τις νύχτες.
Εκείνο που θαρρείς πως θα πεταχτεί η καρδιά έξω από το στήθος. Αυτό ήθελαν οι βλάμηδες.
Κι είχαν πει, πως ο ένας θα στεφανώσει τον άλλο. Είχαν πει πως ο ένας του άλλου θα βαφτίσει τα παιδιά.
Η φιλία τους είχε γράψει ιστορία. Στα μάτια κοιταζόντουσαν και καταλαβαίνονταν. Ώσπου μια μέρα δεν κοιτάχτηκαν στα μάτια,κι έγινε το κακό.. Τα μάτια τους κοιτάξανε μιας νιόφερτης στο χωριό το βλέμμα. Εκεί χαθήκανε.
Ήταν η κόρη του νέου χωροφύλακα. Η Αυγούλα. Εκεί νυχτωθήκανε, και ξημέρωσαν γι’ αυτούς μαύρες μέρες. Τριάντα χρόνια αχώριστοι, ο Χρόνης κι ο Άρης, κι ήρθαν δυο μάτια γαλάζια σαν την θάλασσα να τους βάλουν σε μπελάδες.
Μια κοπέλα λυγερόκορμη, με μακριά μαύρα μαλλιά, και με πολλά χαρίσματα. Μια κοπέλα που κουβαλούσε στο βλέμμα θάνατο, και ζωή μαζί. Αν κοιταζόντουσαν στα μάτια, θα έβλεπαν το κακό που ερχότανε, και θα το αποφεύγανε.
Δεν κοιταχτήκαν όμως, γιατί βυθιστήκανε στο βλέμμα της Αυγούλας. Και κείνη το ίδιο έκανε. Βυθίστηκε στα μάτια τους, κι έκανε την επιλογή της. Στάθηκε για λίγο στον Άρη.
Για λίγο όμως, κι ύστερα χαμογέλασε κοιτώντας τον Χρόνη. Έκανε την επιλογή της. Έσπειρε χωρίς να το θέλει τον πόνο.
Σαν είδε ο Άρης πως μαγνήτης ήταν το βλέμμα της, και πως ο φίλος του δεν μπορούσε να το τραβήξει από πάνω της, έφυγε και τον άφησε. Έφυγε μα το μυαλό του, έμεινε πίσω σε κείνη και στην επιλογή που έκανε.
Ο τόπος δεν τον χώραγε. Ένιωθε πως κάτι κακό έρχεται μα δεν ήξερε τι, ούτε το μέγεθός του.
Ο Χρόνης από την άλλη δεν μπόρεσε να καταλάβει ποτέ, πως μέσα σε μια στιγμή ριζώθηκε τόσο βαθιά τούτος ο έρωτας.
Πως μπόρεσαν οι ρίζες του να πάνε πιο βαθιά από την φιλία του. Τον φίλο του δεν τον συνάντησε όλη μέρα.
Μα και κείνος δεν έψαξε να τον βρει. Σαν νύχτωσε βρεθήκανε στο μέρος που είχαν δώσει τους όρκους τους.
Σ’ ένα βράχο συναντήθηκαν κοντά στην παραλία τους. Ήταν ο βράχος που είχαν κόψει τα δάχτυλά τους κι άφησαν να τρέξει το αίμα τους στην θάλασσα, κι ύστερα τα ένωσαν λέγοντας κι οι δυο με μια φωνή, για πάντα αδέρφια.
Μόνο ο θάνατος θα μας χωρίσει. Μόνο αυτός. Και να που ήρθε τούτος ο θάνατος, με χαμόγελο και ζωή μαζί.
Την θέλω του είπε, σαν τον αντάμωσε. Την θέλω αδερφέ. Και’ γω του είπε ο Άρης. Και’ γω, γι’ αυτό και θα φύγω από δω.
Θα σας αφήσω να αγαπηθείτε. Όχι. Μην φύγεις. Μείνε.
Μα δεν τον έπεισε, κι έφυγε. Δεν του είπε για που. Κανείς δεν ήξερε που θα πήγαινε, και κανείς δεν έμαθε τον λόγο.
Μόνο αυτοί τον ξέρανε. Ο Χρόνης την παντρεύτηκε, και κάνανε μια όμορφη οικογένεια. Μια σκιά όμως είχε μείνει στην ψυχή του. Μια σκιά που μόνο ο φίλος του θα την έδιωχνε.
Δεν ήξερε που ήταν. Τον έψαξε. Ρώτησε για κείνον τους γονείς του. Είναι καλά του έλεγαν μα που βρίσκεται δεν ξέρουμε.
Τα χρόνια περνούσαν. Τα παιδιά του μεγάλωναν, όπως μεγάλωνε και η αγάπη του για την γυναίκα του. Εκείνη τον διάλεξε. Δεν έφταιξε σε κάτι. Δεν την πήρε από τον φίλο του.
Δεν ήταν λίγες οι φορές που πήγαινε στο βράχο τους και έκλαιγε. Έκοβε το δάχτυλό του, εκείνο το κομμένο που είχαν κόψει μικρά παιδιά, και άφηνε το αίμα του να τρέξει στην θάλασσα.
Δεν μπορεί, έλεγε.
Θα το νιώσει και θα μου γράψει, κάποια στιγμή. Δεν μπορεί. Κι ύστερα γύριζε αποκαμωμένος στην αγκαλιά της Αυγής, που δεν κατάλαβε ποτέ τον λόγο που χωρίσανε δυο φίλοι.
Πως να το καταλάβει; Δεν φταίει κι αυτή αν ξεχώρισε τον Χρόνη. Ίσως γιατί και κείνος είχε γαλάζια μάτια.
Ίσως γιατί είχε βλέμμα ταξιδιάρικο σαν το δικό της.
Ενώ του Άρη ήταν λίγο σκοτεινό, συννεφιασμένο. Δεν έμαθε ποτέ της πως τα σύννεφα ήρθαν και στάθηκαν αμέσως, γιατί πρωτοκοίταξε τον φίλο του. Ύστερα στράφηκε σε κείνον για λίγο, και ξανά στον Χρόνη. Ένιωσε πως δεν υπήρχε εκείνη την στιγμή ούτε για τον φίλο του.
Δεν πήγε να ζήσει κοντά σε θάλασσα ο Άρης. Δεν ήθελε να βλέπει το γαλάζιο της. Να ξεχάσει ήθελε ο βλέμμα της. Σε βουνό επέλεξε να ζήσει. Σε βουνό μακριά από τον τόπο του.
Έπεσε με τα μούτρα στην δουλειά φροντίζοντας απέραντες εκτάσεις με δέντρα. Ήταν υπεύθυνος για την έκταση αυτή και για τις όποιες ασθένειες των φυτών και δέντρων.
Μια δουλειά με πολύ ευθύνη και προσοχή, ώστε να μπορέσει να ξεχάσει. Τι να ξεχάσει όμως; Γίνεται; Δεν γίνεται.
Την Αυγή την έβαλε σε μια άκρη του μυαλού του, σε μια γωνιά στην καρδιά του, κι αραίωνε τις επισκέψεις του.
Μα και σαν διάβαινε που και που, δεν έμενε. Στον φίλο του στεκότανε. Αυτόν επισκεπτότανε κι η στεναχώρια του μεγάλωνε μέρα με την μέρα.
Ποιος θα το φανταζότανε πως ένα γαλάζιο βλέμμα θα ήταν ικανό να τους χωρίσει. Δεν παντρεύτηκε ο Άρης ποτέ.
Μετά από κείνο που ένιωσε όταν είδε τα μάτια της, δεν το ξανάνιωσε. Κι ήθελε από έρωτα να παντρευτεί. Να έρθει ένα βλέμμα ξανά στην ζωή του, να χαθεί μέσα του.
Την θάλασσα είχε χρόνια να την δει. Στις ψηλές κορφές των βουνών δεν ανέβαινε ποτέ. Δεν ήθελε να ανταμώσει το βάθος της.
Φοβόταν πως μέσα του, θα έβλεπε τα μάτια της. Καλά τα είχε αφήσει στις γωνιές του μυαλού και της καρδιάς.
Δεν ανέβαινε στις κορυφές, παρόλο που το ήθελε πολύ. Αυτή την δύναμη την είχε. Ήταν τόσο δυνατός.. Μόνο στο βλέμμα της δεν αντιστάθηκε. Τον παρέσυρε και τον έδιωξε μακριά.
Όχι από ζήλια. Όχι. Να αφήσει τον φίλο του να ζήσει ήθελε. Να χαρεί αυτό που η ζωή του έδωσε.
Αν έμενε, ίσως να μην την ξέχναγε. Ίσως να ήταν τα πράγματα χειρότερα από ότι τώρα.
Ο Χρόνης όμως όσο μακριά και να ήταν ο φίλος του, κοντά τον ένιωθε. Κοντά του, και πάντα του μίλαγε.
Πάντα ζητούσε την γνώμη του. Τι λες και συ Άρη, τον ρώταγε στα δύσκολά του. Σήμερα μετά την δουλειά στις πλαγιές των βουνών, τον περίμενε ένα γράμμα στο σπίτι.
Παιδί μου, του γράφανε οι γονείς του. Γύρνα πια. Γύρνα στον τόπο σου. Μεγαλώνουμε και θα φύγουμε ,και δεν θα σε δούμε;
Γύρνα παιδί μου. Ο φίλος σου σε χρειάζεται και κείνος. Στο βράχο πηγαίνει και κοκκινίζει την θάλασσα. Το δάκρυ του έγινε ένα με το νερό της. Αρμύρα στάζουν και τα δυο.
Γύρνα παιδί μου. Πονούσε ο Άρης σαν διάβαζε ετούτα. Δάκρυζε κι αυτός, κι έλεγε πως όταν ο φίλος του θα τον χρειαστεί, θα το νιώσει.
Από μικρά το είχαν ετούτο.
Όταν ο ένας χρειαζότανε τον άλλο, το νιώθανε και τρέχανε στον βράχο. Εκεί πηγαίνανε σαν πονούσανε πολύ.
Μια μέρα τα βήματά του τον έφεραν μέχρι την κορυφή που απέφευγε να ανέβει. Καμιά δύναμη δεν μπορούσε να τον σταματήσει. Αλήθεια ποια δύναμη θα τον σταματούσε όταν ο πόνος του φίλου του θα τον καλούσε; Καμιά.
Την ανέβηκε και στάθηκε κι αγνάντεψε μέχρι πέρα μακριά το βάθος της θάλασσας. Και τον είδε.
Είδε τον φίλο του, στον βράχο. Στον βράχο τους. Τον είδε να’ χει το δάχτυλο κομμένο, όπως και τότε, και να τρέχει το αίμα στ’ αλμυρό νερό, όπως και τα δάκρυά του.
Ο αέρας του έφερνε μια φωνή στ’ αφτιά του. Μια φωνή να λέει που είσαι αδερφέ μου. Άφησε το σώμα του να κυλήσει στην πλαγιά άψυχο. Η ψυχή του είχε φύγει.
Ήταν στον βράχο τους. Κοντά στον Χρόνη. Σηκωνόταν και ξανάπεφτε, ώσπου έφτασε στην παραλία. Τρεις ώρες του πήρε του η μάχη, να σηκώνεται και να ξαναπέφτει.
Γέμισε πληγές από τα χτυπήματα, αλλά ποιος τις λογάριαζε. Αυτές δεν ήταν τίποτα μπροστά σε κείνη την ανοιχτή της φιλίας τους, που έπρεπε να κλείσει. Ίσως ήρθε η ώρα.
Έβγαλε τον σουγιά του κι έκοψε το δάχτυλο να τρέξει το αίμα στο νερό. Με την πρώτη σταγόνα που διαλύθηκε καθώς έπεσε στη θάλασσα, ο Χρόνης τον άκουσε.
Έρχομαι αδερφέ μου του φώναξε. Έρχομαι, κι ανατρίχιασε ολόκληρος. Τον άκουσε ο φίλος του. Τον άκουσε κι έρχεται. Φεύγω είπε στην υπηρεσία του.
Φεύγω να ποτίσω το δέντρο της φιλίας μου. Χρόνια τώρα διψάει. Καιρός να το σώσω κι αυτό.
Από τους γονείς του έμαθε πως πριν τρεις μέρες ο Χρόνης έχασε την Αυγή του. Πριν τρεις μέρες.
Την μέρα που ανέβηκε στην κορυφή του βουνού. Την μέρα που τον άκουσε να του φωνάζει, που είσαι αδερφέ.
Ο φίλος του πονούσε και κείνος το’ νιωσε. Από μικρά το νιώθανε τούτο. Από μικρά. Πήγε στον βράχο, μα δεν τον βρήκε.
Πήρε τον δρόμο για το νεκροταφείο. Εκεί τον βρήκε. Σκυμμένος πάνω της να κρατάει στα χέρια του την φωτογραφία της. Να την ρωτάει γιατί δεν σταμάτησες το βλέμμα σου πάνω του.
Γιατί δεν διάλεξες εκείνον. Γιατί με άφησες μόνο μου;
Γιατί μου έδωσες τόση χαρά και τόσο πόνο; Γιατί μου τον έδιωξες; Γιατί έφυγες και συ; Ο Άρης είχε φτάσει τόσο αθόρυβα και τα άκουσε όλα.
Άπλωσε τα χέρια του, και τον αγκάλιασε. Εδώ είμαι. Εδώ του είπε και τον έσφιξε στην αγκαλιά του. Γιατί μ’ άφησες και συ του είπε μέσα από τα δάκρυά του. Γιατί; Γιατί αδερφέ μου;
Θυμάσαι του απάντησε τι λέγαμε στις κουβέντες μας; Θυμάσαι; Τις χαρές ο άνθρωπος τις ζει και μόνος του.
Τις λύπες του όχι. Και΄ γω είμαι εδώ τώρα. Ήρθα και θα μείνω. Δεν θα χωρίσουμε ποτέ ξανά, για καμιάς τα μάτια.
Στα χέρα του είχε την φωτογραφίας της ακόμα, κι όταν αγκάλιαζε τον φίλο του. Κι όταν χόρτασε την αγκαλιά του, την ακούμπησε ξανά στην θέση της, λέγοντάς της.
Σ’ αγάπησα πολύ και το ξέρεις. Λυπάμαι, λυπάμαι που έφυγες. Σπαράζουν τα μέσα μου. Πως θα μαζέψω τα κομμάτια μου δεν ξέρω. Σ’ ευχαριστώ όμως που μου τον έφερες πίσω.
Δεν μίλησαν ποτέ για την φυγή του. Τι νόημα είχε άλλωστε; Αυτοί δεν χώρισαν ποτέ. Αχώριστοι ήταν.
Ακόμα και στον καιρό της απουσίας του, στον βράχο συναντιότανε συνεχώς. Εκεί λέγανε πάντα, πως τον πόνο θέλεις κάποιον να τον μοιραστείς. Την χαρά την ζεις και μόνος…
Όπως κι η Αυγούλα. Μόνη της χαιρόταν κάτω από το νωπό ακόμα χώμα. Μόνη της χαιρόταν για τους φίλους που σμίξανε ξανά.
Κι αυτό το δάκρυ που κύλησε από τα μάτια της, μόνη το σκούπισε.
Δεν ήταν από πόνο. Δεν ήθελε κάποιον κοντά της.
Από χαρά ήταν. Αυτό δεν είπαν κι οι φίλοι; Στην χαρά μπορούμε και μόνοι μας…
Ελευθερία Λάππα